|
Κουλτούρα και οικονομία
Μυρσίνη Ζορμπά
Η
σχέση
κουλτούρας
και
οικονομίας
αποτελεί
τις
τελευταίες
δεκαετίες
αντικείμενο
συζήτησης
στο
πλαίσιο
της
οικονομικής
ανάπτυξης,
του
πολιτιστικού
τουρισμού,
της
αξιοποίησης
της
πολιτιστικής
κληρονομιάς,
της
πολιτιστικής
βιομηχανίας.
Συζητείται
επίσης
σε
σχέση
με
την
παρέμβαση
του
κράτους
στον
πολιτισμό
και
τις
συνεργασίες
δημόσιου
και
ιδιωτικού
τομέα,
όσον
αφορά
τα
μεγάλα
αναπτυξιακά
προγράμματα
της
ΕΕ
(Β΄
και
Γ΄ΚΠΣ),
τις
χρηματοδοτήσεις
των
αμιγώς
κρατικών
οργανισμών
(θέατρα,
ορχήστρες,
κλπ),
των
ιδιωτικών
ιδρυμάτων
(μουσεία,
οργανισμοί)
και
των
καλλιτεχνικών
σχημάτων.01/03/2006 Σε εθνικό επίπεδο, ο προβληματισμός κατευθύνεται ιδιαιτέρως στην περιφερειακή ανάπτυξη, την απασχόληση, τις τεχνολογίες. Ξεχωριστή βαρύτητα κατέχει ο τομέας των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, τον οποίο, λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής σημασίας του, ορισμένοι επιμένουν να διαχωρίζουν από τον πολιτισμό, αυτονομώντας τον. Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες τον εντάσσουν στο πλαίσιο της πολιτιστικής πολιτικής. Τέλος, διεθνείς οργανισμοί όπως η Ουνέσκο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας αλλά και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (με αναφορά στην απελευθέρωση των οπτικοακουστικών υπηρεσιών), λειτουργούν στην κατεύθυνση της ρύθμισης οικονομικών θεμάτων που αφορούν τον πολιτισμό. Είναι προφανές ότι η ίδια η κοινωνία της πληροφορίας και η λειτουργία του Διαδικτύου, με τον τεράστιο όγκο «περιεχομένου» που συνεπάγεται, οδηγούν σε ακόμη πιο σύνθετη και εντατική σχέση κουλτούρας και οικονομίας. Τα παραπάνω υπονοούν απλώς τους τρόπους και τις διασυνδέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν προσεγγίζουμε τη σχέση κουλτούρας και πολιτισμού, καθώς και το αναπόφευκτο αυτής της σχέσης. Είναι γνωστό ότι η ένταξη της κουλτούρας, μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, στη λογική του διευρυμένου πλαισίου του κεϋνσιανού κράτους πρόνοιας, οδήγησε στη γενικότερη αποδοχή της πολιτιστικής πολιτικής ως δημόσιας πολιτικής και, συνεπώς, στην εγγραφή της στον κρατικό προϋπολογισμό. Ακόμη και κυβερνήσεις με καθαρά φιλελεύθερη πολιτική δεν αρνήθηκαν εντέλει το κοινωνικό αίτημα παρέμβασης στον πολιτισμό. Μάλιστα, τα πολιτιστικά δικαιώματα αποτέλεσαν, με το πέρασμα των δεκαετιών, ένα διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο με σημεία αναφοράς τον εκδημοκρατισμό της κουλτούρας (πρόσβαση και συμμετοχή), την διαφορετικότητα και την πολυπολιτισμικότητα. Παράλληλα, παρατηρήθηκε ραγδαία ανάπτυξη της πολιτιστικής βιομηχανίας, που ανταποκρινόταν στην αυξανόμενη ζήτηση πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, ανάλογη της διεύρυνσης και διαφοροποίησης