|
Ποιά
Πολιτιστική
πολιτική;
Νέα
πολιτιστικά
φαινόμενα
και
πρακτικές-
Μεταρρυθμίσεις
στην
πολιτική
πολιτισμού
Μυρσίνη
Ζορμπά
Δεν απομένει
πολύς χρόνος
για την
εκπνοή του
Γ΄ ΚΠΣ και,
ιδιαίτερα
όσον αφορά
τον
πολιτισμό,
καμία είδηση
δεν υπάρχει
από το
Υπουργείο
πολιτισμού
σχετικά με
τις
προτεραιότητες
και τις
κατευθύνσεις
του
επόμενου. Η
ως τώρα
διαχείριση
του
Υπουργείου
από τη ΝΔ
δεν εμπνέει
καθόλου
αισιοδοξία,
ίσως όμως
αυτός είναι
ένας λόγος
παραπάνω να
τεθούν
ορισμένα
ζητήματα που
αφορούν την
πολιτιστική
πολιτική και
τη σχετική
πολιτική
ατζέντα. Με
τη νέα
χρηματοδότηση
του Δ΄ ΚΠΣ,
που λογικά
θα έρθει να
προστεθεί
στην
πρωτοφανούς
μεγέθους
επένδυση για
τον
πολιτισμό
της
τελευταίας
δεκαετίας εκ
μέρους των
κυβερνήσεων
του ΠΑΣΟΚ,
απαιτείται
ασφαλώς
ανανέωση του
σκεπτικού
και των
δράσεων.10/09/2006 Είναι προφανές ότι τα τελευταία χρόνια, με την έκρηξη και των τεχνολογιών, τα πολιτισμικά φαινόμενα πυκνώνουν στον κοινωνικό χώρο, μαζί με τις νέες πολιτισμικές πρακτικές, κερδίζοντας μεγαλύτερη ορατότητα και προκαλώντας εντάσεις. Αν προσπεράσουμε την επιφανειακή αναταραχή που προκαλούν οι εντάσεις αυτές, συνήθως μέσω μαζικών ταυτίσεων και πολώσεων, διαπιστώνουμε ότι επαναφέρουν, στο βάθος, το κεντρικό ζήτημα της σχέσης της κοινωνίας μας με τον πολιτισμό, σε πολλές από τις επιμέρους πτυχές του. Με άλλα λόγια, θέτουν κρίσιμα ερωτήματα, που πρέπει να απαντηθούν σε επίπεδο πολιτισμικής πολιτικής. Έτσι, η θορυβώδης Eurovision θέτει ουσιαστικά το ζήτημα του ρόλου της κρατικής τηλεόρασης, η υποψηφιότητα της Γκιουλ Καραχασάν ανακινεί την πολυπολιτισμικότητα και τις ταυτότητες, «Η αγάπη δίχως σύνορα» την εικόνα του Άλλου, ο Χάρι Πότερ την παγκοσμιοποίηση στο επίπεδο των παιδικών αναγνωσμάτων, ο Κώδικας Ντα Βίντσι τη θρησκευτική κουλτούρα, για να φέρουμε λίγα μόνο από τα πολλά παραδείγματα που παράχθηκαν πρόσφατα σε μαζικό επίπεδο. Από τη μεριά τους, οι διαρκώς ανανεούμενες πολιτιστικές πρακτικές οδηγούν σε καινούργια μονοπάτια την κατανάλωση πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Θεματικά πάρκα, εμπορικά κέντρα, μεγάλα βιβλιοπωλεία, internet-cafe, i-pod, blog, chat-rooms, κ.λπ., προσφέρουν πρωτοφανείς συνδυασμούς και ομογενοποιήσεις. Παράλληλα, όμως, αυτές οι πρακτικές αναδεικνύουν νέες ανισότητες και διακρίσεις: ηλικιακές, κοινωνικές, έμφυλες, περιφερειακές, μητροπολιτικές, πολιτισμικές, μειονοτήτων, κ.λπ. Αυτή η διαδικασία ομογενοποίησης και κατακερματισμού, σύγκλισης και χάσματος, λαμβάνει χώρα τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό χώρο, στις λειτουργίες της πόλης αλλά και στις ατομικές επιλογές. Δεν πρόκειται πια για διχοτομήσεις ανάμεσα σε δίπολα επιλογών, λ.