Πανω στα «βράχια» της
αλληγορίας
Μυρσίνη Ζορμπά
29/02/2008
Θέατρο
Φ. Ντοστογιέφσκι
Η ήμερη, θέατρο
της οδού Κυκλάδων
Ευγένιος Ο’ Νιλ
Το μακρύ ταξίδι της
μέρας μέσα στη νύχτα, Απλό
θέατρο
Λαέρτης Βασιλείου
Ένας στους δέκα,
Θέατρο Νέου Kόσμου
Βιβλίο
Τάσος Γιαννίτσης
Το ασφαλιστικό (ως
ορφανό πολιτικής) και μια
διέξοδος, Πόλις, 2007
Μουσική
Γιάννης Αγγελάκας, Νίκος
Βελιώτης
Πότε θα φτάσουμε εδώ
Η Ήμερη του Ντοστογιέφσκι, σε
μετάφραση, σκηνοθεσία και με
πρωταγωνιστή τον Λευτέρη
Βογιατζή, ανασαίνει στο ρυθμό
των ημερών. Γράφει ο
Ντοστογιέφσκι: «Φανταστείτε ένα
σύζυγο -και σ’ ένα τραπέζι απάνω
να κείτεται η γυναίκα του που
αυτοκτόνησε- πάν’ κάτι ώρες,
πηδώντας από το παράθυρο. Είναι
ανάστατος, δεν μπορεί να μαζέψει
το μυαλό του. Πηγαινοέρχεται από
τη μια κάμαρα στην άλλη,
πασχίζοντας να συλλάβει το τι
έγινε... Παρότι ο λόγος του
φαινομενικά έχει συνοχή, οι
αντιφάσεις ανάμεσα στη λογική
και το συναίσθημα, είναι
απανωτές...» Στη διάρκεια της
παράστασης, ο πρωταγωνιστής, τα
βίντεο και οι σκιές, μέσα από
τους τοποθετημένους πάνω στη
σκηνή καθρέφτες, μετέφεραν την
απεγνωσμένη προσπάθεια ενός
ανθρώπου να μαζέψει τα θραύσματα
του εαυτού του, να συνδέσει τα
κομμένα νήματα, να συλλάβει το
ακατανόητο που του συνέβη, να
ανασυνθέσει τη διαδρομή μέσα από
την οποία έφτασε ως αυτό το
ανεπανόρθωτο εδώ η ζωή του. Τον
παρακολουθήσαμε να φέρνει και να
ξαναφέρνει στο νου τα μυστικά,
τις μύχιες σκέψεις, τις πράξεις
και τις κρυφές επιθυμίες που τον
οδήγησαν στη μοιραία κατάληξη.
Νιώθει ένοχος για την αυτοκτονία
της γυναίκας του, ζει έναν
εφιάλτη. Αλλά, αυτόν τον καιρό,
δεν είναι μόνο ο πρωταγωνιστής
του Ντοστογιέφσκι που ζει έναν
τέτοιο εφιάλτη στη σκηνή. Στην
πολιτική σκηνή, επίσης, ο
εφιάλτης στον οποίο έχει
μετατραπεί το «πολιτιστικό
όραμα» του πρωθυπουργού, δεν
ταράζει μόνο τα δικά του όνειρα
αλλά, δυστυχώς, και τα δικά μας,
καθώς τα θαύματα που είχε
υποσχεθεί η ΝΔ αποδείχθηκαν πολύ
γρήγορα σκοτεινές αποκαλύψεις με
ακραίες συνέπειες.
Αυτή την εποχή, όσο και αν
προσπαθεί κανείς να παρακάμψει
τη δυσάρεστη πολιτική
επικαιρότητα, τόσο τη βρίσκει
μπροστά του, στους πιο απίθανους
τόπους. Σε σελίδες βιβλίων, στο
θέατρο, στη μουσική, το σινεμά.
Μεταφορές και αντιστίξεις, σαν
να συνωμοτούν, για να
επαναφέρουν διαρκώς στο νου το
πολιτικό σκηνικό. Το
«πολιτιστικό» μας καταφύγιο,
αυτός ο ου-τόπος, σταθερός
συνήθως ενδιάμεσος σταθμός
μεταξύ καθημερινότητας και
ονείρου, μας πετάει αυτόν τον
καιρό με φόρα πάνω στην πολιτική
συγκυρία. Σαν να έχει αδρανήσει
η δύναμη της μεσολάβησής του και
πάμε και πέφτουμε κατευθείαν στα
βράχια της αλληγορίας. Οι
πρωταγωνιστές του Ντοστογιέφσκι,
του Ο’ Νιλ, του Κουτσί, αντί να
σε παρασύρουν στο δικό τους
κλίμα, σου ξυπνούν
αντανακλαστικά για την
κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, τη
χώρα, τον πρωθυπουργό, την
αφόρητη κατάσταση με τα απανωτά
σκάνδαλα και στο βάθος...σκοτάδι.
