Αμφισβήτηση και Πολιτισμικός Πεσιμισμός:
Στα ίχνη της ταυτότητάς μας

Μυρσίνη Ζορμπά 15/12/2009

«Αμφισβητήστε μας» είχε πει σε μια σπάνια δημόσια ομιλία του σε διανοούμενους και καλλιτέχνες ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1984. «Αρχίσαμε και πάλι να αμφισβητούμε» δήλωσε ο νέος υπουργός πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος στην ομιλία του στα εγκαίνια του φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πριν λίγες μέρες. Έχουν μεσολαβήσει εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια αλλά φαίνεται ότι η «αμφισβήτηση» συνεχίζει να αποτελεί προσφιλή επίκληση για τους έλληνες σοσιαλιστές όταν βρίσκονται στην εξουσία. Σαν ένα είδος μεταμοντέρνας άσκησης διακυβέρνησης, όπου ο κάτω από κανονικές συνθήκες υπό αμφισβήτηση, όπως είναι λογικό για κάθε εξουσία, αναλαμβάνει να διατυπώσει ο ίδιος το Λόγο της αμφισβήτησης (του;). Στην ίδια ομιλία το σκεπτικό του υπουργού αναλύεται περαιτέρω: «Αποδεχόμενη το φίμωτρο της κρατικής χρηματοδότησης η τέχνη στην Ελλάδα έπαψε να δαγκώνει. Έπαψε να αμφισβητεί την εξουσία. Έπαψε να διαμαρτύρεται. Όταν όμως δεν αμφισβητείς, όταν δεν διαμαρτύρεσαι και όταν δεν ρωτάς, τότε είσαι εξαρτημένος. Και όταν εξαρτάσαι παύεις να είσαι ελεύθερος, να ελέγξεις και να προκαλέσεις την κοινωνία και να την κάνεις να αντιμετωπίσει τους δαίμονές της, τις αδυναμίες της και τις παρωπίδες της. Και μέσα στην ψευδαίσθηση της ηρεμίας της, η κοινωνία αργοπεθαίνει.»
Αν ήθελε κάποιος να δώσει ένα τίτλο στο παραπάνω αφήγημα αυτός θα μπορούσε να είναι Από την αμφισβήτηση στον πολιτισμικό πεσιμισμό. Πρόκειται για ένα συνδυαστικό μείγμα που ανακαλείται σταθερά με σίγουρη επιτυχία από αρθρογράφους, δημοσιογράφους και κριτικούς, έτοιμους να οικτίρουν κατά περίπτωση τη χώρα, τον τύπο, τα ΜΜΕ, τα πανεπιστήμια, τους νέους, τον πολιτισμό μας, τους νεοέλληνες και γενικά την κατάντια μας με διαπιστώσεις του τύπου: «Όσο για τον πολιτισμό που παράγουμε σήμερα , αυτός δεν αφορά παρά πέντε-δέκα χιλιάδες κουλτουριάρηδες Έλληνες… ώστε το ελληνικό κράτος εμφανίζεται απρόθυμο να τον θεωρήσει εθνική υπόθεση» (Δηλώνω ότι λυπάμαι που χρησιμοποιώ εδώ λόγω χρονικής πίεσης απόσπασμα από ένα ατυχές κατά τη γνώμη μου πρόσφατο άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ, στον οποίο όμως οφείλουμε και πολλές (περισσότερες) εξαιρετικά οξυδερκείς πολιτισμικές αναλύσεις. Υπάρχουν άλλοι πολύ πιο αφοσιωμένοι στο άθλημα).
