Πολιτισμός:Πέντε χρόνια που κανείς δεν θέλει να θυμάται
Μυρσίνη Ζορμπά
31/03/2009

Αναλαμβάνοντας το εις διπλούν αξίωμα του πρωθυπουργού και υπουργού Πολιτισμού το 2004, ο Κώστας Καραμανλής έκανε λόγο για «προτεραιότητα στον πολιτισμό» και «οραματική πολιτική» της κυβέρνησης. Αρκούσε βέβαια μια ματιά στο επικίνδυνα ερασιτεχνικό προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ, για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα λόγια δύσκολα θα μετατρέπονταν σε πράξη. Πέντε χρόνια μετά, η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει κάθε φαντασία. Ιδιαίτερα για μια χώρα που, επί κυβερνήσεων Σημίτη, είχε φέρει σε πέρας το πρωτοφανούς μεγέθους Γ΄ ΚΠΣ για τον πολιτισμό, η πενταετία που ακολούθησε αποτέλεσε καθαρή οπισθοδρόμηση. Σκάνδαλα, ευνοιοκρατία, άγνοια και μοντερνίζουσα παραδοσιολατρεία, κυριάρχησαν στη δημόσια πολιτική του πολιτισμού αυτά τα πέντε χρόνια, από όλους τους υπουργούς που εναλλάχθηκαν.

 Οι λίγοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες που προσκολλήθηκαν στη νεοδημοκρατική διακυβέρνηση στην αρχή της πενταετίας, από αφέλεια ή και ιδιοτέλεια, φρόντισαν να απομακρυνθούν σταδιακά και αθόρυβα. Ο βασιλιάς έμεινε γυμνός, αλλά το κόστος δεν παύει να παραμένει υψηλό για την κουλτούρα της χώρας. Και δεν μιλάω μόνο για το διεθνή διασυρμό από το σκάνδαλο Ζαχόπουλου, τις φωτιές της Ολυμπίας ή το κλείσιμο της Ακρόπολης από τους συμβασιούχους, όλα ασφαλώς σημαντικά και εξαιρετικά δυσάρεστα. Μιλάω κυρίως για την κουλτούρα της χώρας που αφορά την καθημερινότητα: τη δυσπιστία, τη βία, τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής, την αναξιοκρατία και τον αντίκτυπό τους στις στάσεις, τις συμπεριφορές, τις νοοτροπίες των πολιτών και των νεότερων γενιών.

Τα σοκ υπήρξαν ισχυρά. Το σκάνδαλο Ζαχόπουλου και το σκάνδαλο Βατοπεδίου (Βουλγαράκη) αργότερα, οδήγησαν το ΥΠΠΟ σε νευρική κρίση. Στην αποτυχία άσκησης πολιτιστικής διαχείρισης από τη Ν.Δ., ήρθαν να προστεθούν δύο πλήγματα με ευρύτερο πολιτικό αντίκτυπο. Η part time απασχόληση του Καραμανλή τα πρώτα δύο χρόνια και οι πεταχτές συνεργασίες στο ΥΠΠΟ με τους αντ’ αυτού που είχαν οδηγήσει σε χάος και ανταγωνισμό μεταξύ των επιτελών (βλ. δηλώσεις Τατούλη), καθώς και η επόμενη σκυτάλη-σωσίβιο (βλ. υποκλοπές) στον Βουλγαράκη, συμπλήρωσαν όλα μαζί μια τριετία που δεν μπορεί να κάνει περήφανο κανέναν από τους πρωταγωνιστές. Το σκάνδαλο Ζαχόπουλου ήρθε να αποκαλύψει τις βαθύτερες θεσμικές και πολιτικές ρίζες μιας υπόθεσης που αποτέλεσε τυπικό παράδειγμα της νέας διακυβέρνησης και των μεταρρυθμίσεων που επαγγελλόταν (μαζί με τις υποκλοπές, τα ομόλογα, τις μετοχές-φούσκες, τους Πακιστανούς, την υπόθεση Βαρθολομαίου, την υπόθεση Μαγγίνα, Παυλίδη κ.λπ.).

