|
Τι μπορεί να μας γεννήσει πλούσια
συναισθήματα;
Μυρσίνη Ζορμπά
Στην πιο δύσκολη φάση της Μεγάλης Κρίσης
του ’29 στην Αμερική, κι ενώ η κυβέρνηση
Ρούσβελτ προσπαθούσε να εφαρμόσει ένα
Ομοσπονδιακό Σχέδιο για την υποστήριξη
των Τεχνών, αρκετοί Αμερικανοί
καλλιτέχνες έβλεπαν στο κίνημα των
τοιχογραφιών του γειτονικού Μεξικού τη
δυναμική μιας νέας δημοκρατικής,
ριζοσπαστικής τέχνης. Ένας γνωστός
ζωγράφος της εποχής, έστειλε μάλιστα
στον Αμερικανό πρόεδρο ένα γράμμα
σχετικά με το κίνημα αυτό, στο οποίο
πρωταγωνιστούσαν ο Ντιέγκο Ριβέρα, ο
Σικουέιρος και ο Ορότσκο,
υπογραμμίζοντας ότι πρόκεται για μια
ζωγραφική που είναι ικανή να μας
οδηγήσει «να ανακαλύψουμε πλούσια
συναισθήματα στον ιστό της ιστορίας του
τόπου μας». Οι Αμερικανοί καλλιτέχνες
που κλήθηκαν αυτές τις μέρες να μιλήσουν
για τον Μπαράκ Ομπάμα στις εφημερίδες,
τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις,
εξέφραζαν, τηρουμένων των αναλογιών, μια
παρόμοια διάθεση, συνοψίζοντας την
ευρύτερη προσδοκία και ανάγκη που υπήρχε
διάχυτη στην Αμερικάνικη κοινωνία: την
επανασύνδεση των συναισθημάτων τους με
την πολιτική και τη δημόσια σφαίρα. Αυτή
η σχέση, που είχε από καιρό διακοπεί,
αποθαρρυμένη από τον πολιτικό κυνισμό
και την παραβίαση βασικών κανόνων της
δημοκρατίας, σε μια χώρα που βρέθηκε το
τελευταίο διάστημα να διεξάγει δύο
πολέμους και να διατηρεί ένα στρατόπεδο
βασανιστηρίων όπως το Γκουαντάναμο,
διεκδικήθηκε και κερδήθηκε από τους
πολίτες της με την εκλογή του νέου
Προέδρου. Όσο κι αν η φυλετική ισότητα
μαζί με την υπεράσπιση των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων θεωρούνται κεκτημένο στις
πολιτικά ορθές Ηνωμένες Πολιτείες, η
κοινωνική ενέργεια που εκλύθηκε με την
εκλογή του Ομπάμα έμοιαζε με ένα βαθύ
στεναγμό ανακούφισης που δεν κατάφερνε
να κρυφτεί. Όταν ένας μαύρος εκλέγεται
πρόεδρος της χώρας, τότε και οι πολίτες
μπορούν να πιστέψουν ότι η ρητορική της
φυλετικής ισότητας είναι δυνατόν να έχει
αληθινό περιεχόμενο και νόημα. Πάνω σ’
αυτή τη συλλογιστική, στο μικρό χρονικό
διάστημα που μεσολάβησε από την εκλογή
του νέου Προέδρου, έχει χτιστεί ένα
ολόκληρο οικοδόμημα προσδοκιών, που
ξεκινούν από την αντιμετώπιση της
ανεργίας και το χειρισμό της οικονομικής
κρίσης και περνούν από το κλείσιμο του
Γκουαντάναμο, την κοινωνική ασφάλιση,
την εκπαίδευση, το περιβάλλον και την
ενέργεια, την κρίση στη Μ. Ανατολή. Στα
πανεπιστήμια, στα καφέ και τις
καθημερινές επαφές, η νέα πολιτική
ατζέντα βρίσκεται στο κέντρο των
συζητήσεων όλων, καθώς θα δείξει τις
προτεραιότητες και τους τρόπους λύσης
των προβλημάτων που θα προτείνει η νέα
διακυβέρνηση, αλλά επίσης θα αναδιατάξει
την ιδιαίτερη σχέση των πολιτών με τη
δυναμική των νοημάτων και την
πολλαπλότητα των ταυτοτήτων που υπάρχουν
σ’ αυτή τη χώρα. Σε μια επίσκεψη στα
κινηματογραφικά στούντιο της Universal,
παρατηρούσα την Όπρα Γουίνφρι να
παρουσιάζει από τη γιγαντοοθόνη την
περίφημη οικογένεια Σίμσον, που εξαπέλυε
την καυστική κοινωνική της σάτιρα πάνω
σε μικρούς και μεγάλους -και σκεφτόμουν
πόσο αυτή η ίδια σάτιρα κι αυτή η ίδια
Όπρι, που υποστήριξε με όλη της την
πειθώ τον Ομπάμα, δεν είναι οι
συμπληρωματικές όψεις του ίδιου
νομίσματος: μιας πολιτικής που πρέπει να
αλλάξει και μιας κοινωνίας που ξέρει να
αυτοσαρκάζεται. Κοιτώντας την Ευρώπη από
τη μεριά του Ατλαντικού, κατανοεί κανείς
εύκολα γιατί αυτές τις μεταβατικές μέρες
του Δεκεμβρίου και του Ιανουαρίου,
αρκετοί Αμερικανοί σχολιαστές
επισήμαιναν στα άρθρα τους την αξία της
παράδοσης, που θέλει τις ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις να μεριμνούν για τη φτώχεια,
την υγεία, την εκπαίδευση και το
περιβάλλον, με μια λέξη την κοινωνική
παρεμβατική πολιτική. Το γενικευμένο
αίσθημα ανακούφισης με το οποίο ωθήθηκε
προς την έξοδο η κυβέρνηση του Μπους
στις τελευταίες της μέρες, δεν
μαρτυρούσε μια απλή αλλαγή σελίδας, αλλά
το βαθύ σκεπτικισμό απέναντι στις
νεοφιλελεύθερες λογικές που κυριάρχησαν,
συνοδευόμενο από την αρχή ενός διαλόγου
που προωθούσε την επιχειρηματολογία ενός
εντελώς διαφορετικού πλαισίου
διαχείρισης του κράτους και των
κοινωνικών προβλημάτων. Δείγμα πως η
Ευρώπη άρχισε να παίρνει την εκδίκησή
της απέναντι στις παλιότερες ειρωνείες
για κρατικισμό και παραδοσιακή κοινωνική
διακυβέρνηση; Είναι μάλλον νωρίς για να
διακινδυνεύσει κανείς μιαν άποψη.
