![]() |
|
|
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ |
|
|
Πρώτες μου πατρίδες είναι τα βιβλία Αδριανού Απομνημονεύματα Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Κάθε αίθουσα αεροδρομίου, κάθε καθυστέρηση αεροπλάνου, κάθε διαδρομή, κάθε βραδιά στα ξενοδοχεία έχει πάνω της την ατμόσφαιρα ενός βιβλίου. Στην Πράγα πήγα παρέα με τον Αστυνομικό Επιθεωρητή του Μάρκαρη, στη Βαρσοβία με τους Μετανάστες του Σωτήρη Δημητρίου, στο Τάλιν της Εσθονίας κουβαλούσα….., στη Ν. Υόρκη το Εργοστάσιο των Μολυβιών. Στο Δουβλίνο τελείωσα τον Άγιο της Μοναξιάς, στη Μπολόνια είχα παρέα μου τη Μαρλένα Πολιτοπούλου, Βαρσοβία με Phillip Roth, Ουάσιγκτον με Ρίτσαρντ Πάρτι, Ελσίνκι με Μίγγα, Βενετία με Άμος Οζ και Κουτσί, στο Κιλάρνεϊ τους Στίχους του Μιχάλη Γκανά «Κι αν σου μιλώ με μια φωνή/ που δεν ακούν οι ουρανοί /είναι που ’χεις γίνει/ γελαστή φωτογραφία». Το ταξίδι Αθήνα- Κωνσταντινούπολη- Μπακού, παρέα με τον συνάδελφο Κωστή Χατζιδάκη, έχει το άρωμα από την Αναλαμπή του Νίκου Θέμελη. Επιβίωσα αυτά τα χρόνια χάρη στα βιβλία. Τον πρώτο καιρό, έκανα το λάθος να διαβάζω στις διαδρομές κάθε είδους χαρτιά, εκθέσεις, κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τροπολογίες, σύντομα όμως κατάλαβα ότι τα βιβλία ήταν όρος επιβίωσης. Έδιναν υπόσταση στον ενδιάμεσο χρόνο. Σιγά σιγά ανακάλυψα και ορισμένα τεχνάσματα, όπως λχ να αφήνω μισοδιαβασμένα βιβλία που μου άρεσαν πολύ, για να τα ξαναβρίσκω μετά από μερικές μέρες να με περιμένουν στις Βρυξέλλες ή την Αθήνα, υπομονετικές ζεστές αγκαλιές. Αγοράζω βιβλία από την Πολιτεία στην οδό Ασκληπιού, από τη Fnac των Βρυξελλών, από το βιβλιοπωλείο Keeber του Στρασβούργου που βρίσκεται απέναντι από το ξενοδοχείο μου, το Maison Rouge, κι αν καμιά φορά ξεμείνω, από τα αεροδρόμια, αλλά αυτό σπανίως και σε έσχατη ανάγκη. Τα βιβλία είναι τρόπος ζωής; Για ορισμένους ναι, για τους περισσότερους όχι. Να ήξεραν τι χάνουν! Τι σημαίνει όμως μου αρέσουν τα βιβλία; Πολλά και διαφορετικά για τον καθένα, αφού όπως συμβαίνει και με τη μουσική, το σινεμά ή το θέατρο, δηλαδή με όλα τα πολιτιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, έτσι και το διάβασμα έχει τους παθιασμένους, τους φανατικούς οπαδούς του, τους συστηματικούς αναγνώστες αλλά και τους αδιάφορους, αυτούς που το βαριούνται. Υπάρχουν οι αναγνώστες που περιμένουν με λαχτάρα το καινούριο βιβλίο ενός συγγραφέα και οι περιστασιακοί αναγνώστες, αυτοί που διαβάζουν μόνο όταν ένα βιβλίο γυρίζεται σε ταινία ή γίνεται σίριαλ στην τηλεόραση. Το φάσμα που καλύπτουν οι αναγνωστικές πρακτικές είναι μεγάλο και ποικίλο κι όπως λέει πολύ εύστοχα ο Michel de Certeau, οι αναγνώστες είναι ταξιδευτές, τριγυρνούν στα ξένα εδάφη, σαν νομάδες που κυνηγούν λαθραία στους κάμπους. Το πού και κάτω από ποιες συνθήκες θα συναντηθούν με το αντικείμενο του πόθου τους είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Άλλωστε, όπως προσφάτως έχει λεχθεί το ρήμα διαβάζω δεν έχει προστακτική κι όσοι τη χρησιμοποιούν πρέπει να ξέρουν