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η αμφισβήτηση και ο πολιτισμικός πεσιμισμός δεν είναι παρά δύο από τα πολλά συμπληρωματικά στοιχεία μιας αγωνιώδους προσπάθειας αναζήτησης της ταυτότητάς μας, από όσους δεν μπορούν να συμφιλιωθούν μαζί της ή, έστω, με την «κακή» πλευρά της. Η παράδοση καλά κρατεί, σαν να μην υπήρξε ποτέ η Χάνα Άρεντ και όλη η κριτική απομυθοποίηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού που μας έδειξε πόσο στενά συνυφασμένος είναι ο «καλός» με τον «κακό» εαυτό μας. Η συγχώνευση των Υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού είναι στρατηγική επιλογή, δηλώνει με κάθε ευκαιρία στις συνεντεύξεις του ο υπουργός, εξηγώντας το όραμα: «Να αποδείξουμε σε μας τους ίδιους, και να αναδείξουμε σε όλο τον κόσμο, με την ποιότητα που μας αξίζει, το ποιοι πραγματικά είμαστε: την ταυτότητά μας.» Αλλά ποιοι αλήθεια είμαστε και ποια είναι η ταυτότητά μας; Η ταυτότητα που «δείχνει μια νοσηρή σχέση του πολίτη με την εξουσία και μια ευθυνόφοβη κοινωνία»; Αυτή που υπαγορεύεται από το αξίωμα «να γίνεσαι πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος μέσω της τέχνης»; Εκείνη του να διαπιστώνεις ότι η χώρα διακατέχεται από «πολιτιστική και βαθιά πολιτισμική απόγνωση»; Η ταυτότητα που προδίδει «η συγκίνηση που νοιώθουμε όταν βλέπουμε ο πολιτισμός μας να θαυμάζεται και να υιοθετείται από άλλους πολιτισμούς»; Η ταυτότητα που βιώνουμε, με μια απόχρωση τουριστικής προσέγγισης, «στην εικόνα ενός ελληνικού νησιού, ενός ελληνικού γραφικού χωριού»; Άλλοτε πάλι ο υπουργός που είναι και Αθλητισμού διαπιστώνει μια πιο σπορτίφ ταυτότητα: «Ποιος δεν έχει βγει στους δρόμους να πανηγυρίσει με περηφάνια ένα αθλητικό γεγονός τυλιγμένος με μία ελληνική σημαία;» Τέλος, επιστρέφοντας σε πιο παραδοσιακές απόψεις δηλώνει: «Να αναδείξουμε την διαφορετικότητα μας, την μοναδικότητα μας σαν λαός και σαν τόπος».( Όλα τα εισαγωγικά περιέχουν χαρακτηριστικές διατυπώσεις του υπουργού σε συνεντεύξεις και ομιλίες, καθώς και στις προγραμματικές δηλώσεις του.)
Σε μια φράση χίλιοι διάβολοι, λέει ένα κινέζικο ρητό, και νομίζω ότι τίποτε δεν ταιριάζει περισσότερο στις παραπάνω υπουργικές ρήσεις. Διότι αν υπάρχει ένα μεγάλο ανέγγιχτο και άλυτο πρόβλημα πίσω από την ατζέντα και από την κάθε επιμέρους πολιτική απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού που τον περιμένει στη γωνία, είτε αφορά την πολιτισμική κληρονομιά είτε τις τέχνες και το σύγχρονο πολιτισμό, αυτό είναι το πρόβλημα της ταυτότητας και των αναπαραστάσεων μας. Με μια λέξη η διαχείριση της συμβολικής μας εικόνας και μαζί του συμβολικού κεφαλαίου και των πολιτισμικών πόρων που διαθέτουμε, τόσο στο εσωτερικό της κοινωνίας μας όσο και προς τα έξω.

