![]() |
|
|
ΚΟΡΝΟΥΑΛΗ |
|
|
Κάποιος που βλέπει στο χάρτη το Land’s End στο δυτικότερο σημείο της Κορνουάλης δεν διανοείται πόσο η ονομασία μπορεί να είναι κυριολεκτική, ιδιαίτερα αν έχεις κάνει το λάθος να ταξιδέψεις με τους βρετανικούς σιδηροδρόμους. Άκρη του κόσμου. Η Κορνουάλη είναι όμορφη, με κόλπους, παραθαλάσσια ψαροχώρια, μικρά λιμάνια. Ανθισμένη τον Αύγουστο, αλλά όσοι προειδοποιούν για κοσμοσυρροή δεν έχουν δει ίσως ποτέ ελληνικό νησί την ίδια εποχή. Ο ήλιος παίζει καθημερινά κρυφτό, βρέχει αν όχι σε καθημερινή βάση είναι γιατί κάνει και μερικές εξαιρέσεις, η θερμοκρασία στους δεκαεπτά βαθμούς, και οι χαμηλοί λόφοι αποχτούν με το ψιλόβροχο τα δειλινά μια μυστηριώδη θαμπάδα, αφήνοντας τον ορίζοντα να μεγαλώνει. Η διαδρομή με το τρένο από το Λονδίνο για την Πενζάνς μοιάζει ατελείωτη. Φτάνω βραδάκι σ’ αυτή τη μικρή παραθαλάσσια πόλη. Μου άρεσαν οι άνθρωποι, είναι περήφανοι για τον τόπο τους, για την κουλτούρα τους, για τον ήρεμο τρόπο ζωής τους. Ανεπηρέαστοι ουσιαστικά από τον τουρισμό, απολαμβάνουν τις ομορφιές της φύσης και δικαίως διατυπώνουν παράπονα για την ανεργία, τη φτώχεια, την έλλειψη επενδύσεων στην περιοχή. Τα ορυχεία έχουν κλείσει, η έλλειψη υποδομών είναι φανερή, στον κεντρικό δρόμο της πόλης μετράει κανείς τουλάχιστον πέντε φιλανθρωπικά μαγαζιά, και στις πόρτες των σούπερ μάρκετ νεαρά αγόρια πουλάνε το περιοδικό τον άστεγων για να εισπράξουν μια λίρα. Ώρες ώρες η πόλη σου φέρνει βαθιά θλίψη. Στον παραλιακό δρόμο στέκομαι και παρατηρώ τους απόμαχους, κακοντυμένους και κακοταϊσμένους, απέναντι ο ορίζοντας της θάλασσας είναι ανοιχτός αλλά ο ορίζοντας των ανθρώπων στενεύει εξαιρετικά, fish and cheeps, λαρδί, αυγά. Χοντροί άνθρωποι με πρόσωπα που διαμορφώθηκαν από την άσκηση στην απάθεια και τα επιδόματα της πρόνοιας, ζητιάνοι που έχουν μήνες να πλυθούν, κουβαλώντας μαζί τους ένα δίσμοιρο σκύλο για να πάρουν άλλες έξι λίρες τη βδομάδα. Περιοχές και άνθρωποι εγκαταλειμμένοι στη μοίρα τους. Ωστόσο, εδώ συνάντησα τους καλύτερους δασκάλους της αγγλικής γλώσσας και πολιτισμού που είχα ποτέ μου. Πολιόρκησαν και πολέμησαν συστηματικά τα λάθη μου, μοιράζοντας μεταξύ τους τα όπλα εναντίον της κακής προφοράς, της γραμματικής, της σύνταξης, της καθημερινής γλώσσας. Η Τζένι και ο Ντέιβιντ, μένουν σ’ ένα ωραίο δίπατο σπίτι μ’ ένα κηπάκο πνιγμένο στα λουλούδια. Υπάρχουν άλλοι έξι συνάδελφοί μου αυτό το δεκαπενθήμερο εδώ, δυο ιταλοί, δυο γάλλοι, μια ισπανίδα και μια γερμανίδα. Η Ρομ με ξεναγεί στην πόλη, κολέγιο, δημαρχείο, νοσοκομείο, με συστήνει σε όλους, εκείνοι είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για το εκπαιδευτικό σύστημα, τις δημοτικές εκλογές, με προσκαλούν να παρακολουθήσω τη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, αναλύουν τη δουλειά τους, το