Ακόμη και η περίφημη «αποφασιστικότητα» Βουλγαράκη, που εγκωμιάστηκε από ορισμένους κατά τη θητεία του στο ΥΠΠΟ, έδειξε αμέσως μετά το πραγματικό της πρόσωπο ως πραγματικό υπόδειγμα πολιτικού κυνισμού και αμοραλισμού. Οι δηλώσεις του περί νομιμότητας και ασυμβιβάστου σχετικά με την of shore εταιρία του, σε συνδυασμό με το μαστίγωμα που ήταν έτοιμος να κάνει λίγους μήνες μετά για χάρη του Καραμανλή στην πλατεία Συντάγματος, αρκούν για να καταλάβει κάποιος ποια κουλτούρα διέθετε ο άνθρωπος που εκπροσωπούσε στα Συμβούλια Υπουργών της ΕΕ την Ελλάδα και σε ποιο βαθμό ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να διαχειριστεί το πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας.

 Και μετά ήρθε ο Μ. Λιάπης. « Αγαπητέ Γιώργο, να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια. Έκανες ένα τόσο μεγάλο έργο, που αναρωτιέμαι αν έχεις αφήσει τίποτα για μας!» είπε, απευθυνόμενος στον Βουλγαράκη κατά την τελετή παραλαβής του υπουργείου Πολιτισμού τον ανύποπτο ακόμη Σεπτέμβριο του 2007. Και όντως, φρόντισε να παραμείνει επί περίπου ενάμισι χρόνο, όση και η θητεία του στο ΥΠΠΟ, με την ίδια αυτή αρχική πεποίθηση. Από την τελετή παραλαβής στην τελετή παράδοσης, ήταν σαν να μην μεσολάβησε μια μέρα: «…στόχος ήταν να εξυγιάνουμε τα οικονομικά του Υπουργείου, να περιορίσουμε τις αλόγιστες δαπάνες. Ίσως στεναχωρήσαμε μερικούς, αλλά οι επιχορηγήσεις επί των ημερών μας έγιναν αξιοκρατικά. Με ένα μόνο κριτήριο. Το οικονομικό κόστος να είναι ανάλογο με το πολιτιστικό όφελος. Επίσης, αναδείξαμε το θέμα της διαφάνειας ως ακρογωνιαίο λίθο της διαχείρισής μας και για πρώτη φορά καταργήσαμε τον ειδικό λογαριασμό. Γι’ αυτό και όλες οι αποφάσεις μας βγαίνουν στη δημοσιότητα, είναι στο διαδίκτυο.» Τι άλλο θα μπορούσε να πει για να σκεπάσει το κενό πολιτικής αλλά και όσα θυελλώδη είχαν μεσολαβήσει… Αλλά και πόσο αναληθής η διαβεβαίωση, αφού μια ματιά στο διαδίκτυο αποδεικνύει πόσο αίολη είναι η δήλωσή του περί διαφάνειας.

 Ο υπουργός, προφανώς με κάποια ανακούφιση, συνέχιζε την πολιτική του πορεία, παραδίδοντας το υπουργείο στον επόμενο, τον Α. Σαμαρά, έχοντας κατά νου ότι το μόνο που χάνει είναι η περίφημη τελετή των εγκαινίων του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, για το κόστος της οποίας είχε αποφασίσει να φανεί ιδιαίτερα γενναιόδωρος.

«Εσένα σου έλαχε αγαπητέ Αντώνη ο κλήρος και χαίρομαι γι’ αυτό, να εγκαινιάσεις ένα στολίδι στην Αθήνα, το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης», είπε ο Λιάπης κατά την τελετή παράδοσης στον Σαμαρά, στις αρχές της χρονιάς. Κι εκείνος του ανταπέδωσε τη… φιλοφρόνηση, κόβοντας αμέσως στο μισό τον υπερβολικό προϋπολογισμό της τελετής εγκαινίων και υπογραμμίζοντας με αυτόν τον τρόπο πόσο λίγο πειστικά είχαν ακουστεί τα περί περιορισμού των αλόγιστων δαπανών λόγια του. Στους λίγους μήνες που έχουν μεσολαβήσει, ο Α. Σαμαράς έχει κάνει μετρημένες δηλώσεις, χωρίς να ξεχνάει το παλιότερο εθνικής έμπνευσης προφίλ του και την υπεράσπιση υπέρτατων αξιών: «Αν ο Πολιτισμός είναι ένας συνεχής αγώνας κατά της βαρβαρότητας και της λήθης, κατά της ευτέλειας και της ρηχότητας, κατά της χυδαιότητας και την ευήθειας, τότε το βιβλίο είναι ίσως το πιο κρίσιμο μέτωπο αυτού του αγώνα. Και οι συγγραφείς κρατάνε τις πιο νευραλγικές “Θερμοπύλες”».

