Ποιοι αλήθεια είμαστε; Ούτε GRECO ούτε ΝΟΝΟΣ
Μυρσίνη Ζορμπά
18/12/2007

Γιάννης Σμαραγδής

El Greco

Όλγα Μαλέα - Νίκος Παπανδρέου

Πρώτη φορά νονός


Βλέπω τον Greco του Σμαραγδή σε μια κατάμεστη από κόσμο αίθουσα, εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια μέσα σε λίγες εβδομάδες, το έργο βλέπεται ευχάριστα, πλούσιο σε εικόνες και χρώματα, μεγάλη παραγωγή χολιγουντιανού τύπου. Στην τηλεόραση, σκηνές από την πρεμιέρα, συνεντεύξεις του σκηνοθέτη που μιλάει για το… θαύμα (πάλι καλά, οικονομικό και όχι θρησκευτικό) μιας τόσο μεγάλης παραγωγής, φώτα και δημοσιότητα, glamour με βασιλικό βελούδο και ατλαζένιους ποδόγυρους, ρίγη εθνικής υπερηφάνειας, πρωθυπουργική παρουσία.

Βλέπω το Πρώτη φορά νονός, δεν πέφτει καρφίτσα στην αίθουσα, η ταινία γεμάτη τρυφερότητα και χιούμορ. Διαβάζω στις εφημερίδες ότι την ταινία είδε και σύσσωμη η οικογένεια Παπανδρέου, δηλώσεις του μεγάλου αδελφού Γιώργου «μια ωραία κωμωδία με την οποία περνάς καλά», συνεντεύξεις του συγγραφέα Νίκου επικεντρωμένες περισσότερο στον εσωκομματικό προεκλογικό αγώνα του πρωτότοκου παρά στην ταινία, που έτσι κι αλλιώς μιλάει μόνη της αυτές τις κρίσιμες ώρες για τα αθώα παιδιά του ιδρυτή, που κινδυνεύουν να μείνουν άκληρα. Πέρα όμως από το παιχνίδι της συγκυρίας («η ταινία δώρισε στον Γιωργάκη τουλάχιστον 10% στην εσωκομματική αναμέτρηση», άκουσα κάποιον να υποστηρίζει), η παλιά μας φίλη Όλγα Μαλέα κατάφερε να φτιάξει ένα σινεμά που αγγίζει και συγκινεί, να ρίξει φως στα τραύματά μας χωρίς να μας κάνει να ντρεπόμαστε ή να πονάμε, μόνο έτσι, απλά κι ανθρώπινα να δείχνει ποιοι ήμαστε.

Αλήθεια, όμως, ποιοι είμαστε τώρα; Greco ή νονός -ή μήπως κάτι άλλο; Ανάμεσα στην επίδραση που είχαν πάνω μου οι δυο ταινίες, συλλογίζομαι ότι η τύχη το έφερε να στέκουν απέναντι διεκδικώντας την προσοχή μας, όχι μόνο στις αίθουσες, αλλά κάπου πιο βαθιά μέσα μας, σε αυτό που αναζητούμε ως ταυτότητά μας. Οι δύο αρχηγοί, Καραμανλής και Παπανδρέου, βρέθηκαν κι αυτοί στις κινηματογραφικές αίθουσες ανάμεσα στο πόπολο, χρωματίζοντας κατά κάποιο τρόπο τις δύο ταινίες, όχι βέβαια με τον παλιό ιδεολογικό τρόπο, αλλά με αυτό το νέο-μείγμα-δημοσίων-σχέσεων-χρηματοδότησης-κέντρου-κινηματογράφου - οικογενειακο-φιλική-ατμόσφαιρα- τέχνη-τσάι-και-συμπάθεια-παρελθόν-παρόν- και-ελληνικότητα-εις-το-διηνεκές.

Μεγάλο μπλέξιμο, αλλά η επίμονη φωνή επαναλαμβάνει την ερώτηση, αλήθεια ποιοι είμαστε; Χαμένοι στους δαίδαλους του ασφαλιστικού, της Ολυμπιακής, του εκπαιδευτικού, της ακρίβειας, της ανόδου του πετρελαίου, της αλλαγής του εκλογικού νόμου, της υπογενετικότητας, των κάκιστων βαθμών που μας βάζει ο ΟΟΣΑ, της βίας των άθλιων υποκειμένων κάθε τόσο κατά των ξένων μεταναστών, της μαγκιάς των φοιτητοπατέρων, άραγε βρίσκουμε έναν τόπο να σταθούμε για να κινήσουμε τη γη, ή ζαλισμένοι ψάχνουμε την ανακούφιση ανώδυνων εξηγήσεων;