σύστημα υγείας. Απαραίτητο το διάλειμμα για τσάι, στη μέση του πρωινού και νωρίς το απόγευμα. Ο Ντέιβιντ και η Τζένι με βοήθησαν να συνειδητοποιήσω και να διορθώσω πολλά από εκείνα που υποτιμούσα ή θεωρούσα δευτερεύουσας σημασίας. Με τη βοήθεια και τις υποδείξεις τους έκανα επισκέψεις σε κοντινά χωριά, έφαγα σε μικρά εστιατόρια, περπάτησα στην πόλη και την εξοχή, και παρακολούθησα την καθημερινή ζωή στη διάρκεια των δύο εβδομάδων που έμεινα στην Κορνουάλη. Το σαββατοκύριακο έρχεται η παλιά μου φίλη Μαρία, που ζει χρόνια στο Λουξεμβούργο και αποφασίζουμε να εκδράμουμε με το αυτοκίνητο στο Σαιντ Ιβς, γεμάτο εργαστήρια ζωγράφων, αιτία το ιδιαίτερο φως του μας εξηγούν, που οδήγησε πολλούς να εγκατασταθούν εδώ. Επισκεπτόμαστε το παράρτημα της Τέιτ Γκάλερι, χαζεύουμε πρωτοποριακούς πίνακες ζωγράφων που δούλεψαν στην περιοχή. Ο δρόμος περνάει από κάμπους και μικρά υψώματα, αριστερά και δεξιά ψηλά φυτά, σταματάμε στο Μοσουέλ και τρώμε ψάρια, αναρωτιόμαστε γιατί άραγε υπάρχει ένας μόνο τρόπος γι’ αυτούς να φτιάχνουν τα ψάρια, τηγανισμένα σε χιλό. Το απόγευμα παρακολουθούμε τη γιορτή των ναυαγοσωστών, τραγουδούν με πάθος τα δικά τους τραγούδια που μιλούν για τη θάλασσα, μετά χειροκρότημα, μετά το επόμενο τραγούδι, πίνουν μπύρες. Γλάροι κράζουν μέσ’ στη νύχτα, κάθε νύχτα. Την Κυριακή το μεσημέρι είμαστε καλεσμένοι από τον Ντέιβιντ και την Τζένι σε ένα «αγροτικό γεύμα» που κάνει στο εξοχικό του ο τοπικός φιλελεύθερος βουλευτής. Ρωτάω τι σημαίνει αυτό και μου εξηγούν ότι δεν θα υπάρχει ζεστό φαγητό, μόνο ψωμοτύρι, αλλαντικά και σαλάτα, θα πρέπει να πληρώσουμε πέντε λίρες γιατί το κάνουν για την οικονομική ενίσχυση του κόμματος. Πράγματι, λιμοκτονούμε με το μυαλό σ΄ ένα ζεστό γιουβέτσι αλλά οι άνθρωποι είναι φιλικοί, πιάνουμε κουβέντα για την πολιτική κατάσταση, ενημερωνόμαστε και απαντάμε στις δικές τους απορίες. Διασχίζουμε με τη Μαρία την Κορνουάλη, ωραία λιμανάκια, Λου, Πολπέρο, Φέγιε, πιο ζωηρά από την Πενζάνς, πιο τουριστικά. Διαβάζω καθημερινά εφημερίδες, τα νέα πολύ αγγλικά, βλέπω BBC, δυο μικρά κοριτσάκια έχουν εξαφανιστεί, παρακολουθώ τη συνέλευση που οργανώνουν οι αστυνομικοί για να ενημερώσουν τους κατοίκους της μικρής πόλης, τους εξηγούν πώς πρέπει να σκεφτούν για να βοηθήσουν στη σύλληψη των δραστών. Παίρνω πρωινό καθημερινά με αυγά και μπέικον, μαρμελάδα και τσάι, έχω εγκλιματιστεί. Η ξενοδόχος μου εξομολογείται ότι λατρεύει τον Κάστρο, οι γονείς της ήταν κομμουνιστές, θα ήθελε να επισκεφθεί την Κούβα. Επισκεπτόμαστε με τον Ντέιβιντ το Ειρηνοδικείο, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπου η βιβλιοθηκάριος είναι στα πρόθυρα νευρικής κρίσης με τις περικοπές των κονδυλίων, όλα τα λεφτά πάνε πια στους υπολογιστές παραπονιέται. Βόλτα με τα πόδια στις προϊστορικές πέτρες της