|
Ανάμεσα στο έξω και το μέσα Μυρσίνη Ζορμπά Διαβάζω και ξαναδιαβάζω συχνά το ποίημα της Κικής Δημουλά «Μια μετέωρη κυρία», από τη συλλογή της Επί τα ίχνη, εκδόσεις Φέξη 1963. Ο εκδοτικός οίκος και η εποχή της δημοσίευσης ανακαλούν υποχρεωτικά τη σύντομη πολιτιστική Άνοιξη του ’60 με την ατμόσφαιρα μιας πρώτης μετεμφυλιακής δημοκρατικής ανάσας, το φοιτητικό και εργατικό κίνημα, τις εθνικές ποιητικές φωνές που αρχίζουν να μελοποιούνται με τρόπο επικό και να τραγουδιόνται σε μαζικές συναυλίες, αλλά και την ποίηση της ήττας, την Επιθεώρηση Τέχνης, τη λοξή ματιά στην Αριστερά που φέρνει η τριλογία του Τσίρκα. Η χώρα αναζητά την εποχή εκείνη μια νέα ταυτότητα, στην προσπάθειά της να ξεπεράσει τα τραύματα του πρόσφατου παρελθόντος. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Λειβαδίτης, αφηγούνται αυτά τα τραύματα, διεκδικώντας με την ερμηνεία τους το όλον, την ποιητική ηγεμονία της πρόσφατης ιστορίας της χώρας. Η ποίηση στα χείλη του κόσμου μετατρέπεται αυτομάτως σε υιοθέτηση της μιας ή της άλλης ιστορικής ερμηνείας. Η διχασμένη χώρα αναζητά ένα νέο κέντρο βάρους κι οι ποιητές είναι έτοιμοι να της το προσφέρουν υμνώντας του ήρωες, θρηνώντας τις απώλειες, υπερασπιζόμενοι τους αδικημένους, αναζητώντας στον ήλιο ή στα νησιά του Αιγαίου την ανθρώπινη ουσία ή την επόμενη μέρα. Την ίδια αυτή εποχή η μετέωρη κυρία της Δημουλά βρίσκεται «μόνη/πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι». Έξω βρέχει, κι εκείνη βρίσκεται σ’ αυτό το ανάμεσα, ενμέρει προφυλαγμένη ενμέρει «εξέχει στη βροχή», αμήχανη κι αναποφάσιστη ή, σωστότερα, στοχαζόμενη, όπως είναι όλες οι γυναίκες της Δημουλά. Υποχρεωμένες να λύσουν ένα από πρώτη ματιά εύκολο αίνιγμα, αποδεικνύουν στη συνέχεια ότι ήταν πολύ πιο σύνθετο απ’ ό,τι φαινόταν, γι’ αυτό κι η λύση του είναι μια ανατροπή του κοινού νου. Η μετέωρη κυρία παρατηρεί τη βροχή «κι όλο αλλάζει στάση», δοκιμάζοντας να προσαρμοστεί για να βρει καταφύγιο αλλά όσο κι αν «γέρνει λοξά το σώμα/παίρνει την κλίση της βροχής» υπάρχει πάντοτε κάτι που την εμποδίζει, «ένα ανυπέρβλητο». Καμιά προσπάθεια προσαρμογής, καμιά διευθέτηση δεν φαίνεται να καρποφορεί, ακόμη κι όταν απλώνει τα χέρια της να πιάσει τις σταγόνες, να έρθει σε άμεση επαφή με τη βροχή. Το παίρνει έτσι απόφαση πως δεν μπορεί να βρει λύση για εκεί έξω όσο κι αν προσπαθήσει, το μπαλκόνι δεν προσφέρεται για επικοινωνία, δεν μπορεί να υπερβεί το εμπόδιο, οπότε τι άλλο της μένει, «κάνει να πάει μέσα». Αλλά αυτή της η απόφαση βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με ένα άλλο, τελεσίδικο, αυτή τη φορά, ανυπέρβλητο: «Πού μέσα- μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.» Διαβάζω την μετέωρη κυρία σ την αγωνία μιας εποχής που βρισκόταν ανάμεσα στο μέσα και το έξω, ένα έξω δύσκολα προσπελάσιμο κι απειλητικό κι ένα μέσα που είχε ριζικά αλλάξει, που ως τέτοιο (καταφύγιο κι ασφάλεια) δεν υπήρχε πια: Πού μέσα-. Διαβάζω τη μετέωρη κυρία κι αναλογίζομαι εκείνη τη νεαρή γυναίκα που παίρνει το τραμ από την πλατεία της Κυψέλης και κατεβαίνει στην Πανεπιστημίου για να πάει κάθε πρωί στη δουλειά της, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Γύρω ο κόσμος αλλάζει, λιγότερο φόβος – περισσότερες προσδοκίες, η έκφραση των γυναικών απελευθερώνεται, η