ότι αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Ωστόσο, επειδή πίσω από κάθε σχέση υπάρχει μια αιτία, θα είχε ενδιαφέρον να αναζητήσουμε τι κρύβεται πίσω από τη θετική ή αρνητική σχέση των ανθρώπων με τα βιβλία. Είναι πολυσυζητημένος, βέβαια, ο πρωταρχικός ρόλος της εκπαίδευσης, από την προσχολική ηλικία ως την ανώτατη, καθώς και η σημασία του οικογενειακού περιβάλλοντος από την πιο τρυφερή κιόλας ηλικία του παιδιού. Αν κάποιος είναι αποκλεισμένος όπως οι αναλφάβητοι, αν έπρεπε να δουλεύει από μικρός και δεν τελείωσε το σχολείο, αν δεν απόκτησε την ικανότητα να διαβάζει αλλά συλλαβίζει με δυσκολία, αν δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει σ’ ένα περιβάλλον που του μετέδωσε τη χαρά των βιβλίων από τα πρώτα του χρόνια, αν πήγε σ’ ένα καταπιεστικό σχολείο και δεν συνάντησε ποτέ ένα δημιουργικό δάσκαλο, αν οι γονείς του νόμιζαν ότι διαβάζοντας εξωσχολικά βιβλία που του άρεσαν θα παραμελούσε τα μαθήματά του, τότε να μερικοί προφανείς λόγοι που τον απομάκρυναν από το διάβασμα. Οι ιστορίες της ζωής των ανθρώπων ως αναγνωστών είναι παράξενες, γεμάτες εκπλήξεις, με πολλές περιπέτειες και αλλαγές πορείας. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα νιώσει κάποιος τις μεγάλες συγκινήσεις ενός κειμένου και ποιο θα είναι αυτό. Άλλοι βιώνουν αυτή την επικοινωνία πολύ νωρίς κι άλλοι αργότερα, κανείς δεν μπορεί να ξέρει από πριν τη στιγμή της μεγάλης συνάντησης που οδηγεί στο διάβασμα. Είναι μια μοιραία αποκάλυψη, όπως ο έρωτας. Μερικοί, συγγραφείς κυρίως, έχουν διηγηθεί αυτή την περιπετειώδη πορεία πολύ εύστοχα, όπως λόγου χάρη ο Ζαν Πωλ Σαρτρ στο θαυμάσιο βιβλίο του Οι Λέξεις, όπου μιλάει για τη σχέση του με τα βιβλία από τότε που ήταν ακόμη παιδί πριν μάθει να διαβάζει: «Δεν ήξερα ακόμα να διαβάσω, μα ήμουν αρκετά σνομπ ώστε να απαιτήσω να έχω τα βιβλία μου. Πήρα τους δυο μικρούς τόμους, τους μύρισα, τους χάιδεψα, τους άνοιξα δήθεν αμέριμνα στην κατάλληλη σελίδα κάνοντάς τους να τρίζουν. Μάταιος κόπος, δεν είχα το συναίσθημα πως τους έκανα δικούς μου. Προσπάθησα να τους κατακτήσω με πλάγια μέσα, τους χειρίστηκα σαν να ‘ταν κούκλες, τους νανούρισα, τους φίλησα, τους έδειρα. Όταν έφτασα στο σημείο να κλάψω απ’ το κακό μου πήγα και τους απόθεσα στα γόνατα της μητέρας μου. Σήκωσε τα μάτια απ’ το εργόχειρό της. “Τι θες να σου διαβάσω χρυσούλι μου; Τις Νεράιδες;” Ρώτησα με πολύ δυσπιστία. “Εκεί μέσα είν’ οι Νεράιδες;”» Ο Σαρτρ επαληθεύει με τον καλύτερο τρόπο τις σύγχρονες έρευνες που αποδεικνύουν πως η σχέση με το διάβασμα διαμορφώνεται από τα πρώτα κιόλας χρόνια του παιδιού, στην αγκαλιά του γονιού που ξεφυλλίζει μαζί του ένα χρωματιστό βιβλίο και του διαβάζει την ιστορία, προτρέποντάς το να αγγίζει τις σελίδες, να παρατηρεί τις ζωγραφιές και να νιώθει τη γλυκειά ζεστασιά αυτής της επικοινωνίας. Οι ιστορίες των αναγνωστών είναι πολύ παλιές κι ανάγονται στην αρχαιότητα, αφού υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι που διάβαζαν αλλά η ιστορία του τυπωμένου