περιοχής, βρίσκω στο τοπικό βιβλιοπωλείο μια έκδοση με τα Κυκλαδικά και του τη χαρίζω, μένει έκπληκτος. Παρακολουθούμε το Περιφερειακό Συμβούλιο, όλοι σοβαροί, ο πρόεδρος με υποδέχεται επίσημα, συζητούν το σχέδιο ανάπτυξης του λιμανιού στο Νιούλιν, ενός μικρού παραθαλάσσιου χωριού. Ο καιρός χαλάει, αέρας, καταρρακτώδης βροχή, περπατάμε με τον Ντέιβιντ στην εξοχή και η βροχή μας μαστιγώνει. Το τελευταίο μου βράδυ στην Κορνουάλη παρακολούθησα, στην υπόγεια αίθουσα του Άκορν, γεμάτη από νέους του ΄60 τον Γουίζ, ένα παλιό ρόκερ. Όμορφα πρόσωπα καθημερινών ανθρώπων, που ήρθαν να ακούσουν μουσική πίνοντας την μπίρα τους με νοσταλγία. Τραγούδια που μιλούσαν για άπιστα κορίτσια, για παιδιά που έφυγαν από τα σπίτια τους, για τις προσδοκίες μιας εποχής που έφυγε αλλά που είναι ακόμη στην καρδιά μας. Οι τραγουδιστές, μεγάλα άτακτα αγόρια μιας άλλης εποχής, παππούδες. Όλοι εμείς οι νέοι μιας άλλης εποχής που διαδηλώναμε για την ειρήνη και πιστεύαμε σε μια καλύτερη κοινωνία. Αναχωρώ με το τρένο από μια Κορνουάλη ηλιόλουστη, λες και το κάνει επίτηδες για να με αφήσει με τις τελευταίες εντυπώσεις καλές. Φτάνω στο Πλίμουθ, έχω κιόλας κλείσει τρεις ώρες στο τρένο κι η διαδρομή ως το Λονδίνο είναι ακόμη αρκετή.
ΣΑΙΝ ΜΑΛΟ Μετά την αγγλοσαξωνική,η γαλλική κουλτούρα. Φτάνω στο Σαιν Μαλό μέσω Παρισιού και από εκεί με TGV μέσω Rennes. Κυριακή δεκατέσσερις Ιουλίου, εθνική γιορτή της Γαλλίας, με παρελάσεις και γενική αργία, εορταστική ατμόσφαιρα, το τρένο γεμάτο παρέες νεαρών εκδρομέων. Διαβάζω μια συνέντευξη της Πίνα Μπάους. Θυμάμαι που την πρωτοείδα στο Στρασβούργο, μαζί με φίλες που ακόμη γκρινιάζουν. Εγώ όμως είχα μαγευτεί και συνεχίζω να μαγεύομαι με τις παραστάσεις της. Δέκα το βράδυ κι ακόμη να δύσει ο ήλιος. Από μακριά η πόλη μια μεσαιωνική φαντασμαγορία μέσα στο κάστρο της. Κι ας καταστράφηκε στον πόλεμο ολοσχερώς, την έχτισαν πεισματικά όμοια, με βάση τα παλιά σχέδια. Από τα παράθυρα του διαμερίσματος που έχω νοικιάσει βλέπω τις καμάρες των τειχών και την παλίρροια της θάλασσας. Το σπίτι είναι στραμμένο στη δύση και τείχη, άνθρωποι, φυτά και γλάροι είναι τα απογεύματα κοντρ λυμιέρ σαν σκοτεινά αντικείμενα του πόθου. Βγαίνω για μια μικρή βόλτα, μια πρώτη ανίχνευση και μια γαλέτα, εδώ δεν υπάρχουν κρέπες, τις λένε γαλέτες κι είναι λίγο πιο χωριάτικες. Γαλλική τηλεόραση, έξω ακούγονται οι κραυγές των γλάρων, ωραίος καιρός με ηλιόλουστες μέρες χωρίς ζέστη. Θα πάω στη Βρετάνη για διακοπές μετά τις εξετάσεις, μου είχε πει ο συμμαθητής μου λίγο πριν τις πανελλαδικές, Ακαδημαϊκό το λέγαμε τότε, κι όταν γύρισε με ενημέρωσε πόσο υπέροχος ήταν ο ωκεανός και οι νεαρές γαλλίδες. Από τότε, δεκαετίες πίσω, ήθελα να δω τον ωκεανό της Βρετάνης όπως τον είχε δει ο Νίκος. Αργότερα, η Τασία μου είχε μιλήσει για τα σπίτια των