του κοινού, της κατανάλωσης λαϊκής κουλτούρας, της αύξησης του ελεύθερου χρόνου και της λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης. Έτσι, ενώ αρχικά, το ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που προοριζόταν για την κουλτούρα, όσο μικρό κι αν ήταν, αποτελούσε σημαντικό ποσό σε σχέση με την αγορά και την ιδιωτική κατανάλωση, στη συνέχεια, η οικονομία της αγοράς του πολιτισμού κατέλαβε μακράν την πρώτη θέση. Αυτό συνέβη όχι μόνο στις ΗΠΑ, όπου ήδη από τη δεκαετία του ’30 ο έντονα αναπτυσσόμενος πολιτιστικός ιδιωτικός τομέας, συνεπικουρούμενος από τα πανίσχυρα συνδικάτα, είχε λάβει θέση μάχης προκειμένου να εξασφαλίσει από την Πολιτεία εγγυήσεις ελεύθερης ανάπτυξης και ανταγωνισμού, αλλά και στην Ευρώπη, όπου η κρατική παρέμβαση ήταν διαρκώς παρούσα. Σκιαγραφώντας το εύρος του οικονομικού ορίζοντα της κουλτούρας στην εποχή μας και της συνθετότητας των προβλημάτων που ανακύπτουν, διαπιστώνουμε μια ακόμη φορά την ανάγκη επεξεργασίας ενός σχεδίου διαρθρωτικών μέτρων που θα υπηρετούν την πολιτιστική πολιτική της χώρας, λαμβάνοντας υπόψη και την οικονομική διάσταση, τόσο εντός, όσο και εκτός συνόρων. Διότι, αν η πολιτιστική πολιτική μπορούσε στο παρελθόν να αναζητά τη στρατηγική της προστατευμένη σε μεγάλο βαθμό από τα σύνορα του έθνους-κράτους, κάτι τέτοιο είναι σήμερα ουτοπικό. Το μέσα και το έξω επικοινωνούν και συνδέονται πλέον αμφίδρομα. Γι’ αυτό, όσοι μιλούν για πολιτιστική διπλωματία, θα πρέπει να γνωρίζουν καλά ότι βασικό της προαπαιτούμενο είναι, πριν απ’ όλα, η χάραξη σοβαρής πολιτιστικής πολιτικής στο εσωτερικό της χώρας. Τι μπορείς να εξάγεις, αν δεν παράγεις. Το φυτώριο ανάπτυξης στο εσωτερικό της χώρας και η εξωστρέφεια των πολιτιστικών προτάσεων, αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο, προκειμένου οι πιο δημιουργικές δυνάμεις του τόπου να επικοινωνήσουν με το κοινό τους και να ανοίξουν φτερά για πιο μακριά. Σ’ αυτό το τεύχος φιλοξενούνται τρία κείμενα που ανιχνεύουν τρεις βασικές όψεις της σχέσης οικονομίας και πολιτισμού . Ο Νίκος Χριστοδουλάκης αναφέρεται στον κρατικό προϋπολογισμό και τις πέραν του υπουργείου Πολιτισμού δαπάνες, που διαχειρίζονται άλλα υπουργεία. Αναλύει τις δυνατότητες συντονισμένης διαχείρισης και χρησιμοποίησης πολιτιστικών κριτηρίων, προκειμένου να υπάρξει μεγιστοποίηση του πολιτιστικού αποτελέσματος. Ο Θάνος Μικρούτσικος, αναλύει τις δυνατότητες οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της Πάτρας, με την ευκαιρία της ανακήρυξης της πόλης ως πολιτιστικής πρωτεύουσας. Συνδέει την οικονομία και τις ευκαιρίες απασχόλησης με τον πολιτισμό, χρησιμοποιώντας επίσης άλλα ευρωπαϊκά επιτυχημένα παραδείγματα. Η Λίνα Μενδώνη εκθέτει τα δεδομένα του Γ΄ΚΠΣ για τον πολιτισμό και την πορεία των έργων ως σήμερα. |