Μια απειλή για την κοινωνική συνοχή
Πολιτισμικές ανισότητες και διακρίσεις:
Μυρσίνη Ζορμπά
30/11/2006

Τα τελευταία χρόνια έχει εξοριστεί, ουσιαστικά, από το δημόσιο διάλογο η πολύτιμη ματιά των κοινωνικών επιστημών στην παρακολούθηση της καθημερινής ζωής - κι αυτό δημιουργεί σημαντικό κενό στον τρόπο που βλέπουμε, ως κοινωνία, τον εαυτό μας και τους άλλους. Υποθέτω ότι οφείλεται όχι στη λιγότερη έρευνα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, αλλά στη μικρότερη διαθεσιμότητα των ΜΜΕ (έντυπων και ηλεκτρονικών) να παρουσιάσουν τα αποτελέσματα τέτοιων ερευνών, καθώς και στα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανασυγκρότηση μιας αριστερής προοδευτικής διανόησης.

Γεγονός είναι, πάντως, ότι αυτή η έλλειψη είναι αισθητή, διότι στερεί από τον δημόσιο λόγο την ερμηνεία κοινωνικοπολιτισμικών τάσεων και αντιστάσεων και την κριτική ματιά απέναντι στις κοινωνικές και πολιτισμικές ταυτότητες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της κοινωνίας. Κάτι παραπάνω, στερεί την επιρροή που θα μπορούσαν να ασκήσουν παρόμοιες διαπιστώσεις στην καταπολέμηση ανισοτήτων, διακρίσεων, προκαταλήψεων, στη διαμόρφωση πεποιθήσεων και συμπεριφορών. Συνειδητοποιώντας εγκαίρως λ.χ. κρυφές παθογένειες της κοινωνίας μας και τις βαθύτερες αιτίες τους, ή, αντιθέτως, τις αναδυόμενες κουλτούρες και τη στάση των νέων απέναντί τους, όχι μόνο θα κερδίζαμε σε χρόνο και ετοιμότητα, αλλά θα είχαμε τη δυνατότητα να γίνουμε και πιο δίκαιη και δημιουργική κοινωνία. Χρήσιμα αμφότερα, για να μη θρηνούμε απορημένοι, μετά από γεγονότα σαν αυτά της Βέροιας, της Αμαρύνθου, ή και άλλα λιγότερο εντυπωσιακά, όμως εξίσου επώδυνα.

Η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα, στη σοβαρή ή την ψυχαγωγική εκδοχή της, δεν κατάφερε να ενσωματώσει την κριτική κοινωνιολογική ματιά στην οποία αναφέρομαι. Μου έρχεται στο νου το πετυχημένο παράδειγμα της δημοφιλούς αμερικάνικης σειράς κινούμενων σχεδίων Οικογένεια Σίμσον, που έβαζε βαθιά το μαχαίρι στις αξίες της αμερικάνικης καθημερινής ζωής των μεσαίων στρωμάτων και επηρέαζε τόσο πολύ το κοινό, που είχε προκαλέσει σε μια εποχή την οργή του Λευκού Οίκου.

Χρησιμοποίησα αυτό το τυχαίο παράδειγμα για να δείξω πόσο στις μέρες μας ο πολιτισμός της καθημερινής ζωής, που συνθέτει τις αντιλήψεις μας, ουσιαστικά αντιμετωπίζεται μαζί με τον πολιτισμό των τεχνών ενιαία, καθώς συνδιαμορφώνουν τον τρόπο και την ποιότητα της ζωής μας. Με δεδομένες τις διαρκείς εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, ζούμε μέσα σε ένα ρευστό περιβάλλον, όπου οι πεποιθήσεις, οι αξίες και οι στάσεις ομάδων και ατόμων αλλάζουν διαρκώς και αναδιοργανώνονται, υποχρεώνοντάς μας να βιώνουμε τις συγκρούσεις στο ολοένα περισσότερο διευρυμένο πεδίο της κουλτούρας. Επειδή δε από την κυριαρχία αυτών ή των άλλων πεποιθήσεων εξαρτάται η πορεία της κοινωνίας, το ζήτημα είναι εξόχως πολιτικό. Είναι γι’ αυτό απαραίτητο να συζητήσουμε τα ζητήματα της κουλτούρας μας σ’ αυτή τη βάση. Δεν αρκεί πια να μιλάμε μόνο για την πολιτισμική κληρονομιά, τις υποδομές και τις επιδοτήσεις των τεχνών. Πρέπει να μιλήσουμε για το ίδιο το κοινό, για τις κοινωνικές ομάδες και τις πολιτισμικές επιλογές τους, για τη σχέση που έχουν οι επιδοτήσεις του κράτους με τη συμμετοχή των ανθρώπων, για τα κοινωνικοπολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτής της συμμετοχής, για τους τρόπους πολιτισμικού εκδημοκρατισμού όπου παρατηρείται έλλειμμα δημοκρατίας.