βιβλίου, δηλαδή του βιβλίου για όλους, είναι μόλις πέντε αιώνων. Ως τότε είχαμε τα χειρόγραφα βιβλία που προορίζονταν για πολύ λίγους, αφού ήταν πανάκριβα και δυσεύρετα, έπρεπε να παραγγελθούν κι έκαναν μήνες για να ετοιμαστούν από τους καλόγηρους που τα αντέγραφαν στα μοναστήρια και να ταξιδέψουν για να φτάσουν στον προορισμό τους. Κι έπειτα δεν υπήρχε η δημόσια εκπαίδευση, παρά μόνο δάσκαλοι στα σπίτια των ευγενών και των πλουσίων. Ελάχιστοι γνώριζαν γράμματα. Για να μη μιλήσουμε για τα κορίτσια. Μόλις στα τέλη του περασμένου αιώνα επιτράπηκε στις γυναίκες να πηγαίνουν στο πανεπιστήμιο. Και μόλις στη δεκαετία του ’60 η εκπαίδευση έγινε δωρεάν στη χώρα μας με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γ. Παπανδρέου και του Παπανούτσου, μετά από σκληρούς αγώνες και διαδηλώσεις στους δρόμους. Όσα σήμερα φαίνονται αυτονόητα, δεν ήταν πριν από μερικές μόλις δεκαετίες και χρειάστηκε πολλή προσπάθεια και διεκδίκηση για να τα απολαμβάνουμε στις μέρες μας. Ωστόσο, οι παράγοντες που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά την αναγνωστική μας συμπεριφορά συνεχίζουν να είναι πολλοί και ανεξάρτητοι από τη θέλησή μας. Το φύλο, η ηλικία, η οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση, το επάγγελμα, παίζουν κάποιο ρόλο στη σχέση μας με τα βιβλία, όπως μαρτυρούν οι έρευνες. Μπορεί να μην υπάρχουν πια οι άκαμπτες διακρίσεις και οι απαγορεύσεις του παρελθόντος, αλλά ορισμένες συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφωνόμαστε και ζούμε μας οδηγούν να αγαπάμε ή να μην αγαπάμε το διάβασμα. Αν ήταν απλώς μια προσωπική επιλογή δεν θα είχε κανείς να πει τίποτε. Όμως, φαίνεται πως δεν είναι, γιατί πώς να κάνει επιλογή κάποιος που δεν του έχουν δοθεί οι προϋποθέσεις να γνωρίσει για να διαλέξει, που δεν του δίνεται η ευκαιρία. Αυτή την ευκαιρία, λοιπόν, πρέπει να την έχουν όλοι και είναι υποχρέωση της Πολιτείας να τους την προσφέρει. Το κόστος του αναλφαβητισμού και της πολιτιστικής ανισότητας στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και στους όρους λειτουργίας της δημοκρατίας είναι πολύ μεγάλο. Αλλά πού αρχίζει και πού τελειώνει η υποχρέωση της πολιτείας; Αναφερθήκαμε ήδη στη σημασία της εκπαίδευσης, κι αυτό δεν αφορά μόνο στο τι τυπικά μας μαθαίνει αλλά και στο πώς, στο πόσο μας κάνει να αγαπήσουμε τα βιβλία, στο πόσο μας κάνει ικανούς να συμμετέχουμε με κριτικό νου στην ανταλλαγή ιδεών. Η δημόσια δωρεάν παιδεία είναι μια μεγάλη κατάκτηση, αλλά εναπόκειται σε όλους μας να μη χάσει το πραγματικό της νόημα και να είναι αποτελεσματική για όλους χωρίς εξαίρεση. