Πρωθυπουργείο Πολιτισμού…Ετσι, δίχως πρόγραμμα
Μυρσίνη Ζορμπά
10/11/2005
Η αγαπημένη όλων μας ποιήτρια Κική Δημουλά ζήτησε, αμέσως μετά τις εκλογές από τον πρωθ-υπουργό πολιτισμού να ρίξει μακρύτερα το ακόντιο. Αλίμονο αν οι ποιητές δεν οραματίζονταν έναν κόσμο που θα εμπνέεται από τον πολιτισμό και δεν παρίσταναν πού και πού ότι πιστεύουν στις υποσχέσεις. Με τη σειρά του, ο Κώστας Καραμανλής μίλησε για «προτεραιότητα στον πολιτισμό» και «οραματική πολιτική». Tο έκανε προφανώς ποιητική αδεία. Διότι αρκεί μια ματιά στο κυβερνητικό πρόγραμμα της ΝΔ, επικίνδυνα ερασιτεχνικό για μια χώρα που σχεδίασε και έθεσε σε εφαρμογή το πρωτοφανούς μεγέθους Γ΄ ΚΠΣ για τον Πολιτισμό, για να αντιληφθεί κάποιος ότι η συμβολική χειρονομία του πρωθυπουργού να αναλάβει το υπουργείο Πολιτισμού δε διέθετε τη στοιχειώδη πολιτική, τεχνοκρατική και ιδεολογική βάση. Ήταν κι αυτή μια από εκείνες τις μοιραίες χειρονομίες που συκοφαντούν το συμβολικό, αποσυμβολοποιώντας το.

Στο μεταξύ, ο χρόνος κυλάει και το πολιτιστικό έλλειμμα μοιάζει δυσβάσταχτο. Όχι μόνο το ακόντιο δε λέει να ριφθεί μακρύτερα, αλλά ο ακοντιστής κόπηκε προ πολλού στους προκριματικούς. Διότι, ποιο είναι πριν απ’ όλα το πρόκριμα μιας πολιτιστικής πολιτικής, αν όχι η στοιχειοθέτηση του σχεδίου της, της πολιτιστικής πρότασης που πρέπει να διατυπώσει δημόσια η Πολιτεία προς την κοινωνία και ο ανοιχτός διάλογος μαζί της; Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα αγκαλιάζουν στις μέρες μας όχι μόνο τις τέχνες, τις αξίες, την παράδοση αλλά και τις ταυτότητες, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές της καθημερινής ζωής, τη σχέση με το διπλανό μας, τον ξένο, καθώς και το ευαίσθητο ή παραμορφωτικό φίλτρο της αναπαραγωγής της που ονομάζεται ΜΜΕ, το κενό είναι όντως μεγάλο.

Μπροστά σ’ αυτό το ουσιαστικό κενό πολιτιστικής πολιτικής και σχεδίου, γίνεται ιδιαίτερα αισθητό το βαθύτερο έλλειμμα ηγεμονίας και οράματος μιας πολιτικής παράταξης που ζει απομονωμένη στα αναχρονιστικά πολιτιστικά δόγματα της δεκαετίας του ’60. Μπροστά σ’ αυτό το γεγονός, τα καθημερινά προβλήματα που γεμίζουν τις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων σε σχέση με τις επιδοτήσεις των τεχνών, τις παραιτήσεις, τις αστοχίες των «αντ’ αυτού» στο ΥΠΠΟ, αποτελούν απλώς τα συμπτώματα μιας βαθύτερης κρίσης. Διότι είναι ολέθριες ασφαλώς οι εντάσεις στο χώρο του κινηματογράφου, οι καθυστερήσεις και αστοχίες στα εικαστικά, ο χαμηλότερος προϋπολογισμός των δημοσίων επενδύσεων, οι απολύσεις συμβασιούχων και ο μαζικός διορισμών άσχετων ημετέρων, τα προβλήματα με το προσωπικό του ΥΠΠΟ και, ως αποκορύφωμα, η παταγώδης αποτυχία διαμόρφωσης ενός νέου Οργανισμού του ΥΠΠΟ. Αλλά όλες αυτές οι εμπλοκές δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα να βρουν λύση, όσο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου θα παραμένει χωρίς πυξίδα στόχων και σχεδιασμού, ανυποψίαστη στη θάλασσα των επιμέρους προβλημάτων.

