|
Πολιτισμικός
πληθωρισμός
Μυρσίνη
Ζορμπά
31/05/2007 ΔΟΚΙΜΙΟ * Άκης Γαβριηλίδης, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού - Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, futura ΣΧΟΛΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ * Βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού (επανάληψη) ΣΙΝΕΜΑ * Γιάννης Οικονομίδης, Ψυχή στο στόμα, μόνο στον Μικρόκοσμο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ * Άντζελα Δημητρακάκη, Το μανιφέστο της ήττας, Εστία ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ * Χρήστος Γιανναράς, «Ένα βιβλίο αντί για δεύτερη τετραετία;», Η Καθημερινή, 18/3/2007 και «Δεν πουλάω αισιοδοξία», περιοδικό Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, συνέντευξη στη Σταυρούλα Παπασπύρου * Μίκης Θεοδωράκης, «Ο ψεύτικος μανδύας της δήθεν προοδευτικότητας», Η Καθημερινή, 18/3/2007 * «Υπερήφανους μας κάνει μόνο η Ιστορία», έρευνα, Η Καθημερινή, 24/3/2007 Λοιπόν: 40 χρόνια από τη Δικτατορία των συνταγματαρχών, 50 χρόνια φοιτητικού κινήματος στην Ελλάδα, 50 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης, 30 χρόνια από την ίδρυση του πολιτιστικού κέντρου Πομπιντού - κι από κοντά οι λιγότερο στρογγυλές επέτειοι, σχεδόν 19 δεκαετίες 25ης Μαρτίου και, ας πούμε, 2.000 Πάσχα, στριμώχτηκαν όλα, επέτειοι, παρελάσεις και γιορτές, τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Πολιτισμικός πληθωρισμός! Τι προέκυψε από αυτόν τον καταιγισμό επετείων; Καταρχήν, αποδείχθηκε ότι η όλη φασαρία για το βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού είχε καταφέρει να γυμνάσει διανοητικά την κοινή γνώμη. Έτσι, σε σχετική έρευνα της εφημερίδας Η Καθημερινή την ημέρα της επετείου της, η Ελληνική Επανάσταση αναδείχθηκε «η δημοφιλέστερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας» με 48% έναντι 5% δημοφιλίας της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η έρευνα είχε ως τίτλο: «Υπερήφανους μας κάνει μόνο η ιστορία». Μόνο η ιστορία; Μάλιστα, μόνο, διότι όπως διαπίστωνε ο Χρήστος Γιανναράς σε άρθρο του στην ίδια εφημερίδα: «…η τελευταία καταφυγή του Έλληνα σε έρεισμα αυτοσεβασμού, είναι η Ιστορία.» Δηλαδή, κανένας αυτοσεβασμός στη δουλειά του, στα παιδιά του, στις σχέσεις του, στη ζωή που ζει. Μόνο το παρελθόν, τίποτε από το παρόν, καμία αξία και καμία προσδοκία, αφού η ελληνική κοινωνία είναι «παρακμιακή, αποχαυνωμένη, αυτοκαταστροφική», όπως υποστηρίζει ο ίδιος. Αλλά ποιο χτες και ποια ιστορία; «Εκπληκτικό πολιτισμό γεννούσε ο ελληνισμός όσο ήταν σκλάβος, φτωχός, αγράμματος, προτού παγιδευτεί και εξουδετερωθεί στο μεταπρατικό εθνικό κρατίδιο», λέει πάλι ο ίδιος, σε συνέντευξή του στο περιοδικό της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Μια Ιστορία, λοιπόν, που δεν είναι (όλη) η ιστορία μας, αλλά μόνο η «καλή» πλευρά της. Ένας πολιτισμός και μια ελληνική ταυτότητα που μόνο από τη σκλαβιά, τη φτώχεια και την αγραμματοσύνη τροφοδοτήθηκαν. Ομολογώ ότι προς στιγμήν κλονίστηκα, να γελάσω ή να κλάψω, καθώς διάβαζα τα αγωνιώδη ερωτήματα του γνωστού διανοούμενου για το νόημα της ζωής, το παρόν και το μέλλον του τόπου και της φυλής. Ερωτήματα που συνοψίζονταν μάλιστα σε ένα κρίσιμο πολιτικό δίλημμα, απευθυνόμενο στον πρωθυπουργό: Ένα βιβλίο αντί για δεύτερη τετραετία; Μάλιστα, κι ο Καραμανλής, λοιπόν, παγιδευμένος στη συνωμοσία. Ένιωσα σαν να επέστρεφα