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες επίσης, είναι οι κοινωνικοί πολιτιστικοί χώροι όπου η σχέση με τα βιβλία καλλιεργείται με ίσους όρους για όλους. Είναι μια δημόσια υπηρεσία πληροφόρησης και γενικής παιδείας, μόρφωσης και ψυχαγωγίας, όπου διαμορφώνεται και αποκτά συλλογική συνείδηση η ευρύτερη κοινότητα του βιβλίου. Η κρατική τηλεόραση είναι ο ιδεατός τόπος συνάντησης και διαλόγου που προάγει τη διακίνηση των ιδεών, προβάλλει τα νέα στοιχεία στη διαμόρφωσή τους, ενοποιεί τις διαφορετικές εκφράσεις και ιδεολογίες και προσφέρει κίνητρα και προκλήσεις, διαμορφώνοντας κοινή πολιτιστική συνείδηση. Η κρατική πολιτική για το βιβλίο και την ανάγνωση, τέλος, αναπτύσσει μια κεντρική φιλοσοφία και στρατηγική και συντονίζει όλες τις επιμέρους δράσεις που προέρχονται από τα διαφορετικά γνωστικά και θεσμικά πεδία και απευθύνονται στις διαφορετικές ανάγκες των πολιτών. Όλα τα παραπάνω αποτελούν βασικές επενδύσεις για το δημόσιο βίο. Η δημόσια ανάγνωση και η κοινωνική υποδομή της είναι το υπόβαθρο και ο χώρος που η πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει ώστε να αποκτάει πραγματική υπόσταση το έδαφος για την καλλιέργεια της ανάγνωσης. Φυσικά, επιπλέον βοήθεια και μέτρα θα πρέπει να απευθύνονται στα πιο ευπαθή στρώματα που παρουσιάζουν ιδιαίτερα προβλήματα: αναλφάβητους, επαναπατριζόμενους, μετανάστες, εργαζόμενους, νέους, οικονομικά ασθενέστερους, άτομα με ειδικές ανάγκες. Η πρόσκληση σε όλους αυτούς, που είναι φυσικό να διστάζουν σε ένα χώρο που δεν τους είναι εύκολα προσβάσιμος, θα πρέπει να είναι συστηματική και επίμονη, φιλική και ανοιχτή στη δική τους πραγματικότητα και τις δικές τους ανάγκες, να μιλάει τη δική τους γλώσσα. Είναι μια επένδυση που μπορεί να λειτουργήσει σε συνδυασμό με άλλες πολιτιστικές πολιτικές προληπτικά απέναντι σε ένα μεγάλο φάσμα κοινωνικής παθογένειας. Από το σημείο αυτό και μετά ανοίγει το μεγάλο κεφάλαιο της ιδιωτικής αναγνωστικής συμπεριφοράς και των προσωπικών επιλογών και στάσεων, το οποίο είναι ενδιαφέρον για παρατηρήσεις και σχολιασμό, λόγω της πολυμορφίας και πολυχρωμίας του και το οποίο μας δίνει τον ορίζοντα της αναγνωστικής συμπεριφοράς μιας κοινωνίας και τον βαθμό εμπλοκής της ανάγνωσης στην εξυπηρέτηση των βαθύτερων αναγκών και προσδοκιών της. Τα είδη των βιβλίων που διαβάζονται περισσότερο συνδέονται στενά με τη λειτουργική σχέση της ανάγνωσης απέναντι σε όλο το φάσμα των εκπαιδευτικών, επαγγελματικών, κοινωνικών και ψυχαγωγικών αναγκών και με την παράδοση που αυτές φέρουν. Συνδέονται ακόμη με τα νέα στοιχεία που επηρεάζουν μια κοινωνία (τηλεόραση, νέες τεχνολογίες), με τα νέα φαινόμενα (μπεστ σέλερ, σίριαλ), με την αλληλεπίδραση των άλλων πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών (μουσική, κινηματογράφος). Το αναγνωστικό ενδιαφέρον δεν είναι στατικό, αναπτύσσεται, και μετατοπίζεται μαζί με τις κοινωνικές αξίες και τον συνολικό τρόπο κοινωνικής συμπεριφοράς, με τα νέα ρεύματα και τις μόδες. Η ιστορία της ανάγνωσης μας προσφέρει ενδιαφέροντα στοιχεία για τις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού, την πορεία και τις αλλαγές στη λειτουργία της ανάγνωσης και τη σχέση των ανθρώπων με τα βιβλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον 15ο αιώνα το 45% περίπου των βιβλίων που τυπώθηκαν ήταν θρησκευτικά, το 36% φιλολογικά και φιλοσοφικά, το 11% νομικά και το 8% βιβλία επιστημονικά, τεχνικά και