Η ατμόσφαιρα των όσων συμβαίνουν
θυμίζει το κλασικό Ταξίδι
μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα,
που παίζεται φέτος στο Απλό
θέατρο. Εκεί, μέσα από τον
οδυνηρό σπαραγμό των συγκρούσεων
μιας οικογένειας, έρχονται στο
φως τα τραύματα που πιέζουν με
αυτοκαταστροφική εμμονή και
απελπισμένη δίψα για λύτρωση.
Μια σκοτεινή πυκνή νύχτα, μια
κρίση που την τροφοδοτεί η
αδυναμία, η παραλυσία της
θέλησης, ο εγωκεντρισμός, η
απομόνωση από τον έξω κόσμο, η
αποτυχία. Η Οικονομίδου, ο
Καταλειφός, ο Κούρκουλος κι ο
τρυφερά εύθραυστος ονειροπόλος
Κώστας Βασαρδάνης, ξεγύμνωσαν
στη σκηνή την αυτοβιογραφική
ιστορία του Ο’ Νιλ, γεμάτη με
τρομακτικά οικογενειακά μυστικά,
ψέματα και αυταπάτες, φρούδες
ελπίδες. Λίγο αργότερα, μπροστά
σε ένα ποτήρι κρασί, η παρέα
συμφώνησε ότι το σκοτεινό δράμα
της ζωής και η ομίχλη που
περιέβαλλε τους ήρωες, έμοιαζαν
πολύ με τη θολή πολιτική
κατάσταση. Μια κατάσταση νοσηρή,
μέσα στην οποία κινδυνεύει να
χαθεί η πολιτική αξιοπιστία και
οι κατακτήσεις των προηγούμενων
ετών, συμπαρασύροντας μαζί τη
συνοχή και τα ίχνη κοινωνικής
αλληλεγγύης που έχουν απομείνει.
Κάποιος από τους φίλους έκανε
λόγο το ίδιο βράδυ γι’ αυτή την
αίσθηση της κοινότητας, τον
ελάχιστο κοινό παρονομαστή που
χρειάζεται μια κοινωνία, μέσα
έστω στις συγκρούσεις και τις
ανισότητές της, για να
λειτουργεί. Έναν παρονομαστή που
διατηρείται μέσα από την
πολιτική προσδοκία μιας
δικαιότερης κοινωνίας κι ενός
καλύτερου αύριο για όλους. Αλλά
ποιους όλους;
Τουλάχιστον Ο ένας στους δέκα
δεν μπορεί να ανήκει στους
όλους, αφού ανήκει στους άλλους,
στον πληθυσμό των μεταναστών,
λέει ο Λαέρτης Βασιλείου, στο
θέατρο του Νέου Κόσμου. Με
μαρτυρίες της δεύτερης γενιάς
των μεταναστών συμπολιτών μας, η
παράσταση μιλάει με οικονομία
και μετριοπάθεια για το ταξίδι
τους προς εμάς, για το φόβο και
την απόσταση, την άρνηση, τα
ανταλλάγματα, τις διακρίσεις,
την εκμετάλλευση και τον
εξευτελισμό, την κρατική
γραφειοκρατία και διαφθορά. Οι
τρεις ηθοποιοί παίζουν στο έργο
σαν να το ζουν σε επανάληψη μιας
γνωστής βιωμένης
πραγματικότητας. Δαβίδ Μαλτέζε,
Κρις Ραντάνοφ, Ένκελεντ
Φεζολλάρι, γήινοι και ευαίσθητοι
ταυτόχρονα, υπαινίσσονται με
λεπτότητα μια πραγματικότητα που
όλοι ξέρουμε ότι είναι πολύ
χειρότερη από αυτήν που
αποστασιοποιημένα παρουσιάζουν
με σαρκασμό και χιούμορ.
Αλλά σ’ αυτό το 10% των άλλων,
νιώθω την ανάγκη να προσθέσω και
το 20% των άλλων, των Ελλήνων
που ζουν κάτω από τα όρια της
φτώχειας - κι ας ξέρω πως δεν
είναι θέμα αριθμών, αλλά
ανθρώπων που η ζωή τους δεν
μπορεί να προστεθεί σε ποσοστά,
γιατί εδώ διακυβεύεται κάτι πιο
προσωπικό και πολύτιμο: η
ανθρώπινη αξιοπρέπεια των
ανέργων, η απελπισία των
γερόντων, η χωρίς προοπτική ζωή
παιδιών. Μαζί τους, μπαίνει
επίσης σε δοκιμασία η δομή
αίσθησης μιας κοινωνίας που δεν
καταφέρνει να είναι δίκαιη, που
παραμερίζει αξιοπρέπεια,
κοινωνική αλληλεγγύη και κράτος
πρόνοιας σε έναν άγριο κι
ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό. Είναι
κάτι που το βλέπει κανείς στην
ολοένα μεγαλύτερη ανισότητα, από
το φορολογικό σύστημα ως το
ασφαλιστικό, στα προνόμια που
αντί να καταργούνται γίνονται
πιο απαιτητικά και πιεστικά,
στην κατανομή των κονδυλίων του
προϋπολογισμού, στην αδιαφάνεια
και τη διαφθορά, στην έλλειψη
αξιοκρατίας.
