Σε αναμονή ενός οράματος
Μυρσίνη Ζορμπά
24/09/2009

Για τα έργα και τις ημέρες της Νέας Δημοκρατίας στον τομέα της πολιτισμικής πολιτικής γράψαμε τακτικά όλα τα τελευταία χρόνια στη Μεταρρύθμιση, έχοντας κάνει και πρόσφατα τη θλιβερή απογραφή τους.

Τώρα, που η πιθανότητα να περάσουμε σε μια κυβέρνηση του Πασόκ είναι ευκταία και πιθανή, θεωρήσαμε πιο δημιουργικό αντί να ασχολούμαστε με το υπολειμματικό παρελθόν να δούμε την επόμενη ημέρα με τα κριτήρια και τους όρους μιας ανανεωμένης και σύγχρονης πολιτισμικής ατζέντας. Θα έγραφα «εκσυγχρονιστικής» ατζέντας γιατί όντως τέτοια χρειάζεται αλλά μετά τις εκκαθαρίσεις και των τελευταίων εκσυγχρονιστικών φωνών με πιο δηλωτική εκείνη του Κώστα Σημίτη, θεωρώ ότι ο χώρος για την καλλιέργεια του εκσυγχρονισμού απαλλοτριώθηκε και μπήκαν οι μπουλντόζες. Μας έδωσε να το καταλάβουμε με πολλούς τρόπους η ηγεσία του Πασόκ και, επομένως, ο πολιτικός ρεαλισμός υπαγορεύει να περιορίσουμε προς το παρόν τις απαιτήσεις μας απέναντι στις αλλαγές της νέας κυβέρνησης αναμένοντας το νέο ιδεολογικό στίγμα που ενδεχομένως θα προκύψει. Με αυτή την έννοια μπορεί κανείς να δεχτεί προς το παρόν πραγματιστικά και χωρίς ιδιαίτερη σκέψη το γνωστό σύνθημα του Πασόκ «όραμά μας είναι το αυτονόητο», ωσότου υπάρξει όντως ένα νέο όραμα που θα αφορά ανάμεσα στα άλλα και μια πολιτισμική πολιτική πιο ριζικά κοινωνική και δημιουργική . Με αυτές τις σκέψεις μιλώ για ανανεωμένη και σύγχρονη πολιτισμική ατζέντα, δηλαδή για μια προοδευτική πολιτισμική πολιτική χωρίς κατανάγκην βαθιές τομές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Τι μαρτυρούν τα κείμενα και οι δηλώσεις

Ανασύρω το κείμενο της διαβούλευσης για τον πολιτισμό με τίτλο «Ο πολιτισμός δύναμη ανάπτυξης δικαίωμα για όλους» που κυκλοφόρησε τους πρώτους μήνες αυτής της χρονιάς από τον τομέα πολιτισμού του Πασόκ για διαβούλευση. Το γεγονός ότι το κείμενο αυτό δεν προκάλεσε ή δεν επιδίωξε καμία συζήτηση δεν είναι σπάνιο για τα προγραμματικά κείμενα των κομμάτων, που όμως έχουν τη δική τους ιδιαίτερη σημασία στο Αρχείο της πολιτικής, της κομματικής διαπραγμάτευσης και φυσικά της… ιστορίας, εν προκειμένω της πολιτισμικής ιστορίας της χώρας όταν αυτή αρχίσει να γράφεται. Το κείμενο έχει δανειστεί μερικές από τις έννοιες που παρουσιάστηκαν με συστηματικό τρόπο τα τελευταία χρόνια σε άρθρα της Μεταρρύθμισης, στα σεμινάρια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στη Σύρο ή στα τριήμερα προβληματισμού του ΟΠΕΚ από ένα κύκλο ανθρώπων που ασχολούνται με τις πολιτισμικές σπουδές και με τις σύγχρονες προσεγγίσεις της θεωρίας και της πολιτικής πολιτισμού (Λίνα Μενδώνη, Μαρία Τοπάλη, Μαρία Θεοδώρου, Γρηγόρης Πασχαλίδης, Βασίλης Βουτσάκης, Παναγής Παναγιωτόπουλος, Βασίλης Βαμβακάς, Μυρσίνη Ζορμπά και άλλοι).