μαγείας. Από πολύ νωρίς, μεταξύ του χίλια τετρακόσια και του χίλια πεντακόσια, έχουμε τη διάκριση σε σοβαρά και λαϊκά αναγνώσματα, που αφορούσε τόσο το περιεχόμενο όσο και τα εξωτερικά στοιχεία, όπως το εξώφυλλο, το σχήμα, τη σελιδοποίηση, την εικονογράφηση, τα κοσμήματα και διαπερνούσε στη συνέχεια όλη τη δομή, τους αναγνώστες, τους τυπογράφους, τους βιβλιοπώλες. Μέσα στη μακριά και πολυτάραχη πορεία βιβλίων και αναγνωστών έπαιξαν ρόλο φυσικοί, κοινωνικοί και τεχνολογικοί παράγοντες. Το φως και το σκοτάδι. Μπορεί να φανταστεί κανείς τι σήμαινε η ανάγνωση στο φως ενός κεριού και είναι συχνές οι αναφορές στην απαγόρευση της ανάγνωσης για λόγους οικονομίας. Αλλά μήπως στις μέρες μας δεν έκανε το γύρο του κόσμου η σκηνή της πλατείας Τιεν-αν-μεν με τους φοιτητές που διαβάζουν καθισμένοι κατάχαμα κάτω από το φως των φαναριών; Ο χώρος. Από τις σιωπηλές αίθουσες των μοναστηριών, στις μεγαλοπρεπείς αίθουσες των βιβλιοθηκών και στις σοφίτες των φοιτητών. Ο χώρος των βιβλιοθηκών, αυστηρός και επιβλητικός. Ο χώρος στα ράφια, που η οικονομία του οδήγησε την τοποθέτηση των βιβλίων από την οριζόντια θέση στην κάθετη, μεταφέροντας έτσι και τα ενδιαφέροντα της βιβλιοδετικής διακόσμησης από το εξώφυλλο στη ράχη. Οι σημερινές βιβλιοθήκες επιτρέπουν στον αναγνώστη μεγαλύτερη άνεση και ελευθερία, από το να καθίσει στο πάτωμα (βιβλιοθήκη Μπομπούρ στο Παρίσι) ως το να βάλει τα πόδια του πάνω στο τραπέζι (Χάρβαρντ). Ο χρόνος. Περιορισμένος από το φυσικό φως πριν από την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού. Επίσης, η έλλειψη χρόνου είναι μία από τις πρώτες αιτίες στην οποία αποδίδουν σήμερα οι περισσότεροι το γεγονός ότι δεν διαβάζουν όσο θα ήθελαν. Ο Θεός. Ο Λόγος (προφορικός) του οποίου ενσαρκώθηκε στο (γραπτό) κατεξοχήν Βιβλίο, τη Βίβλο. Μια παράδοση που διατρέχει την ιστορία του βιβλίου ως τις μέρες μας όσον αφορά το κύρος, την αναντίρρητη αλήθεια, τον αυταρχισμό του γραπτού κειμένου. Η στάση του σώματος. Ο γνωστός γερμανός συγγραφέας Γκύντερ Γκρας γράφει ακόμη και σήμερα όρθιος στο αναλόγιο για να μας θυμίζει τη μεσαιωνική πρακτική που διατηρήθηκε ως το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Αλλά πόσα χρόνια μας χωρίζουν, αλήθεια, από τότε που οι κανόνες για το διάβασμα ήθελαν την πλάτη ορθή, τα χέρια ακουμπισμένα στο τραπέζι, το βιβλίο ανοιγμένο και τον αναγνώστη με τον μέγιστο βαθμό συγκέντρωσης, ακίνητο, χωρίς να κάνει θόρυβο και να ενοχλεί τους άλλους, να καταλαμβάνει όσο γίνεται λιγότερο χώρο, να διαβάζει κατά τρόπο τακτικό, να μην πηδάει κομμάτια, να ξεφυλλίζει προσεκτικά τις σελίδες και να μην τις τσακίζει. Η απελευθέρωση του σώματος και η αιρετική σχέση με το βιβλίο συμβαδίζουν και με τη σχέση περιεχομένου την οποία περιγράφει χαρακτηριστικά ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ: «Μέρος της ελευθερίας του αναγνώστη είναι να ξεφυλλίζει το βιβλίο από τη μια άκρη ως την άλλη, να πηδάει κομμάτια ολόκληρα, να διαβάζει τις φράσεις ανάποδα, να τις διατρέχει, να τις