Εύστοχα ο Β. Βουτσάκης αναφέρθηκε στο τελευταίο του άρθρο στη Μεταρρύθμιση στο κρίσιμο θέμα των πολιτισμικών ανισοτήτων. Οι πολιτισμικές ανισότητες και διακρίσεις, παρουσιάζονται σαν οι κατεξοχήν ελεύθερες επιλογές και είναι τόσο φυσικοποιημένες, που απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τις ξετρυπώσει και να δείξει κανείς το αποκρουστικό τους πρόσωπο. Η παραδοσιακή αντίληψη ιεραρχικής κουλτούρας και ο ελιτισμός βοήθησαν σημαντικά σ’ αυτή την απόκρυψη, ενώ έδωσαν από ένα χεράκι ο αριστερός αριστοκρατισμός και ο εξισωτικός λαϊκισμός. Σήμερα δε που η αγορά είναι διευρυμένη και σε μεγάλο βαθμό δημοκρατική, καθώς έχει καταστήσει προσιτά πολλά απ’ όσα ήταν παλιότερα απρόσιτα στο μέσο πολίτη, το ζήτημα εμφανίζεται να εξαντλείται στην ελευθερία των επιλογών του καταναλωτή και στο επίπεδο της αισθητικής του καθενός. Είναι όμως έτσι;

Καθώς οι διαφορές των αριθμητικών δεδομένων, που εντοπίζουν οι ελάχιστες έρευνες που έχουμε στα χέρια μας για τις πολιτιστικές πρακτικές, είναι αβυσσαλέες και διαιρούν τη χώρα στα δυο, δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς για τις αιτίες (βλ. έρευνα της Metron Analysis, περ. Highlight, τ. 19, 2005). Πώς θα πρέπει να εξηγηθεί το γεγονός ότι ο ένας στους δυο Έλληνες δηλώνει ότι δεν διαβάζει ποτέ ένα βιβλίο, ότι ο ένας στους δυο δεν πηγαίνει ούτε μια φορά το χρόνο στον κινηματογράφο, ότι οι δυο στους τρεις δεν πηγαίνουν ποτέ σε μουσείο ούτε και στο θέατρο, ότι ο ένας στους δυο δεν πηγαίνει ποτέ σε συναυλία, ότι τρεις στους δέκα δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ την Ακρόπολη; Ασφαλώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλή, είναι απαραίτητο ωστόσο να αναζητηθεί μια απάντηση. Διότι, προφανώς, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιωτική υπόθεση, αλλά με μια υπόθεση που αφορά τουλάχιστον το μισό πληθυσμό της χώρας. Με την έννοια αυτή, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα ζήτημα κοινωνικής συνοχής εξαιρετικά σημαντικό, που πρέπει να διερευνηθεί σε πολλά επίπεδα.

Το ζήτημα των πολιτισμικών ανισοτήτων και διακρίσεων υποκρύπτεται σε μεγάλο φάσμα πεδίων και θεμάτων, που αφορούν, για να αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο ορισμένα: τον τηλεθεατή και την ποιότητα της πληροφόρησης και της ψυχαγωγίας της κρατικής ραδιοτηλεόρασης. Το κοινό (και το πολύ μεγαλύτερο μη κοινό) των κρατικών οργανισμών τέχνης και των επιδοτούμενων καλλιτεχνικών σχημάτων, φεστιβάλ, συναυλιών. Το κοινό των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων. Την εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Το δικαίωμα της ίσης πρόσβασης στην πληροφορία, που αφορά τις βιβλιοθήκες, τα κέντρα τεκμηρίωσης, το διαδίκτυο. Τις χωροταξικής και περιφερειακής φύσης ανισότητες, σε σύνδεση με τις πολιτισμικές. Τις κοινωνικές πολιτικές και τις διακρίσεις εις βάρος των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Τις ιδιαίτερες ομάδες του πληθυσμού, όπως μετανάστες, νέοι, συνταξιούχοι, άνεργοι, κ.λπ.

Μια απλή παρατήρηση δείχνει ότι η δημόσια διανομή του πολιτισμικού κεφαλαίου είναι άνιση και κατάφορα άδικη: εκπαίδευση, πληροφορία, επιδοτούμενες τέχνες, μουσεία - ευνοούν τους ευνοημένους χωρίς καμία προσπάθεια σύγκλισης, αναδιανομής, εκδημοκρατισμού. Ο πολιτισμός που προάγει η πολιτεία είναι μονομερής, ιεραρχικός - και δεν εγγυάται τη διαφορετικότητα και τον πλουραλισμό, την πρόσβαση και τη συμμετοχή, θεμελιώδεις αρχές μιας σύγχρονης πολιτισμικής πολιτικής. Χρειαζόμαστε πολιτικό και επιστημονικό διάλογο, έρευνα και ένα Παρατηρητήριο για να αντιμετωπίσουμε το τόσο σημαντικό και σύνθετο αυτό πρόβλημα.
 

design by netsupport.gr