Οι λέξεις κλειδιά που περιέχει αριθμούν τις περισσότερες από τις έννοιες που συζητιόνται τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της πολιτιστικής θεωρίας στα διεθνή συνέδρια: εκδημοκρατισμός της κουλτούρας, πολιτισμικά δικαιώματα των πολιτών, η κουλτούρα ως δημόσιο αγαθό, πολιτισμικό κεφάλαιο, πολιτισμός της καθημερινότητας, πολυπολιτισμικότητα, πολιτισμικές ανισότητες και διακρίσεις, ίση πρόσβαση και συμμετοχή, τεχνολογίες και αναπτυξιακή διάσταση του πολιτισμού, κοινωνική συνοχή.

Αλλά δυστυχώς στο σημείο αυτό τελειώνει η σχέση του με το σύγχρονο προβληματισμό: στις λέξεις. Διότι οι λέξεις αδιαφορούν για τα νοήματα, για το σκεπτικό που καλούνται να υπηρετήσουν ή για τους άξονες στρατηγικής και επιχειρημάτων στους οποίους θα όφειλαν να συναρμοσθούν. Είναι σαν να κρατάει κάποιος τα κλειδιά αλλά να διστάζει να ανοίξει τις πόρτες, είτε γιατί φοβάται για όσα βρίσκονται πίσω τους είτε γιατί δεν έχει επαρκή γνώση αλλά και πολιτική βούληση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γνωστό επαναλαμβανόμενο «συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας στον πολιτισμό» του οποίου γίνεται επανειλημμένα επίκληση στο κείμενο αλλά που δεν βρίσκει κάπου να ακουμπήσει και να στηριχτεί, δεν βρίσκει τα επιχειρήματα για να φτιάξει ένα πειστικό αφήγημα. Είναι σαν τον βιαστικό ποιητή που δίνει στον εκδότη ένα μάτσο ποιήματα που όμως δεν μπορούν να συνθέσουν το σώμα μιας συλλογής.

Το σώμα της πολιτικής εν προκειμένω είναι που απουσιάζει, προκαλώντας γενική αμηχανία αλλά υπάρχουν μερικές μεμονωμένες ενδιαφέρουσες ιδέες που θα τις δούμε παρακάτω αναλυτικά. Την ίδια αμηχανία πάντως μαρτυρούν και τα πρακτικά που εμφανίζονται στο διαδίκτυο και αφορούν τις συναντήσεις το τομέα πολιτισμού με τους επικεφαλής δημόσιων πολιτιστικών οργανισμών όπως το Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ή άλλοι συνδικαλιστικοί φορείς και οργανισμοί.

Το αποκορύφωμα του προβλήματος είναι η αδυναμία να διατυπωθούν λίγες έστω ουσιαστικές σκέψεις και προβληματισμός για τη σύγχρονη ελληνική πολιτισμική ταυτότητα, για την πραγματική μας κουλτούρα, για το ποιοι είμαστε και ποιοι θα θέλαμε να είμαστε, για τη γεφύρωση της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας και στον τρόπο που μας βλέπουν οι άλλοι. Γιατί είναι σκέτες ασκήσεις επί χάρτου και όχι ατζέντα σύγχρονης πολιτισμικής πολιτικής όταν αποφεύγεις να αναφερθείς στις πολιτισμικές ανισότητες και διακρίσεις με το όνομά τους και τη γεωγραφία τους, στις πολιτισμικές συγκρούσεις που ξεσπούν κάθε τόσο και προκαλούν μείζονα προβλήματα κοινωνικής συνοχής, στην αδυναμία μας να ζήσουμε την κουλτούρα μας χωρίς προκαταλήψεις, στην απατηλή εντύπωση ότι η κουλτούρα είναι μια βιτρίνα και όχι ένα καθημερινό πολυσθενές βίωμα γεμάτο συγκρούσεις ηγεμονίας και αντιστάσεις.