Ο Greco, ένας Ζορμπάς πριν από τον Ζορμπά, μας γνέφει από την ταινία θυμίζοντάς μας τη δύναμη του Έλληνα, το μεγαλείο της φυλής, την υπεράσπιση της αρετής, την αποκοτιά του «μόνος-εναντίον-όλων», εντέλει την επιτυχία και τη νίκη. Ο νονός, απέναντι, μικρός, τρυφερός και αθώος, καταδεκτικός μπροστά σε μια πραγματικότητα που ξέρει πως δεν είναι του επιπέδου της κουλτούρας του, αλλά έχει υποχρέωση να τη διαχειριστεί, καταφέρνει τελικά να της επιβληθεί, να βγει από κει παρά τις αντιξοότητες, καθαρός, αλώβητος, πετυχημένος και νικητής κι αυτός.

Τόσο διαφορετικοί και τόσο πετυχημένοι και οι δύο. Μαχητικοί, επίμονοι, αλλά, κυρίως, δύο ελληνόπουλα που νικούν στον αγώνα τους, παρά τα χτυπήματα της μοίρας ή την αρνητική συγκυρία. Ο θρίαμβος της νίκης δεν είναι στις μέρες μας όπως άλλοτε, επικός, μόνο ξένοι μπορούν να αναπαριστούν πια τους Έλληνες σαν τον Λεωνίδα. Η νίκη στην ιθαγενή εκδοχή της, είναι τώρα πιο προσγειωμένη, αδελφούλα της επιτυχίας, προσαρμοσμένη σε μια μεσαία ένταση, φαίνεται πως όλοι έχουν αντιληφθεί την κρίσιμη σημασία του μεσαίου χώρου στον οποίο, άλλωστε, οι περισσότεροι ανήκουμε.

Θετικό το βρίσκω, τουλάχιστον σε σχέση με τις παλιότερες επικές θριαμβολογίες, αλλά κάτι μου λείπει από το σκηνικό. Μου λείπει η αγωνία των παικτών, η αναζήτηση των πραγματικών όρων, η συνειδητοποίηση των ασύμμετρων μεγεθών, ο υπολογισμός και η σύγκριση της ανάγκης και, πάνω απ’ όλα, μου λείπει η ίδια η αποτυχία, το ενδεχόμενο και η πραγματικότητά της ως απόδειξη ανθρώπινης αντοχής και αναστοχασμού, ως συλλογικός κοινωνικός δείκτης. Η αποτυχία ως παράμετρος, που με τη συνειδητοποίησή της μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική αλληλεγγύη, στην πολιτική συνειδητοποίηση, εντέλει, στην πιο ενιαία εικόνα της κοινωνίας μας και στη συλλογική μας αίσθηση. Αναπολώ τις κυβερνήσεις Σημίτη που μας θύμιζαν κάθε τόσο πού πετύχαμε και πού αποτύχαμε, τι διακυβεύεται, τι κινδυνεύει να χαθεί και τι μπορεί να κερδηθεί, ποιος κερδίζει κάθε φορά και ποιος χάνει. Γιατί, πώς μπορείς να κερδίζεις, χωρίς ποτέ να χάνεις; Πώς μπορεί να αγνοείς την αποτυχία σαν να μη σε αφορά; Πώς μπορείς να ζεις ερήμην κάθε έννοιας κοινότητας; Μεγάλο το έλλειμμα, μεγαλύτερες οι συνέπειές του.

Ψάχνω, λ.χ., να βρω τα ίχνη της αποτυχίας του Ασφαλιστικού, πέρα από τη γνωστή πολιτική ματαίωση του καθηγητή Σπράου, ή του ασυμβίβαστου Τάσου Γιαννίτση, μέσα στα επιχειρήματα των δημοσιογράφων που δεν θέλουν καμία ενοποίηση, καμία προσαρμογή - και δεν βρίσκω λέξη αλήθειας και παραδοχής. Μόνο η Ελίζα Παπαδάκη υπογραμμίζει την αποτυχία όταν γράφει πως λείπει «η ευρεία συνειδητοποίηση του συλλογικού συμφέροντος και η αποκατάσταση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που είναι όρος για να βγούμε από το αδιέξοδο». Ψάχνω στις δηλώσεις του υπουργού, αλλά και των εκπαιδευτικών συνδικαλιστών, να βρω το όνομα της αποτυχίας των ελλήνων μαθητών, δηλαδή όλων μας, στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά και τη φυσική, που τους φέρνει σε δεινή θέση στον πίνακα της Πίζας του ΟΟΣΑ και βρίσκω μόνο καταγγελίες και υπεκφυγές που εξατμίζουν την αποτυχία. Ψάχνω την παραδοχή της αποτυχίας της δημοκρατίας, όταν η εκπαιδευτική κοινότητα ολόκληρη δεν μπορεί να υποστηρίξει τις νόμιμες και εξυγιαντικές εκλογικές διαδικασίες σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο όπως το Πάντειο και λείπουν από τα λόγια μικρών και μεγάλων. Ψάχνω την αποτυχία της τοπικής κοινωνίας και της αστυνομίας στην υπεράσπιση των Πακιστανών απέναντι στις βίαιες ρατσιστικές επιθέσεις των φασιστών στο Αιγάλεω και δεν βρίσκω παρά δηλώσεις άγνοιας και αδιαφορίας.