Στο δυνατό και έντιμο βιβλίο του
για το ασφαλιστικό σύστημα, ο
Τάσος Γιαννίτσης γράφει ότι
«κανένα μεγάλο πρόβλημα δεν
μένει άλυτο. Αν δεν λυθεί από το
πολιτικό σύστημα και τις
ενδιαφερόμενες κοινωνικές
δυνάμεις, το λύνει με σκληρό
τρόπο η ίδια η πραγματικότητα.
Μόνο που τέτοιες λύσεις θα είναι
πολύ πιο επώδυνες για όσους τις
υποστούν. Και θα είναι ακόμα πιο
επώδυνες αν τις χειριστεί
πολιτικά μια συντηρητική –
φιλελεύθερη κυβέρνηση, η οποία
θα εναποθέσει σε μηχανισμούς της
αγοράς -που συχνά είναι και
μηχανισμοί διαφθοράς- την
επίλυση.» Είναι κάτι που το
βλέπουμε πια να συμβαίνει στην
καθημερινή πράξη της νέας
διακυβέρνησης. Τα συμφέροντα
καλύπτονται πίσω από μισές
αλήθειες και παραπλανητικές
λύσεις, οι περίφημες
μεταρρυθμίσεις δεν είναι παρά η
παραχώρηση του δημόσιου πλούτου
σε φίλους, ενώ η αναλγησία
απέναντι στα πιο αδύναμα
στρώματα του πληθυσμού, αποτελεί
τον νέο κανόνα. Το βλέπουμε να
συμβαίνει στο ασφαλιστικό, στην
υγεία, στη συνολική φιλοσοφία
διαχείρισης των δημόσιων
πραγμάτων από τη ΝΔ. Όμως ο
Γιαννίτσης ξέρει σε βάθος και
δεν διστάζει να πει την αλήθεια
που αφορά όχι μόνο τον αντίπαλο,
αλλά και τη δική μας πλευρά, την
ευθύνη του προοδευτικού χώρου:
«Ο προοδευτικός χώρος αρνείται
να αντιμετωπίσει τα δύσκολα
προβλήματα της σύγχρονης
πραγματικότητας. Εγκαταλείπει
όλες τις κρίσιμες αποφάσεις στον
συντηρητικό χώρο, και αυτό δεν
αφορά μόνο το ασφαλιστικό. Αφορά
τα περισσότερα μεγάλα ζητήματα
που απαιτούν θυσίες σήμερα,
προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα
καλύτερο μέλλον, ζητήματα όπως η
ενέργεια, η υγεία, η εκπαίδευση.
Το αποτέλεσμα είναι η κοινωνία
να βγαίνει χαμένη. Γιατί, για
τις λύσεις στα πεδία αυτά, οι
μεν συντηρητικές πολιτικές
δυνάμεις προσφεύγουν στην αγορά,
ο δε προοδευτικός χώρος, στην
αδράνεια. Και στις δύο
περιπτώσεις, το αποτέλεσμα για
την κοινωνία είναι
απογοητευτικό.» Εδώ βρίσκεται
σήμερα το αδύνατο σημείο μας,
που οδηγεί τις δυνάμεις της
κεντροαριστεράς στην παραλυσία
και την αδυναμία.
Πότε θα φτάσουμε εδώ/Δεν έχει
δρόμο πιο μακρύ πιο δύσκολο απ’
αυτόν/μία στο μέλλον μας γυρνάει
μια μας πετάει στο παρελθόν/πότε
θα φτάσουμε λοιπόν πότε θα
φτάσουμε εδώ… τραγουδάει φέτος ο
Αγγελάκας. Εδώ, όπου πρέπει να
δοθούν οι απαντήσεις, να βρεθεί
η ενέργεια, το σχέδιο και η
αξιοπιστία. Εδώ, όπου πρέπει να
αποκρούσουμε τις επιθέσεις μιας
συντηρητικής πολιτικής που
απειλεί την κοινωνική συνοχή και
ό,τι ως τώρα κατάφερε η χώρα και
οι πολίτες με θυσίες. Εδώ, όπου
δεν αρκούν οι διακηρύξεις, αλλά
πρέπει να αποδειχθεί τι είναι
προοδευτικό και πώς θα το
πετύχουμε.