Έτσι, χωρίς πρόταση…

Η αποτυχία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής από τη Ν.Δ. είναι παταγώδης και απειλεί με οπισθοδρόμηση τις δομές και τις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, που πέτυχαν πολλά μέσα από μια πορεία που δεν ήταν ούτε ανέφελη, ούτε αυτονόητη. Δυο βασικές πλάνες του πρωθυπουργού στο διάστημα που μεσολάβησε, υπήρξαν καθοριστικές. Πλάνη πρώτη, ότι οι συμβολικές χειρονομίες αρκούν για να καλυφθεί το έλλειμμα πολιτιστικής πολιτικής. Η ανάληψη του ΥΠΠΟ από τον ίδιο, δημιούργησε προσδοκίες που διαψεύστηκαν γρήγορα. Σποραδικές συναντήσεις με καλλιτέχνες, εξαγγελία Μουσείου στον Αϊ Στράτη, επίκληση του πολιτιστικού προφίλ του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη φιλοτέχνηση μιας κακέκτυπης αγιογραφίας του στο Ηρώδειο, δε μπόρεσαν να καλύψουν τη γύμνια. Πλάνη δεύτερη, ότι η part time απασχόληση και οι πεταχτές συνεργασίες στο ΥΠΠΟ με τους αντ’ αυτού, μπορούν να νοηματοδοτήσουν πολιτιστική πολιτική. Το αποτέλεσμα ήταν χάος και ανταγωνισμός μεταξύ των επιτελών. Το πρόβλημα έλλειψης πολιτιστικής πολιτικής παραμένει και βαθαίνει με λάθος αποσπασματικούς χειρισμούς, απουσία του ιδίου. Μόνο που η απουσία δεν τον απαλλάσσει, αλλά τον καθιστά διπλά υπόλογο μπροστά στην αποτυχία.

Ας πάρουμε τρία τυχαία παραδείγματα από τα πάμπολλα που συμβαίνουν καθημερινά. Πώς αντιμετωπίζεται η παρατηρούμενη μείωση του κοινού των μουσείων; Με μέτρα για την αναγνώριση και προσέλκυση του, διόλου ευκαταφρόνητου, 56% των Ελλήνων που δεν επισκέπτονται ποτέ τα μουσεία, ή των τριών στους τέσσερις που δεν έχουν δει ποτέ παράσταση των κρατικών θεάτρων, τα οποία όμως ως φορολογούμενοι επιδοτούν; Δε βρέθηκε ούτε μια συγκεκριμένη πρόταση του υφυπουργού στη φλύαρη ροή των σχολίων του, που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Πώς αντιμετωπίζεται η καταταλαιπωρημένη χρηματοδότηση των ελληνικών ταινιών; Με προβληματισμό για τις προτιμήσεις του κοινού και την προσέλκυση μέρους των 13 εκατ. θεατών κινηματογράφου της χώρας ετησίως, με επίλυση του προβλήματος καταβολής του 1,5% των εσόδων των τηλεοπτικών σταθμών, με νέες προτάσεις; Απλώς με μείωση και αβάσιμες υπαναχωρήσεις εγκεκριμένων χρηματοδοτήσεων που αφορούν τα 4,5 εκατ. ευρώ που είναι η κρατική επιδότηση. Πώς αντιμετωπίζεται το ζήτημα των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού στον πολιτιστικό τομέα; Με οργανωμένο σχέδιο δράσης του ΤΑΠ (ταμείου αρχαιολογικών πόρων), με δόμηση των προτεραιοτήτων του ΥΠΠΟ και προκηρύξεις; Τίποτε από αυτά, απλώς με προσωπικές εγγυήσεις του ΓΓ του ΥΠΠΟ για το ποιον του ιδιώτη που προτίθεται να κατασκευάσει αντίγραφα αρχαίων αντικειμένων και που… τυχαίνει να τον γνωρίζει από τη Θεσ/κη, όπως διαβάζουμε σε ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας. Είναι φανερό ότι αυτού του τύπου η αντιμετώπιση, τα παραδείγματα της οποίας είναι άπειρα, έχουν προκαλέσει ισχυρό σοκ στο χώρο του πολιτισμού και οδηγούν σε ακύρωση την ίδια την έννοια της (εγχώριας) πολιτιστικής πολιτικής, που είχε αρχίσει να διατυπώνεται τα τελευταία χρόνια ως πολιτική και συλλογική κατάκτηση, ασχέτως αν συμφωνούσε ή διαφωνούσε κάποιος με τις κατευθύνσεις της.

Νέα ατζέντα πολιτιστικής πολιτικής

Με βάση τα παραπάνω, είναι απαραίτητο σήμερα να ανοίξει ένας διάλογος που θα αφορά την καρδιά του προβλήματος, δηλαδή την πολιτική ατζέντα της πολιτιστικής πολιτικής σε κυβερνητικό επίπεδο. Το ότι «ο πολιτισμός αποτελεί προτεραιότητα» είναι σκέτη ρητορεία αν δεν υπάρχουν εγγυήσεις και δεσμεύσεις από την Πολιτεία, τη στιγμή μάλιστα που ο πολιτισμός αφορά, σε τελευταία ανάλυση, όχι μια πολυτέλεια αλλά τη διαμόρφωση της συνείδησης και των ταυτοτήτων των πολιτών, οι οποίοι ζουν στις κοινωνίες μας μέσα σε ένα δραματικά μεταλλασσόμενο νέο περιβάλλον. Η διαφάνεια του πλαισίου και των κριτηρίων υποστήριξης, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, οι πολιτιστικές στατιστικές, η αναζήτηση των καλύτερων πολιτιστικών πρακτικών, η έρευνα του κοινού, είναι μόνο ενδεικτικά προαπαιτούμενα που πρέπει να εκπληρωθούν. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να διερευνηθεί σε βάθος η σύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης με το πεδίο και την αγορά εργασίας του πολιτισμού, ο ρόλος των ΜΜΕ, οι ευκαιρίες για τους δημιουργούς, η σχέση εκπαίδευσης και πολιτισμού, οι δίοδοι επικοινωνίας, προβληματισμού και έκφρασης της νεολαίας, η κοινωνία της πληροφορίας και οι τεχνολογίες.