Όταν στο κείμενο διατυπώνεται η καθησυχαστική διακηρυκτική άποψη ότι «όλοι οι πολίτες πρέπει να έχουν την δυνατότητα να ονειρευτούν και να γευτούν το πολιτιστικό προϊόν» δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι με ρομαντισμό δεν γίνεται πολιτική. Η δημόσια κουλτούρα την οποία καλείται να υποστηρίξει και να διαχειριστεί η πολιτισμική πολιτική είναι όντως η αναδιατύπωση της πολιτιστικής μας ταυτότητας με όρους του 21ου αιώνα αλλά όχι για να διεκδικήσουμε βιαστικά και αστόχαστα την «παρουσία μας στη διεθνή σκακιέρα του πολιτισμού». Είναι γνωστό ότι όσες φορές κάναμε κάτι τέτοιο φάγαμε τα μούτρα μας. Για να γίνει αυτό χρειάζονται μεγάλες πολιτικές παρεμβάσεις που θα απελευθερώσουν δυνάμεις, θα ανοίξουν ουσιαστικό διάλογο, θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των αποκλεισμένων, θα αναζωογονήσουν και θα προκαλέσουν τις δυναμικές και όχι την κλειστοφοβία της ταυτότητάς μας να αναπτυχθεί.

Τα μέτρα πολιτικής

Από όλα τα μέτρα που προτείνονται και παρουσιάστηκαν ήδη από το Μάρτιο σε συνέντευξη τύπου του τομέα Πολιτισμού από τη Μ. Δαμανάκη, τον Κ. Καρτάλη και τη Σ. Ράπτη αλλά και ακούστηκαν ή γράφτηκαν στις εφημερίδες κατά την προεκλογική περίοδο θα σταθώ σε ορισμένα που θεωρώ πιο ενδιαφέροντα. Το πρώτο είναι η υπαγωγή του τομέα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο υπουργείο Πολιτισμού. Όσο κι αν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα την πραγματοποίηση της, καθώς αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές του κυβερνητικού ελέγχου πάνω στην ενημέρωση, μια τέτοια αλλαγή θα άνοιγε ένα νέο δρόμο τόσο στην ενημέρωση όσο και στον πολιτισμό. Δεν είναι πρωτότυπο, ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά για την Ελλάδα θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προόδου. Το δεύτερο μέτρο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η ένταξη των Αρχείων και των Βιβλιοθηκών στο Υπουργείο Πολιτισμού Αυτή η πολιτική κίνηση θα επέτρεπε στην ιστορική μνήμη της χώρας να αποκτήσει τις πραγματικές πολιτισμικές της διαστάσεις αλλά και στη σύγχρονη καθημερινή κουλτούρα, που στερείται ένα δημόσιο χώρο επικοινωνίας και καλλιέργειας να αναπτυχθεί σε ένα σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον. Ένα σωστό εργαλείο για την καταπολέμηση των ανισοτήτων. Το τρίτο ενδιαφέρον μέτρο είναι το σχέδιο ανάπτυξης του δημόσιου χώρου ως πολιτιστικού αγαθού. Ένα σκεπτικό που περιλαμβάνει από το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού μέχρι τον Ελαιώνα και την παραλία του Φαλήρου αλλά και μικρότερους χώρους που είναι αναγκαίοι για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη. Μια ευκαιρία για το υπουργείο Πολιτισμού να αποκτήσει τη σχέση που του ανήκει με την αρχιτεκτονική κληρονομιά της χώρας και το δημόσιο χώρο.

 

design by netsupport.gr