επεξεργάζεται ξανά, να συνεχίζει να τις διασταυρώνει και να τις βελτιώνει με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, να συνάγει από το κείμενο συμπεράσματα που το ίδιο το κείμενο αγνοεί, να θυμώνει και να διασκεδάζει μαζί του, να το ξεχνάει και να το πλαστογραφεί, και σε κάποια στιγμή να πετάει το βιβλίο σε μια γωνιά». Η μοναξιά. Μια ματιά στους πίνακες του περασμένου αιώνα με τα θλιμμένα πρόσωπα και τα παλ χρώματα εικονογραφεί τη σχέση του μοναχικού ανθρώπου με τα βιβλία στη ρομαντική εποχή. Η ατομική ανάγνωση. Που οδηγεί σε μικρότερα σχήματα βιβλίων και σε πιο σύγχρονες πρακτικές όπως το βιβλίο στην τσάντα, η ανάγνωση στα μέσα μεταφοράς, στις αίθουσες αναμονής, στο ύπαιθρο, στο ταξίδι. Η συντροφιά. Η συλλογική ανάγνωση κι ο διάλογος γύρω από ένα βιβλίο. Η εξουσία. Που προκύπτει ως εξουσία των γραφών αλλά και ως εξουσία που χρησιμοποιεί το βιβλίο για λόγους προπαγάνδας. Που επιβάλλει μέσα από την ενοποίηση των διδακτικών διαδικασιών, των εγχειριδίων, του ενός και μοναδικού βιβλίου για κάθε μάθημα, την ιδεολογική κατεύθυνση που επιθυμεί και τον άμεσο έλεγχο. Ο καταναγκασμός. Τα μεγάλα “πρέπει” που κρατούν τα κεφάλια των μαθητών καρφωμένα πάνω από τις ανοιχτές σελίδες. Η λογοκρισία. Οι κατάλογοι των απαγορευμένων βιβλίων και η πυρά, από τον μεσαίωνα ως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη δεκαετία του ’50 στην Ελλάδα και τη δικτατορία. Η απαγόρευση. Βιβλία ακατάλληλα για παιδιά. Βιβλία ανήθικα. Βιβλία επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια. Έπαιξαν ακόμη ρόλο στη σχέση των αναγνωστών με τα βιβλία: Τα υλικά και κυρίως το χαρτί και η βιομηχανία που αναπτύχθηκε. Η ντροπή να περιέχει μια σοβαρή βιβλιοθήκη ευγενούς, βιβλία όχι από περγαμηνή αλλά από χαρτί. Λέει ο Βεσπασιανός για τη βιβλιοθήκη του Δούκα του Ουρμπίνο στα 1482: «Στη βιβλιοθήκη του όλοι οι τόμοι είναι τέλειας ομορφιάς, χειρόγραφοι, από καλά εκπαιδευμένους αντιγραφείς. Η συλλογή δεν περιλαμβάνει ούτε ένα τυπωμένο βιβλίο. Ο Δούκας θα ντρεπόταν να έχει τυπωμένα βιβλία στη βιβλιοθήκη του». Η τέχνη της τυπογραφίας και οι μεγάλοι τυπογράφοι που έδωσαν μορφή στο βιβλίο και το ανέπτυξαν ως αντικείμενο τέχνης, σχεδιάζοντας νέες οικογένειες γραμμάτων, πρωτογράμματα, τίτλους και κοσμήματα. Κι ακόμη οργανώνοντας την ίδια την ορθογραφία καθώς και τη δομή των βιβλίων σε κεφάλαια και υποκεφάλαια, με υποσημειώσεις, κεφαλίδες, index, κολοφώνα. Κατά τον 16ο αιώνα το τύπωμα και η κυκλοφορία των βιβλίων ήταν ένα προνόμιο που παραχωρούσε ο ηγεμόνας στα μέλη μιας συντεχνίας. Οι παραγιοί έπρεπε να μαθητεύσουν κατά μέσο όρο πέντε χρόνια χωρίς πληρωμή για να μάθουν τη δουλειά κάτω από άθλιες συνθήκες. Σ’ αυτά τα εργαστήρια συναντιούνταν συγγραφείς, τεχνίτες και αναγνώστες κι εδώ ωρίμασαν οι λύσεις για τις απαιτήσεις ενός ολοένα πιο διευρυμένου κοινού. Αυτό το κοινό επέβαλλε κάθε φορά τις δικές του προτιμήσεις για να έχουμε το αντικείμενο βιβλίο, τόσο διαφορετικό σε όγκο, βάρος, εμφάνιση, διακόσμηση, τιμή για κάθε