Έχει παρέλθει η εποχή που η υποστήριξη της πολιτισμικής κληρονομιάς, αφενός, και των υψηλών τεχνών, αφετέρου, αρκούσε για την άσκηση πολιτιστικής πολιτικής. Κάτι τέτοιο ίσχυε στις ευρωπαϊκές χώρες ως τη δεκαετία του ’60 αλλά, στη συνέχεια, η ανάπτυξη της αγοράς και της πολιτιστικής βιομηχανίας, η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου των ΜΜΕ, τα κινήματα των νέων, η μαζική κατανάλωση πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών και οι αλλαγές που επέφεραν οι νέες τεχνολογίες, υποχρέωσαν τις κυβερνήσεις να διευρύνουν και να ανανεώσουν την ατζέντα της πολιτιστικής πολιτικής με την υιοθέτηση ρυθμίσεων, μέτρων και παρεμβάσεων που αφορούσαν ένα μεγαλύτερο και πιο σύνθετο φάσμα στόχων. Έτσι, γίναμε μάρτυρες της γεφύρωσης παρελθόντος και παρόντος με την επισκεψιμότητα και εναλλακτική χρήση ιστορικών χώρων και μνημείων, την ανανέωση των μουσείων και την προσπάθεια προσέλκυσης επισκεπτών, τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού της κουλτούρας στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας, την αναγνώριση της πολυπολιτισμικότητας, τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά.

Οι αλλαγές που αφορούσαν, στη συνέχεια, το διεθνές εμπόριο και την οικονομική ανάπτυξη, την ψυχαγωγία, την πολιτιστική βιομηχανία και τη μαζική κουλτούρα, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το διάλογο των πολιτισμών κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οδήγησαν σε αναγκαστική αναδιάταξη του πλαισίου της πολιτιστικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις, στο βαθμό που δεν αποτελούν πλέον το αποκλειστικό υποκείμενο παραγωγής, αναπαραγωγής και υποστήριξης της εθνικής κουλτούρας και ταυτότητας, αλλά υποχρεώθηκαν να συνυπάρχουν με την ολοένα μεγαλύτερη, εν πολλοίς διεθνοποιημένη, πολυεπίπεδη και μαζική αγορά πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, έχασαν το μονοπώλιο και υποχρεώθηκαν να αλλάξουν ρόλο και προτεραιότητες. Καταβάλλοντας προσπάθεια να στραφούν ολοένα περισσότερο στην πολυφωνία των αναγκών των πολιτών και λιγότερο στην παραγωγή, υποχρεώθηκαν να επιδοθούν σε μια δημόσια πολιτική που περιείχε μεγάλο αριθμό ρυθμίσεων.

Ως συμπέρασμα των παραπάνω, προκύπτει η ανάγκη να εξετάσουμε κάτω από τις νέες συνθήκες τους δεσμούς της πολιτιστικής πολιτικής με τα πεδία με τα οποία αυτή συναρτάται, καθώς και όσα της έχουν επιβληθεί από τις εξελίξεις. Οι νέοι συσχετισμοί που προκύπτουν για το εθνικό κράτος στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη εξέτασης του δεσμού οικονομίας και πολιτισμού και, κατά συνέπεια, την πολιτιστική βιομηχανία, τις διεθνείς ροές πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και τη σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κάτω από το φως των νέων δεδομένων. Παράλληλα, σημαντικές αλλαγές επιφέρουν η εξέλιξη των τεχνολογιών, η οικονομία και κοινωνία της γνώσης, ο νέος ρόλος της εκπαίδευσης, η επίδραση των ΜΜΕ, οι παράγοντες διαμόρφωσης της μαζικής κουλτούρας και η πολιτιστική ανάμειξη με τις χιλιάδες των μεταναστών. Δε θα περίμενε ασφαλώς κανείς να υπάρξει μια δημόσια πολιτιστική πολιτική ιδιαίτερα ευαίσθητη στο δικαίωμα των πολιτών για πολιτισμό από μια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση. Ωστόσο, ο αυτοσχεδιασμός και η ασυνέπεια δεν ονομάζονται νεοφιλελευθερισμός, αλλά ερασιτεχνισμός. Σε κάθε περίπτωση, δε μπορεί σήμερα το ελληνικό υπουργείο πολιτισμού να αγνοεί το σύγχρονο ευρωπαϊκό περιβάλλον και την πολιτική ατζέντα που επιβάλλουν οι ανάγκες της ίδιας της χώρας και η διεθνής παρουσία της.


Η Ελλάδα του πολιτισμού, είναι η Ελλάδα του σήμερα, με όλες τις ζωντανές δυνάμεις και τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Μοιάζει ειρωνεία ή, μάλλον, απειλή η μετάθεση του πρωθυπουργού σε μια «Ελλάδα του μέλλοντος».
 

design by netsupport.gr