Συνεχίζοντας το ταξίδι προς τη νότια
γειτονιά των Ηνωμένων Πολιτειών, η
οπτική για την Ευρώπη αλλάζει κι άλλο,
ένας αέρας κοινότητας πνέει με
μεγαλύτερη ευκολία κατανόησης. Στο
Μεξικό, λ.χ., οι συζητήσεις με ντόπιους
φίλους, περιείχαν πάντοτε αυτονόητα τη
σκληρή κριτική των μεταποικιακών σπουδών
απέναντι στο λεηλατημένο παρελθόν της
χώρας από τους Ευρωπαίους κατακτητές
και, παράλληλα, ένα άρωμα κοινωνικού
διαλόγου, βασισμένου σε δημοκρατικές
παραδοχές και νοήματα, που έχουν
παραχθεί από ένα ρεύμα διανοουμένων και
αποτελούν κοινή κληρονομιά για τους
αριστερούς και προοδευτικούς ανθρώπους
όλου του κόσμου. Το ίδιο κλίμα
επικρατούσε και στα μουσεία
ανθρωπολογίας και μοντέρνας τέχνης που
επισκέφθηκα. Η προκολομβιανή κουλτούρα
της χώρας, πλούσια και ποικιλόμορφη,
φαινόταν να αρδεύει τις κοινότητες και
τις περιοχές των αυτόχθονων, αποτελώντας
πηγή αντίστασης, εξέγερσης και εντέλει
συγκριτισμού, όταν η επιβολή του νέου
καθεστώτος και της κουλτούρας των
κατακτητών ολοκληρώθηκε. Το Μουσείο
Ανθρωπολογίας της Πόλης του Μεξικού
είναι ένα υπόδειγμα εκπαιδευτικής και
ψυχαγωγικής λειτουργίας, που τολμάει να
θίξει πολλά από τα ευαίσθητα ζητήματα
ταυτότητας και ανάπλασης του παρελθόντος
με ευθύ και τολμηρό τρόπο, χωρίς να
φοβάται μην παρεξηγηθεί για έλλειψη
πατριωτισμού. Αλλά αυτό που κυριολεκτικά
με εντυπωσίασε, ήταν η έκθεση του
Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της πόλης του
Μεξικού, με τίτλο Dissidencias
Compatibles. Στην έκθεση ήταν παρούσα η
συνάντηση της ευρωπαϊκής παράδοσης με τη
ρητορική του καλλιτεχνικού εθνικισμού, ο
συνδυασμός της εθνικής περηφάνιας και
του ξένου θαυμασμού, η ιδεοληψία της
μοναδικότητας, η διαφορετικότητα και ο
εξωτισμός, ο αθώος, άγριος και
αδικημένος κόσμος και τα σύμβολα της
πολιτισμικής κληρονομιάς που διαμόρφωσαν
την εικόνα του Μεξικού ως τα μέσα του
20ού αιώνα. Αντιστάσεις, ταυτότητες,
αντιφάσεις, συμβιβασμοί, ήταν το
εννοιολογικό πλαίσιο αυτής της έκθεσης
που δεν χάραζε διαχωριστικές γραμμές,
δεν καθαγίαζε, δεν ιεραρχούσε, αλλά
πρόσφερε πλούσιο εννοιολογικό υλικό
στους εκατοντάδες νέους ανθρώπους που
συνωστίζονταν στις αίθουσές της. Ναι,
υπήρχαν όλα τα μεγάλα ονόματα, μερικά
γνωστά και τα περισσότερα άγνωστα σε
μας, όπως υπήρχαν και πίνακες της Φρίντα
Κάλο, πώς θα γινόταν χωρίς! Πάνω απ’
όλα, όμως, υπήρχε ο συνειδητός στόχος
των οργανωτών: «να ανακαλύψουμε πλούσια
συναισθήματα στον ιστό της ιστορίας του
τόπου μας». Βγαίνοντας από το Μουσείο
έφερα στο νου μου τις τεράστιες
τοιχογραφίες του Ριβέρα και του
Σικουέιρος που είχα δει την προηγούμενη
μέρα στο Palacio Mayor, από τις οποίες
παρήλαυνε όλη η προαποικιακή, αλλά και η
επαναστατική ιστορία του Μεξικού, με τον
Ζαπάτα και τον Πάντσο Βίλλα αλλά και τον
Μαρξ και τον Ένγκελς. Σκέφτηκα πως με
ανάλογα υλικά και με παρόμοιους τρόπους,
μέσω της πολιτικής ή της κουλτούρας, ένα
είναι εντέλει το ζητούμενο: να
ανακαλύψουμε πλούσια συναισθήματα στον
ιστό της ιστορίας του τόπου μας. Αυτό,
στην περίπτωσή μας, είναι κάτι παραπάνω
από αναγκαίο και επείγον. 30/01/2009 |