Στην εποχή της αποδοχής της πολιτισμικής διαφορετικότητας που η χώρα υπογράφει στις Διεθνείς Συμβάσεις, εκείνος μάχεται ακόμη τους βαρβάρους. Από την άλλη μεριά, ο σώφρων πολιτικός δεν ξεχνάει ποιος τον ξανάφερε στο παιχνίδι, ύστερα από χρόνια περιθωρίου και αγωνίας. «Θα σας πω αυτό που έχω ξαναπεί: ότι ο Κώστας Καραμανλής θα είναι ο πρώτος αρχηγός ελληνικού κόμματος μετά την Μεταπολίτευση που θα εκλεγεί για τρίτη συνεχόμενη φορά Πρωθυπουργός.» Αυτή ήταν η πρώτη του δήλωση μετά την υπουργοποίησή του, αντάξια της κουλτούρας που τον οδήγησε στον υπουργικό θώκο.

Στο μεταξύ όμως… στο υπουργείο Πολιτισμού βρέθηκε Δ΄ ΚΠΣ χωρίς επιχειρησιακό πρόγραμμα, αφού η ΝΔ το εξόρισε από τον κεντρικό σχεδιασμό, τους άξονες και τις αναπτυξιακές στρατηγικές της χώρας. Μια προσπάθεια που με πολλές δυσκολίες είχε επιτευχθεί από όλους τους προηγούμενους υπουργούς των κυβερνήσεων Σημίτη προς όφελος του πολιτισμού, ακυρώθηκε, χωρίς νέο ορίζοντα και χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Ένα σοβαρό βήμα πίσω με καταστροφικά αποτελέσματα, που θα φανούν τόσο στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς, όσο και στην υποστήριξη της σύγχρονης κουλτούρας της χώρας.

Είναι αλήθεια ότι οι τέχνες κατάφεραν στις δεκαετίες που πέρασαν να αποκτήσουν στη χώρα μας οντότητα και κύρος μέσα από τη δουλειά ανθρώπων με γνώση, σπουδές, ταλέντο, επιμονή και κρίση. Φτιάχτηκε έτσι μια κρίσιμη μάζα έργου, στόχων και δομών σε διάλογο με την κοινωνία. Αυτοί οι άνθρωποι, που προτείνουν την κουλτούρα πάνω από κάθε τι άλλο, καταθέτοντας κάθε φορά τη δουλειά τους, απευθύνονται σε ένα κοινό που το σέβονται, το αφουγκράζονται και διαλέγονται μαζί του. Αυτός είναι ο δικός τους λαός, η δική τους ψήφος εμπιστοσύνης και κύρους. Έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα πολιτιστικό κεφάλαιο που αποδίδει καρπούς, κάνει το ελληνικό θέατρο, το χορό, το βιβλίο, τα εικαστικά να βρίσκονται σε άνθηση, άλλοτε με τη συμβολή κι άλλοτε παρά τα εμπόδια της πολιτικής.

Παραμένει, ωστόσο, ένα μεγάλο ζητούμενο που αφορά την κουλτούρα της χώρας στην καθημερινότητα της ζωής των πολιτών, στις ταυτότητες, τις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες, στις βαθύτερες συγκρούσεις που αφορούν το ποιοι είμαστε, τι θέλουμε, πού πάμε. Τις απαντήσεις σ’ αυτό οφείλει να δώσει η ανανέωση της πολιτικής ατζέντας του πολιτισμού, που πρέπει το συντομότερο να διατυπωθεί, με επίγνωση της πολιτικής ευθύνης.

 Μια τέτοια προοδευτική μεταρρυθμιστική ατζέντα περιμένουν οι πολίτες από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μέσα από έναν ανοιχτό, δημόσιο διάλογο.

 

design by netsupport.gr