«Νιώθω ατελής στη χώρα μου, πώς να πάω στο εξωτερικό;» εκμυστηρευόταν ο Λευτέρης Βογιατζής σε πρόσφατη συνέντευξή του. Ήταν μια έντιμη έκφραση της αβεβαιότητας που νιώθει συνήθως ένας άξιος καλλιτέχνης, δίνοντας το μέτρο της σύγκρισης και την περίσκεψη που οφείλει να έχει απέναντι στο ποιος είναι και στο πόσο και πώς μπορεί να το προβάλει προς τα έξω διεκδικώντας μια θέση σε ανοιχτά ανταγωνιστικά περιβάλλοντα. Πολύ περισσότερο κάτι τέτοιο ισχύει για ένα κράτος, μια πολιτεία, ένα υπουργείο που εκπροσωπεί πολιτικά τον πολιτισμό και την κουλτούρα της χώρας, στην περίπτωση που αποφασίζει να συνδυάσει στρατηγικά πολιτισμό και τουρισμό, δηλαδή να θέσει το σύγχρονο πολιτισμό του, και με τη μεσολάβηση αυτού και τον αρχαίο, σε μια δοκιμασία ελεύθερου ανταγωνισμού. Εύκολο είναι να αναπαράγει κάποιος τα παλιά τροπάρια για την «ευθύνη προστασίας, ανάδειξης και αξιοποίησης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, της σύγχρονης δημιουργίας, των ανεξάντλητων δυνατοτήτων ποιοτικής φιλοξενίας που μπορεί να δώσει αυτός ο τόπος», δύσκολο όμως να κάνει πολιτισμική διαχείριση με αποτελέσματα για την ίδια την κουλούρα της κοινωνίας αλλά και έξω από τα σύνορα της χώρας.
Το πώς αντιλαμβανόμαστε την πολιτισμική πολιτική μαρτυρά το πώς αντιλαμβανόμαστε την έννοια της κουλτούρας, στην προκειμένη περίπτωση της κουλτούρας μας, διδάσκουν εδώ και δεκαετίες οι πολιτισμικές σπουδές. Στο βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο, τότε το υπουργείο Πολιτισμού οφείλει να ανοίξει δημόσιο διάλογο, να σχεδιάζει με όρους στρατηγικής τις συνέργιες του μέσα και του έξω, και να αναλύσει καλά τις πολιτισμικές αντοχές, τις δυναμικές αλλά και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας πριν τις συνδέσει με τον τουρισμό. . Τι κουλτούρα παράγουμε για το σήμερα και το χτες, τι εικόνα του εαυτού μας έχουμε, πώς μετράμε και με πώς συγκρίνουμε τα πολιτισμικά μεγέθη, τις στάσεις, τις πεποιθήσεις, τις συμπεριφορές, τις νοοτροπίες της κοινωνίας μας; Η εκπαίδευση, η καινοτομία, η πρωτοβουλία, η πληροφόρηση, η γνώση, το νόημα: αυτά είναι εθνική υπόθεση για όποιον δεν βρίσκει ασφαλές καταφύγιο στα γνωστά και τετριμμένα. Οι δημοκρατικοί δείκτες της κουλτούρας μας είναι το μέτρο επιτυχίας της πολιτισμικής πολιτικής. Το πώς θα επενδυθεί αυτό το κεφάλαιο προκειμένου να αποδώσει μεγάλες υπεραξίες από τις ξένες «τουριστικές» αγορές είναι ένα επακόλουθο, το δεύτερο μέρος του στρατηγικού σχεδίου.
Για να περάσουμε από το αρχαίο πνεύμα αθάνατο και τα τσολιαδάκια σε αναπτυξιακά προγράμματα αξιοποίησης του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού χρειάζονται πολιτισμικές στατιστικές, έρευνες και ανάλογες σπουδές, δημόσιος διάλογος, στόχοι για μείωση των πολιτισμικών ανισοτήτων και διακρίσεων, εμπέδωση της διαφορετικότητας, στελέχωση του υπουργείου Πολιτισμού με σύγχρονες ειδικότητες επιστημόνων πέραν των αρχαιολόγων και όχι «άμισθα» ΔΣ και επιτροπές. Η πολιτική πολιτισμού της χώρας δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα αφελές σχήμα προσέλκυσης τουριστών ή παλιάς σοσιαλιστικής έμπνευσης κέντρων ελληνικού πολιτισμού ή εκθέσεων βιβλίου στο εξωτερικό για τη διάδοση του ελληνικού πνεύματος. Για να είναι αποτελεσματική πρέπει να στηρίζεται σε μια κουλτούρα που η ίδια η κοινωνία θα βιώνει μέσα από ίσες δυνατότητες πρόσβασης και συμμετοχής, ανοιχτή στην ετερότητα, μέσα από μια δημιουργική εκπαίδευση και με νέες δημοκρατικές διαστάσεις που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της εποχής.
«Η παγκόσμια κοινότητα περιμένει. Το μικρόφωνο της Ελλάδας παραμένει ανοιχτό.
Αλλά για την ώρα εκπέμπει μόνο ψιθύρους» λέει ο υπουργός. Καταπολεμάει άραγε τον πεσιμισμό του με μια νότα αισιοδοξίας και λυρισμού;
 
 

design by netsupport.gr