Κι όμως, η αποτυχία είναι εδώ, φωλιασμένη μέσα σε όλα τα μικρά και τα μεγάλα προβλήματα που λιμνάζουν άλυτα σε βάρος των πιο αδύναμων. Είναι μια αποτυχία κοινωνική και πολιτική, μια πολιτισμική αδυναμία εκφρασμένη με χίλιους τρόπους, κυρίως όμως με την έλλειψη ιδεολογικών συντεταγμένων αναφορικά με τις αιτίες των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν την κοινωνία μας. Μια αποτυχία να εκφραστεί συγκροτημένη άποψη ακόμη και σε επίπεδο κοινής γνώμης, όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα, αναφορικά με τις αιτίες ή τις λύσεις μεγάλων προβλημάτων όπως η παιδεία, η υγεία ή οι μετανάστες.

Αλλά τι σημαίνει να ζεις την αποτυχία και να μην καταφέρνεις να την αναγνωρίσεις; Σημαίνει ότι έχεις αποδομήσει, πριν απ’ όλα, κάθε κοινωνικό μηχανισμό τεκμηρίωσης και ερμηνείας των αποτυχιών. Ότι αποφεύγεις το διάλογο, αποκλείοντας τη δυνατότητα θεραπείας του τραύματός σου. Σημαίνει, για μια κοινωνία, τον τρόπο να απονευρώνει τις ζωντανές της δυνάμεις, αποξενώνοντάς τες βίαια από τη λύση των προβλημάτων. Ως γνωστόν, τα προβλήματα μιας κοινωνίας όπου τα ρεύματα ιδεών μένουν αναπάντητα, ο διάλογος χωρίς βάθος, οι εξηγήσεις εύκολες και επιφανειακές, η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων υποτελής στα συμφέροντα και η διαφθορά εγκατεστημένη στο θρόνο της πλάι στην εξουσία, όχι μόνο λύνονται σε βάρος των πιο αδύνατων, αλλά συμπαρασύρουν τους πάντες στη γενική αποτυχία.

Η αναγνώριση της αποτυχίας είναι πρωταρχικό ζητούμενο ασφαλώς για την κυβέρνηση και για όσους έχουν αναλάβει την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας. Ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε αυτήν και να μην αντιμετωπιστεί ως διακύβευμα που αφορά τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, με προτεραιότητα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (που θα πρέπει επιτέλους να «αναγνωρίσει» την αποτυχία του στις τελευταίες εκλογές), αλλά και τη συνολικότερη κουλτούρα της κοινωνίας στις οργανωμένες της διαστάσεις. Το έλλειμμα αναγνώρισης της αποτυχίας, ταυτίζεται με τις διαστάσεις ελλείμματος πολιτικής, ιδεολογικής και πολιτισμικής ηγεμονίας στη χώρα. Σε αυτό το κενό υπάρχει κίνδυνος να εγκατασταθούν τυφλές συγκρούσεις, ωμή βία, ολοκληρωτικές αντιλήψεις και πρακτικές που από περιθωριακές κινήσεις, θα διεκδικήσουν θέση στις κανονικότητες της δημοκρατίας μας, ενισχύοντας την επιρροή τους και συμπαρασύροντας ορισμένα αποπροσανατολισμένα ή αναποφάσιστα στρώματα πολιτών, που δεν βρίσκουν αλλού εξηγήσεις για την επιδείνωση των συνθηκών της ζωής τους. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και η ευθύνη ανήκει στον καθένα μας. Αν δεν μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας στον Greco ή το νονό, πρέπει να τον αναζητήσουμε αναγκαστικά στις αποτυχίες μας.

 

design by netsupport.gr