εποχή. Από τα ογκώδη βιβλία με τα ξύλινα εξώφυλλα που είδαμε στην τελευταία έκθεση των μεγάλων βιβλιοθηκών του Κ. Στάικου, πολύτιμα και αλυσοδεμένα ώστε να είναι αδύνατο να κλαπούν από τις βιβλιοθήκες, ως τα βιβλία τσέπης που αγοράζουμε σήμερα στα περίπτερα. Αλλά τι γίνεται με τους δημιουργούς, τους συγγραφείς και ποιες ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στους συγγραφείς και το έργο τους, στους συγγραφείς και το κοινό τους. Ως τον 18ο αιώνα οι συγγραφείς βρίσκονται σε εντελώς δεύτερη μοίρα, κάτι σαν υπηρέτες ή έστω υπάλληλοι του εκδότη, με άθλια αμοιβή. Για να το αποφύγουν προτιμούσαν να συντηρούνται κοντά σε κάποια οικογένεια ευγενών, με αντάλλαγμα να τους αφιερώνουν το βιβλίο που έγραφαν. Άλλωστε, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα όλα τα δικαιώματα ενός χειρογράφου ανήκαν στον κάτοχο, ανεξαρτήτως του πώς αυτό είχε περιέλθει στην κατοχή του. Έτσι, πολύ συχνά το όνομα του συγγραφέα και ο τίτλος άλλαζαν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Ο πρώτος νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία βλέπει το φως το 1709 στην Αγγλία. Είναι χαρακτηριστική η αγανάκτηση του Έρασμου, όταν τον κατηγορούν ότι πήρε χρήματα από τον εκδότη του και απαντάει ότι τα μόνα χρήματα που πήρε είναι από τους φίλους του, στους οποίους έστειλε αντίτυπα του βιβλίου του. Μόνο αργότερα, οι θεατρικοί συγγραφείς και οι μυθιστοριογράφοι θα αναστρέψουν αυτή την παράδοση και θα αρχίσουν να πουλούν τα χειρόγραφά τους. Κορνέιγ, Λαφοντέν, Μολιέρος έκαναν το αποφασιστικό βήμα. Ο Μίλτον στην Αγγλία πουλάει το χειρόγραφο του Χαμένου Παραδείσου σε ικανοποιητική τιμή το 1667 και με την υπόσχεση του εκδότη ότι θα του πληρώσει αντίστοιχο ποσό και για τη δεύτερη έκδοση. Ο Βολταίρος επίσης θα εισπράξει αμοιβή για τα βιβλία του και ο Ρουσσώ, με τη σειρά του, θα πουλήσει σε πολύ καλή τιμή τον Αιμίλιο. Αλλά σε κάθε περίπτωση, παρατηρεί ο Ντιντερό, «το σύστημα απαιτεί πολλή εμπιστοσύνη από τη μία πλευρά, πολλή εντιμότητα από την άλλη». Ωστόσο, αυτές οι σχέσεις συμβαδίζουν και με τη σχέση του αναγνωστικού κοινού με τα βιβλία. Για να έχουμε μια εικόνα ας σημειώσουμε ότι η Βίβλος του Λούθηρου τυπώθηκε σε πρώτη έκδοση σε 4 χιλιάδες αντίτυπα, τα έργα του Σέξπιρ σε χίλια, η Εγκυκλοπαίδεια του Ντιντερό σε 4 χιλιάδες, τα έργα του Βολταίρου σε 7 χιλιάδες. Εκθέσεις βιβλίου (Λυών και Φραγκφούρτη από το δεύτερο κιόλας μισό του 1400), αποστολές βιβλίων από χώρα σε χώρα, πρακτορεύσεις, γυρολόγοι, κατάλογοι εκδοτών και βιβλιογραφικοί κατάλογοι προωθούν τα έργα των συγγραφέων στο κοινό. Έργα επιστημονικά, φιλοσοφικά, ταξιδιωτικά, οι μεγάλοι έλληνες και λατίνοι συγγραφείς θα τυπωθούν και θα κυκλοφορήσουν αλλά εκείνα που θα διαβαστούν από τον πολύ κόσμο θα είναι βιβλία εφήμερα, που αγγίζουν το συναίσθημα και την καρδιά, τα γνωστά σε όλες τις εποχές μπεστ σέλερ, είτε αυτά λέγονταν ιπποτικά μυθιστορήματα ή βίοι των αγίων στο παρελθόν, είτε αισθηματικά και περιπετειώδη στις μέρες μας. Θα πρέπει πάντως να