χ. παλιό-νέο, ελίτ-μαζικό, αλλά για μια ζύμωση που επηρεάζει όλους τους δρώντες του ευρύτερου κυκλώματος παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης κουλτούρας. Καθώς μάλιστα τα αποτελέσματα αυτής της ζύμωσης διαχέονται ταχύτατα σε πολλά επιμέρους δίκτυα που αλληλοτροφοδοτούνται, δεν διοχετεύονται απλώς προς κάθε κατεύθυνση νέα ή μεταλλαγμένα στοιχεία, αλλά εισάγονται και νέοι συνδυαστικοί κανόνες, που γεννούν υβρίδια και μεθοριακότητες. Μέσα σε όλη αυτή τη ρευστότητα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσει κανείς μια άλλη γραμμή παραγωγής και διανομής, την παράδοση της υψηλής κουλτούρας, η οποία κρατά σταθερή την αισθητική και ποιοτική πολιτιστική αναφορά, που δεν απομακρύνεται από τις αρχές της καλλιέργειας μιας ελίτ και της Διάκρισης, αντιτασσόμενη σθεναρά στη μαζική κουλτούρα. Η γραμμή αυτή διαθέτει ισχυρή παράδοση και θεωρητικές ρίζες στη Σχολή της Φραγκφούρτης, η οποία επηρέασε ίσως περισσότερο από κάθε άλλο ρεύμα σκέψης την ελληνική διανόηση γύρω από τα ζητήματα του πολιτισμού. Πρακτικά, το ρεύμα αυτό εκπροσωπείται από τα νέα σύγχρονα ιδιωτικά (με δημόσια συνδρομή) μουσεία, τα δύο Μέγαρα Μουσικής, τα Κοινωφελή Ιδρύματα, ορισμένες γκαλερί, τις υψηλού γούστου καλλιτεχνικές και πολιτιστικές διοργανώσεις, την επικοινωνία με ανάλογα ξένα καλλιτεχνικά ρεύματα, τις επισκέψεις γνωστών διανοητών και ορισμένες πειραματικές καλλιτεχνικές ομάδες. Αυτές είναι πολύ συνοπτικά οι δύο βασικές συνιστώσες του σύγχρονου πολιτισμικού τοπίου της χώρας, που θα μπορούσαν συμβατικά να ονομαστούν μαζική και ελίτ κουλτούρα. Θα ήταν όμως λάθος να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για δύο εντελώς ξεχωριστά πεδία χωρίς σημεία επαφής, όπως πολύ συχνά συμβαίνει να παρουσιάζονται σε σχολιασμούς με την υιοθέτηση της διάκρισης κουλτούρα-μη κουλτούρα, πολιτισμός-σκουπίδια. Καταρχάς, αναφερθήκαμε πιο πάνω στην πολιτισμική μίξη που δεν επιτρέπει πλέον την απόλυτη καθαρότητα ανάμεσα σε είδη, ποιότητες, κοινά κ.λπ., αλλά οδηγεί σε οσμώσεις, αναθεωρήσεις και ανακατατάξεις. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι όχι απλώς δεν βρίσκονται σε παγιωμένη απόσταση, αλλά υπάρχει ανάμεσά τους διαρκής τριβή. Η μαζική και η υψηλή κουλτούρα ακουμπούν η μια την άλλη και συγκρούονται, διεκδικώντας καθεμιά για λογαριασμό της, τόσο την αναδιανομή της αγοράς, όσο και την αναδιανομή του πολιτισμικού κύρους. Είναι δύο σκληρά αντιμαχόμενες αντίπαλες πλευρές που ερίζουν για την επικράτηση σε μια διαρκή πάλη ηγεμονίας. Το πεδίο του πολιτισμού, δηλαδή το πεδίο όπου παράγονται και διακινούνται νοήματα και αναπαραστάσεις, ζει σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση, στην οποία όλοι εμπλεκόμαστε, με τις επιλογές, τη συμμετοχή ή την αδιαφορία μας. Άλλωστε, και στο εσωτερικό καθεμιάς από τις δύο πλευρές διεξάγονται μάχες επικράτησης. Ποιος θα ήταν, επομένως, ο πρωταρχικός ρόλος της πολιτείας και της πολιτισμικής πολιτικής; Να έχουμε, ασφαλώς, καλύτερη εικόνα αυτής της σύγκρουσης που περιγράψαμε παραπάνω. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να εξετάσουμε την πολιτισμική δομή της χώρας στη δυναμική της, να διερευνήσουμε τη σύσταση του πολιτισμικού της κεφαλαίου. Η πολιτισμική κληρονομιά, η παραγωγή σύγχρονου πολιτισμού, οι όροι διάχυσης της κουλτούρας, η λειτουργία των κρατικών ΜΜΕ, η εκπαίδευση, οι πολιτιστικές πρακτικές, οι ανισότητες και οι διακρίσεις, είναι μόνο μερικές από τις παραμέτρους της πολιτισμικής ανάλυσης. Στόχος της ανάλυσης δεν μπορεί παρά να είναι η διατύπωση πολιτικών προτεραιοτήτων, μέσα από τη λειτουργία