από ραντεβού με τον Άμλετ, to be or not to be, θυμήθηκα κι εκείνο τον παλιό σαββοπούλειο στίχο ποιος-αλήθεια-είμ’-εγώ-και-πού-πάω, η Ωδή στον Καραϊσκάκη, ταίριαζε βλέπεις με την περίσταση, αλλά προτίμησα, μέσα πάντοτε στο πνεύμα των ημερών, να προβάλω κάποια αντίσταση. Στο Μελωδία έπαιζαν Δε θα ζητήσω νοσηλεία στα σινεμά και τα βιβλία…Τι λες βρε αγαπημένε μου Σωκράτη Μάλαμα, και βέβαια θα το κάνω και μάλιστα αμέσως. Μια βιβλιοπαρουσίαση που γινόταν στη γειτονιά μου, στο Αυτόνομο στέκι Εξαρχείων, ήταν η ιδεώδης ευκαιρία. Το βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη, Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού - Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, αναζητούσε απαντήσεις για τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό και για τη σχέση αριστεράς και έθνους. Πιο συγκεκριμένα, διατύπωνε το ερώτημα «τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιους να ανακηρύσσουν τον εαυτό τους άγιο και ταυτόχρονα θύμα, να ζούνε για μισό αιώνα ταυτισμένοι με έναν άλιωτο νεκρό – και να περηφανεύονται γι’ αυτό;». Κι αν ο Γιανναράς διεύρυνε αναλογικά το σύνδρομο προς τα δεξιά, υπήρχε πάντοτε ο Θεοδωράκης, που με τις απαράμιλλες δηλώσεις του υπερασπιζόταν, τις ίδιες εκείνες μέρες, τη συνέχεια του ελληνικού έθνους απέναντι «στα πικρά λουλούδια της άρνησης της πεμπτουσίας αυτού που ήταν και είναι η Ελλάδα του χθες, του σήμερα και του αύριο». Δεξιά-Αριστερά σημειώσατε Χ (φιλί-της-αγάπης-για-την-πατρίδα-το-κράτος-και-το-έθνος). Αλλά στο Αυτόνομο στέκι Εξαρχείων που πήγα, βρήκα καμιά εξηνταριά νέα παιδιά με αγωνία για το σήμερα. Ήρθαν για να συζητήσουν με το συγγραφέα του βιβλίου για την κοινωνία και την πολιτική, τον πατριωτισμό, τον εθνικισμό, την αριστερά, τον κομμουνισμό, τον αντιαμερικανισμό, τον πολιτισμό, την εκμετάλλευση, τον ιμπεριαλισμό, την παγκοσμιοποίηση, αλλά και τη συγκρότηση της υποκειμενικότητας, την έμφυλη διάσταση, τη σεξουαλικότητα, τα ταμπού, την απόλαυση. Μια συζήτηση ζωντανή, πολυφωνική, χωρίς τις γνωστές φιλοφρονήσεις και τους υπερθετικούς των βιβλιοπαρουσιάσεων, με προβληματισμό για την πολιτική και τη σχέση της με την ίδια τη ζωή, με ενέργεια και συναισθήματα. Σε ένα χώρο που θεωρείται περιθωριακός από τους έξω, αδιαμεσολάβητος από τους μέσα, συνάντησα, αναπάντεχα, τις ανησυχίες, το διάλογο και τη ζωντανή πλευρά ενός σύγχρονου πολιτικού προβληματισμού. Με ενισχυμένο το ηθικό είπα να συνεχίσω με εντονότερες συγκινήσεις. Η Ψυχή στο στόμα του Γιάννη Οικονομίδη μας περίμενε, εμένα και το φίλο μου το Φώτη, στον Μικρόκοσμο της λεωφόρου Συγγρού. Ξέσπασμα οργής κι ατέλειωτη βωμολοχία; Ίσως κάτι να θέλει να πει με τις βλαστήμιες, σκεφτήκαμε. Όντως, η ταινία έλεγε πολλά. Μια ταινία γροθιά για το αδιέξοδο και την απόγνωση, μιλούσε γι’ αυτούς που δεν έχουν περιθώριο να αντιδράσουν, για την οδύνη και την απορία όταν όλες οι καταστροφές πλακώνουν μαζεμένες, για τις στιγμές που δεν ξέρει κάποιος πού να κρυφτεί, σε ποιον να πει τον πόνο του, για την τρέλα που σταλάζει μια τέτοια ζωή και για την υπόγεια οργή που εκρήγνυται τελικά εκτός ελέγχου. Ο Οικονομίδης μας έδειξε με τρόπο τόσο ακραίο πού πονάμε, ποιος μπορεί να είναι ο διπλανός μας, τι σημαίνει εξουσία, τι σημαίνει ακύρωση ζωής, τι σημαίνει πληγωμένο φιλότιμο. Με βουβά βλέμματα, με απορίες, χωρίς περιττά λόγια, με μια υπόρρητη ευαισθησία του