ψαράδων, που ήταν στενά και για να σκαρφαλώσεις την απότομη σκάλα χρειαζόταν να πιαστείς από ένα σκοινί που κρεμόταν αντί για κουπαστή της σκάλας, άλλος ένας λόγος λοιπόν. Υπήρχε τρίτος; Α, ναι, ο Σατωβριάνδος και η απορία μου πώς είχαν δώσει το όνομά του σε ένα τέτοιο δρόμο της Αθήνας. Οδηγός μου εδώ, στον πολιτισμό και τη γλώσσα ο Ξαβιέ. Βρετόνος ως το κόκκαλο, επίμονος διορθωτής του ελληνικού μου ρ, διώκτης των συντακτικών μου λαθών, γνωρίζει κάθε πέτρα στην περιοχή και είναι περήφανος που γεννήθηκε βρετόνος κι ακόμη περισσότερο σαινμαλέζος. Φυσικά, ο τάφος του Σατωβριάνδου στην άκρη ενός γκρεμού είναι από τα αξιοθέατα που θα επισκεφθούμε, αφού όμως διαβάσω τουλάχιστον μερικές δεκάδες σελίδες από τα Απομνημονεύματά του που έχουν τίτλο Πέρα από τον τάφο, τα οποία προμηθεύομαι πάραυτα από το τοπικό βιβλιοπωλείο. Με τον Ξαβιέ και την κοπέλα του, τη γλυκειά Βιρζινί, θα περάσουμε δυο εβδομάδες γεμάτες συζητήσεις για τον τόπο, αναλύσεις της πολιτικής κατάστασης της Γαλλίας, φιλολογικές αναζητήσεις, ψαροφαγία και μυδοφαγία. Βόλτες με τα πόδια και το αυτοκίνητο, κόλποι και παραλίες πότε με άμπωτι και πότε με παλίρροια, το Ντιράν, η ακτή Ρανς, μεσαιωνικά τείχη, σιντρ, το τοπικό ποτό, πιο ελαφρύ από το δικό μας ούζο, τυριά, πολλά τυριά, ωραία φρέσκα μοσχοβολούν στο τυράδικο της γωνίας. Επισκεπτόμαστε σπίτια ψαράδων, το χωριό των παππούδων της Βιρτζινί, τρώμε στα μικρά παραθαλάσσια εστιατόρια θαλασσινά που τα καλλιεργούν πιο κει σε μεγάλες κλούβες μέσα στη θάλασσα. Με ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες ξεκοκαλίζω βιβλία τοπικών συγγραφέων. Ο Μισέλ Εμπέρ, Ιστορίες του πολέμου, είναι ο πιο επιτυχημένος με δεκάδες επανεκδόσεις. Τα απογεύματα κατεβαίνω στην αμμουδιά κάτω από το σπίτι και ξαπλώνω στον ήλιο. Η ατμόσφαιρα είναι ζεστή αλλά η βουτιά στη θάλασσα, για όσους την αποτολμούν, δεν μπορεί να κρατήσει πάνω από 3-4 λεπτά, αν μείνεις παραπάνω βγαίνεις κρύσταλλο. Αργεί πολύ να σκοτεινιάσει, εννιάμισι και είναι ακόμη μέρα. Μερικές φορές συμπληρώνω την αφοσίωσή μου στη γαλλική κουλτούρα με λίγη τηλεόραση. Παρακολουθώ τον εκατομμυριούχο, και διαπιστώνω με ευχαρίστηση ότι τα καταφέρνω με τις απαντήσεις. Το σαββατοκύριακο έρχονται δυο φίλοι από το Τορίνο και πάμε εκδρομή στο Μοντ Σαιν Μισέλ. Για κείνους, που διδάσκουν αρχιτεκτονική, είναι μια εκδρομή εργασίας, εγώ απολαμβάνω τον μοναδικό αυτό τόπο και ακούω τα σχόλια του Κώστα για τη δόμηση, τα τόξα, τους εσωτερικούς χώρους αυτού του καταπληκτικού μοναστηριού. Την ώρα που αναχωρούμε, αργά το μεσημέρι, η παλίρροια αρχίζει να ανεβαίνει, η τελευταία εικόνα που βλέπουν τα μάτια μου είναι ένα νησί, εκεί που πριν, με την άμπωτι, ήταν ένα παραθαλάσσιο τοπίο. Κοιτάζω τις βάρκες που ήταν πλαγιασμένες στη στεριά να λικνίζονται τώρα στο νερό.
|
|