ενός Πολιτιστικού παρατηρητήριου, που θα λειτουργεί σταθερά ως πολιτισμικός σεισμογράφος, παρακολουθώντας την ποιοτική και ποσοτική εξέλιξη των παραπάνω μεγεθών. Αλλά αν αυτά τα μεγέθη παρουσιάζουν ενδιαφέρον, δεν είναι για να ταξινομηθούν ακαδημαϊκά. Είναι, κυρίως, για να κάνουν πιο ορατές στην κοινωνία και την πολιτική τις συγκρούσεις των νοημάτων, τον πόλεμο ηγεμονίας και να οδηγήσουν σε μια πιο δίκαιη πολιτισμική πολιτική, που θα εγγυάται τις αναγκαίες ρυθμίσεις αναδιανομής του πολιτισμικού κεφαλαίου, με ορισμένους βασικούς στόχους: τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα, τον εκδημοκρατισμό και τη συμμετοχή. Τέσσερις πολιτικοί στόχοι, που θα πρέπει να ενταχθούν στην αναπτυξιακή πολιτική της χώρας, να λειτουργήσουν ευεργετικά στον κοινωνικό ιστό, απελευθερώνοντας δυνάμεις και οικειώνοντάς τον με τη δημιουργικότητα. Τέλος, να οδηγήσουν στην περιπέτεια της συνάντησης με το σήμερα του ανοιχτού κόσμου. Καθώς οι παλιότερες ταυτότητες αδυνατίζουν, αξίζει να προσφερθούν υλικά για την καλύτερη διαμόρφωση των νέων. Είναι γι’ αυτό απαραίτητο να κατανοηθεί ο τρόπος που λειτούργησε η πολιτισμική πολιτική στις προηγούμενες δεκαετίες: στη δεκαετία του ’60 με το μοντέλο πολιτισμικής κληρονομιάς και τουρισμού, απ’ τη μια, και προοδευτικής λαϊκής κουλτούρας από την άλλη. Στη Μεταπολίτευση, με τα κινήματα αντιηγεμονικής και αναδυόμενης κουλτούρας στη γραμμή των δικαιωμάτων. Στη δεκαετία του ’80, με τη μετάγγιση κοινωνικών και πολιτικών αναφορών στην πολιτισμική σφαίρα, που πρόσφεραν τους όρους εκδημοκρατισμού της κουλτούρας και, στη συνέχεια, τις αλλοιώσεις του. Στη δεκαετία του ’90, με μια πρωτοφανή σε μέγεθος επένδυση μέσω των ΚΠΣ, που ανανέωσε τις υποδομές κυρίως της πολιτισμικής κληρονομιάς και, κατά δεύτερο λόγο, της υψηλής κουλτούρας. Τα πιο πάνω θα συντελέσουν επίσης να αυξηθεί το ειδικό βάρος του πολιτισμού, τόσο στην κοινωνική συνείδηση, όσο και στις πολιτικές που ασκούνται, ώστε να επηρεάσει ευρύτερα τις αξίες, στάσεις, συμπεριφορές και πρακτικές των πολιτών. Η πολιτιστική πολιτική δεν μπορεί να έχει πια ως στόχο την «αισθητική καλλιέργεια του λαού», αφού κάτι τέτοιο έχει αποδειχθεί ότι ανάγεται, σε τελευταία ανάλυση, είτε σε ένα παρωχημένο διαφωτιστικό-εκπολιτιστικό μοντέλο, είτε στο μοντέλο των συγκεντρωτικών καθεστώτων, συνοδευόμενο από λογοκρισία, προπαγάνδα, κοινωνική μηχανική. Ωστόσο, η πολιτιστική πολιτική οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τα φαινόμενα που αναδύονται στο δημόσιο χώρο, να παρακολουθεί την καθημερινή πολιτιστική πραγματικότητα της χώρας και τις τάσεις της, να ρυθμίζει τα θεμελιώδη ελλείμματα και τις συγκρούσεις. Είναι γι’ αυτό που χρειάζεται η επεξεργασία μιας νέας πολιτικής ατζέντας για τον πολιτισμό, που θα οδηγήσει τη χώρα στην αξιοποίηση του Δ΄ ΚΠΣ. Η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης είναι, στον τομέα αυτό, όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε, πολύ μεγαλύτερη από τη διαχείριση των οικονομικών μεγεθών. Είναι η ευθύνη απέναντι στον πολιτισμικό προσανατολισμό της χώρας και στην ποιότητα της καθημερινής ζωής των πολιτών |