υπογραμμιστεί ότι παρόλο που κάθε είδος βιβλίων έχει το κοινό του, δεν διαβάζουν όλοι οι αναγνώστες το ίδιο κείμενο με τον ίδιο τρόπο και σε κάθε εποχή η απόσταση ανάμεσα στους έμπειρους και τους λιγότερο έμπειρους αναγνώστες είναι μεγάλη. Διαφορές υπάρχουν επίσης ως προς τους κανόνες και τις συμβάσεις της ανάγνωσης που προσδιορίζουν σε κάθε ομάδα αναγνωστών τις νόμιμες χρήσεις του βιβλίου, τους τρόπους ανάγνωσης, τα εργαλεία και τις διαδικασίες της ερμηνείας. Στην πρακτική της ανάγνωσης επενδύονται πολύ διαφορετικά ενδιαφέροντα και προσδοκίες, από την πλήρη ταύτιση έως την κριτική απόσταση από το κείμενο, πράγμα που προσδίδει διαφορετικό νόημα και διαφορετική αξία σε μια φαινομενικά ενιαία λειτουργία όπως η ανάγνωση. Η χρησιμοποίηση, η κατανόηση και η ιδιοποίηση των κειμένων οδηγεί τον αναγνώστη σταδιακά στο δικό του κόσμο των κειμένων και των βιβλίων, που είναι μοναδικός και διαφορετικός από κάθε άλλον, αφού τον έχει ο ίδιος συνθέσει, ένα κόσμο αντικειμένων, μορφών και τελετουργιών, με συνθέσεις και αναφορές που του προσφέρουν ένα μοναδικό νόημα, το δικό του φανταστικό σύμπαν. Στη διαμόρφωση αυτού του σύμπαντος καθένας νομιμοποιείται να επιλέγει ελεύθερα και να απολαμβάνει χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς ό,τι τον ευχαριστεί, περνώντας από το ένα βιβλίο στο άλλο, ανάλογα με την έμπνευση, τα ενδιαφέροντα, τις ανάγκες του, την ψυχολογική του διάθεση: βιβλία εργαλεία για τη δουλειά του, βιβλία αερόστατα που θα τον μεταφέρουν μακριά από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, βιβλία κιβωτοί στα οποία θα επανέρχεται, βιβλία με γυαλιά μυωπίας για το σχολείο, βιβλία γεροντοκόρες που έμειναν στο ράφι σε τιμή ευκαιρίας, βιβλία υπνωτικό χαπάκι για να τον πάρει εύκολα ο ύπνος, βιβλία νάρκες που σκάνε απροσδόκητα στα χέρια του, βιβλία σάντουιτς άνοστα, που διαβάζονται ανάμεσα σε δυο ενδιαφέροντα βιβλία, βιβλία κονσέρβες που έχουν πάντοτε την πλοκή, βιβλία καβούρια που η ιστορία τους πάει κουτσαίνοντας, βιβλία φωτιά που καίνε, βιβλία μυρμήγκια γεμάτα μικρές λεπτομέρειες, βιβλία αχινοί που τσιμπάνε, βιβλία φεγγάρια γεμάτα ονειροπόληση, βιβλία του ορίζοντα που αφήνουν όλες τις εκδοχές ανοιχτές, βιβλία καθρέφτες όπου βρίσκει έκπληκτος τον εαυτό του, βιβλία πικάντικα γεμάτα νοστιμιά, βιβλία τζιτζίκια που ο ήχος τους του τριβελίζει τ’ αφτιά, βιβλία ανθισμένα σαν κερασιές την άνοιξη που τα ερωτεύεται, βιβλία ηφαίστεια γεμάτα εκρήξεις, βιβλία ποτάμια που κυλούν ήρεμα, βιβλία χορταστικά πιάτα με άφθονη τροφή, βιβλία ακατάστατα συρτάρια που ο συγγραφέας τους τα γέμισε με ό,τι βρήκε, βιβλία ασπίδες που τον προφυλάσσουν, βιβλία πούπουλα που του χαϊδεύουν τ’ αφτιά, βιβλία μαστίγια που τον χτυπούν, βιβλία ορχήστρες που δεν χορταίνει να τις ακούει, βιβλία καρφιά με τόλμη, βιβλία κόκα κόλα που πάνε με όλα, βιβλία δέντρα που αναπτύσσονται μαζί του, βιβλία κρασί που όσο παλιώνουν γίνονται καλύτερα, βιβλία άλογα που καλπάζουν, βιβλία πουλιά που πετούν ελεύθερα ταξιδεύοντας μαζί του. |
|