τύπου οι-άντρες-δεν-κλαίνε και βρίζοντας, βρίζοντας, βρίζοντας, τι άλλο, βρίζοντας την απώλεια, την προδοσία, την ήττα. Για την ήττα μιλάει και το βιβλίο της Άντζελας Δημητρακάκη, Το μανιφέστο της ήττας. Ζωές ανικανοποίητες κι εδώ, σκόρπιες, αλλά άλλη οπτική, άλλα αδιέξοδα, στραμμένα προς τον 21ο αι. Μια παρέα από νεαρούς ευρωπαίους της γενιάς του ’90 δοκιμάζει πώς είναι η ζωή, συγχέοντάς την με performance, αυτοκαταναλωνόμενη, αναζητώντας στα τυφλά το νόημα που δε λέει να προκύψει από πουθενά. Εύπορα «κακομαθημένα παιδιά» που αναζητούν την υπέρβαση των αισθήσεων, σεξ σαν γυμναστική χωρίς κανένα συναίσθημα, ανικανοποίητες προσωπικές επαφές, σχέσεις που εξατμίζονται, φαινομενική απάθεια, χημικές ουσίες, ψυχανάλυση, κλειστοφοβικές εντάσεις. Εξέγερση; Αμφισβήτηση; … των γονιών, των κανόνων, των διαδικασιών; Μια δυστοκία που κρύβει το νήμα της ήττας και το θάνατο, καθώς αυτός είναι που συνδέει στο βάθος του ορίζοντα την Ιστορία, το σήμερα των νεαρών παιδιών με τη γενιά των γονιών και το γκέτο της Βαρσοβίας μιας θείας. Ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που καταφέρνει να μεταδώσει στον ανθεκτικό αναγνώστη την ανησυχία του μέσα από την ίδια τη γραφή του: ανησυχία για την ατομικότητα και τον αυτοπροσδιορισμό, αλλά και τις χαμένες συλλογικότητες, την εικόνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το φασισμό της καθημερινότητας, τη σχέση ιστορικού γίγνεσθαι και μαζικής κουλτούρας. Τη μαζική κουλτούρα φιλοδόξησε να υπηρετήσει πριν από τριάντα χρόνια, με νέο για την εποχή του τρόπο, το πολιτιστικό κέντρο Μπομπούρ, στο Παρίσι. Τι σημαίνει μαζική κουλτούρα στη συγκεκριμένη περίπτωση; Εκατόν ογδόντα εκατομμύρια άνθρωποι το κοινό του από το 1977 που εγκαινιάστηκε. Όπως λέει ο Ρέντσο Πιάνο «αρνιόμασταν να χτίσουμε έναν άλλο “ιερό” χώρο, εσωστρεφή και ξεκομμένο από την πόλη. Θέλαμε να προσφέρουμε μιαν αντίληψη του πολιτισμού που θα περνάει μέσα από το παιχνίδι, τη διασκέδαση, την οικειότητα, που θα παραμένει ζωντανή και θα αλλάζει συνεχώς.» Ήταν ένας πολιτισμικός πειραματισμός, μια πρόταση στην καρδιά μιας σύγχρονης μητροπολιτικής πόλης, που πρόσφερε σε όλους τους πολίτες έναν απλό χώρο ελευθερίας, μείξης και δυνατοτήτων. Σ’ αυτόν ακριβώς τον τόσο απλό αλλά διόλου αυτονόητο δημόσιο χώρο ελευθερίας, μείξης και δυνατοτήτων δεν είναι που προσβλέπουμε στις μέρες μας, σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο; Συμφιλιωμένοι με το παρελθόν, ανοιχτοί στο διάλογο, απαλλαγμένοι από φοβικά σύνδρομα απέναντι στο διαφορετικό, η πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών απέδειξαν εδώ και μισό αιώνα ότι μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητά τους, να ζήσουν με δημοκρατία, να ενώσουν τις δυνάμεις τους δημιουργικά. Τα 50 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης δεν προσφέρονται σε ιδεοληψίες, είναι μια πολιτική δυνατότητα που υποστηρίζει ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, την ισότητα των γυναικών, τις υποτροφίες των νέων στο εξωτερικό, την προστασία του περιβάλλοντος, την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Δεν χαρίστηκαν, κατακτήθηκαν, όπως μένει να κατακτηθεί και η συνέχεια του ευρωπαϊκού πολιτικού εγχειρήματος. Δεν είναι αυτός μήπως ο τρόπος που γράφεται η ιστορία για όσους αποφεύγουν να είναι νοσταλγοί και προσπαθούν να ζουν υπεύθυνα το σήμερα; |