φούστα κονταίνει, στους δρόμους διαδηλώσεις, από τα μεγάφωνα ακούγονται τραγούδια που μοιάζουν με ύμνους, από το ραδιόφωνο ο Εθνικός Ύμνος, στα σινεμά οι ελληνικές ταινίες προσφέρουν υποσχέσεις άνετης μικροαστικής ζωής κι ενός καλού γάμου για τα κορίτσια. Η νεαρή γυναίκα που παίρνει το τραμ από την πλατεία της Κυψέλης και κατεβαίνει στην Πανεπιστημίου για να πάει κάθε πρωί στη δουλειά της παρατηρεί σ’ αυτό το καθησυχαστικό καθημερινό έξω κάτι που οι άλλοι δεν διακρίνουν: τη βροχή που πέφτει. Δεν έχει πρόθεση να αντισταθεί ούτε να βραχεί, να προσαρμοστεί θέλει, να εξοικειωθεί με ό,τι συμβαίνει εκεί έξω, γι’ αυτό «αλλάζει στάση», «γέρνει λοξά το σώμα», πλην ματαίως, δεν τα καταφέρνει. Αλλά και στο δρόμο της επιστροφής της τα πράγματα δεν είναι πιο εύκολα: Πού μέσα-. Ζώντας ανάμεσα στα δύο, η νεαρή γυναίκα θα βρει τη δύναμη «μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι» να σταθεί αταλάντευτη σ’ αυτό το μεταίχμιο του μέσα και του έξω για πέντε ολόκληρες δεκαετίες, αφυπνίζοντας τα όνειρά μας, διαψεύδοντας τις ελπίδες μας, γειώνοντας τις αυταπάτες μας, με μια λέξη να μας πάει κόντρα, αποκαλύπτοντας για χάρη μας έναν κόσμο που βρίσκεται πίσω από τα χρώματα των εικόνων και τον ήχο των λέξεων: τον κόσμο των εννοιών. Διαβάζω την ποίηση της Κικής Δημουλά σαν μια εννοιολογική περιπέτεια και δοκιμασία απομάγευσης. Όλα της τα εύπλαστα υλικά μεταφέρονται πάνω στις σκληρές ράγες των εννοιών. Εικόνες, περιγραφές, συλλήψεις, αποχρώσεις ελέγχονται από ουσιαστικά επιχειρήματα, φιλτράρονται με σχολαστική εννοιολογική αυστηρότητα. Παίρνει φύλλα, πέτρες, αγάλματα, μνήμες, νοσταλγίες, βλέμματα, φωτογραφίες, μισοτελειωμένες διστακτικές χειρονομίες, ταξίδια, ανθρώπινα σώματα, ήχους τραγουδιών και τα ρίχνει στο πεδίο της μάχης των εννοιών. Ένα πεδίο μάχης όπου υπερισχύουν οι δυνάμεις του δισταγμού, της μοναχικότητας, της δυσπιστίας, της απαισιοδοξίας, του θανάτου. Η προσδοκία είναι εν τη γενέσει της υπονομευμένη, οι επιθυμίες διαψευσμένες, τα σώματα αποδεικνύονται χάρτινα παίρνοντας θέση στις φωτογραφίες τους, η φθορά είναι μοιραίος προορισμός της ομορφιάς, ο χρόνος είναι ο μεγάλος κριτής του αιώνιου που αποδεικνύεται εφήμερο και αντιστρόφως. Μοιραίες ανθρώπινες συγκινήσεις, αδυναμίες κι αυταπάτες δίνουν τη μάχη για να ηττηθούν κάθε φορά από έναν οξύ, εύστοχο και απρόβλεπτο ποιητικό πραγματισμό, που αρνείται να παρηγορηθεί, να παραμυθιαστεί με προβλέψιμο τρόπο, καταφεύγοντας πάντοτε στον ένα δικό του τρόπο, το μαύρο πάνω στο μαύρο. Αυτός είναι ο τρόπος της Κικής Δημουλά να απαλύνει τον πόνο, να θεραπεύει το τραύμα. Μας ταξιδεύει από-συναισθηματοποιώντας τη σχέση μας με τον κόσμο, τα πρόσωπα, τα βιώματα. Μας ταϊζει σταγόνες δηλητήριο για να είμαστε καλά προετοιμασμένοι για τις μεγάλες πίκρες. Κι ενώ συμβαίνει αυτό, καταφέρνει να εγκαθιστά ανάμεσα σε κείνη και σε μας, τους αναγνώστες, μια προσωπική σχέση, ζεστή και τρυφερή, μέσω της οποίας ανοίγει ένα άλλο μονοπάτι για να την διαβάσουμε, αποδεικνύοντας και πάλι πως τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται από πρώτη ματιά. *Η Μυρσίνη Ζορμπά διδάσκει πολιτισμική θεωρία και πολιτική στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και είναι διευθύντρια του Βιομηχανικού Μουσείου Σύρου. |