![]() |
|
|
ΜΠΑΚΟΥ |
|
|
Ταξιδεύουμε Μ. Σάββατο με τον καλό συνάδελφο Κωστή Χατζηδάκη μέσω Κωνσταντινούπολης για το Αζερμπαϊζάν. Παρά τους δισταγμούς, συμφωνήσαμε ότι ίσως είναι μια μοναδική ευκαιρία να επισκεφθούμε το Μπακού, αυτό τον ενεργειακό παράδεισο, πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η αναμονή για την ανταπόκριση του αεροπλάνου μας στην πόλη είναι πολύωρη κι αποφασίζουμε να επισκεφθούμε το Πατριαρχείο. Όλα είναι γιορτινά, κάνουν ετοιμασίες για την Ανάσταση. Ζητάμε να δούμε τον Πατριάρχη και πέρα από κάθε προσδοκία, μας ειδοποιούν ότι θα μας δεχθεί. Επιβλητικός μέσα στη μεταφυσική ατμόσφαιρα της ημέρας, μας δέχεται στο γραφείο του με λόγια ζυγισμένα και σοφά. Δικαιώνει την παράδοση και, ταυτόχρονα, είναι προσηνής, καλά πληροφορημένος και φιλόξενος. Φεύγουμε με τα δώρα του, ωραία διακοσμημένα πασχαλινά αυγά και βιβλία. Απρίλιος μήνας, το κρύο στο Μπακού είναι τσουχτερό, βρέχει και φυσάει δυνατά, η άνοιξη εδώ, πλάι στον Καύκασο των τεσσερισήμισι χιλιάδων μέτρων, μοιάζει να είναι ακόμη μακριά. Όπως μακριά μοιάζει να βρίσκεται και η Ευρώπη ενώ νιώθεις τη ζεστή ανάσα της Αμερικής στον τρόπο που μιλούν γι’ αυτήν οι άνθρωποι. Η χώρα έχει το σχήμα αετού με ανοιχτά φτερά, η πόλη γκρίζα με σοβιετικά κτίρια να δεσπόζουν. Αργότερα θα ανακαλύψουμε την πιο ανθρωποκεντρική αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα, το μεικτό «oil-boom» στυλ που οικοδόμησαν αρχιτέκτονες από την Ευρώπη και τη Ρωσία στις αρχές της χρυσής εποχής του πετρελαίου, που οδήγησε εδώ χιλιάδες πετρελαιοθήρες, μεταξύ των οποίων οι οικογένειες Νόμπελ και Ρότσιλντ. Η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή που είναι γνωστή από την προϊστορία ως Βιβλικός κήπος της Εδέμ. Σήμερα, μετά τον πόλεμο με την Αρμενία στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, το Αζερμπαϊζάν έχει χάσει την εύφορη αυτή κοιλάδα και τα προϊόντα που παράγει περιορίζονται, εκτός από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, στο χαβιάρι και το μετάξι. Από τα χώματα αυτά πέρασαν οι Σελευκίδες, οι Πάρθοι, οι Άραβες, οι Σελτζούκοι, οι Μογγόλοι, οι Πέρσες, οι Τούρκοι και τελευταίοι οι Ρώσοι, μας εξηγεί μια βουλευτίνα του εθνικού Κοινοβουλίου. Μπακού σημαίνει, κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο τόπος της φωτιάς εξαιτίας του πετρελαίου. Ο Μάρκο Πόλο, περιγράφει πως χιλιάδες άνθρωποι κατέφθασαν εδώ από πολύ μακριά, προκειμένου να συλλέξουν ένα λάδι, το οποίο «δεν μπορείς να το βάλεις στο φαγητό, αλλά μπορείς να το ανάψεις και είναι επίσης χρήσιμο για να αλείψεις τις καμήλες που έχουν ψώρα». Ωστόσο, ούτε οι λάμπες πετρελαίου ούτε οι ψωριάρες καμήλες έδωσαν αξία στο πετρέλαιο, που εκτιμήθηκε δεόντως μόνο στα τέλη του 19ου αιώνα με την ανακάλυψη των πετρελαιοκινητήρων. Ο πυρετός του μαύρου χρυσού δεν άργησε να φέρει στην περιοχή δεκάδες χιλιάδες τυχοδιώκτες, επενδυτές και φτωχούς αγρότες που αναζητούσαν καλύτερη τύχη. Μέσα σε τρία χρόνια ο πληθυσμός διπλασιάστηκε. Το 1910 το Μπακού είχε περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Το πετρέλαιο ανάβλυζε παντού, έτσι που μερικοί γίνονταν πλούσιοι σκάβοντας στην αυλή του σπιτιού τους. Πλούτος αλλά και εξεγέρσεις των εργατών, που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες οδήγησαν σε σφαγές στις αρχές του 20ου αιώνα. Ακούω τον αζέρο ξεναγό να μιλάει για αυτό το ιστορικό παρελθόν καθώς διατρέχουμε μια απέραντη περιοχή με εγκαταλελειμμένα μηχανήματα εξόρυξης πετρελαίου που μοιάζει στοιχειωμένη. Οι μαύρες αντλίες πετρελαίου διαγράφονται στο γκρίζο απομεσήμερο ως εκεί που φτάνει το μάτι, ανενεργές, παλιάς τεχνολογίας και λίγο πιο πέρα τα χαμόσπιτα των εργατών. Λάσπη και κρύο, έχει αρχίσει να ψιλοβρέχει. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται μια επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της BP, μεγάλα σύγχρονα κτίρια, δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, χρονοδιαγράμματα, όλη η παρακολούθηση της παραγωγής και των αγωγών σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Βλέπουμε στην οθόνη του υπολογιστή τη διαδρομή του υπό κατασκευή αγωγού που θα φτάνει στην Τουρκία, ο άλλος αγωγός στη Ρωσία. Μας εξηγούν τι κάνει η πολυεθνική για την κατάρτιση των εργαζομένων, τα εργατικά ατυχήματα, το περιβάλλον, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τις θαλάσσιες εγκαταστάσεις που πρέπει να γίνουν σε βάθος διακοσίων πενήντα μέτρων. Το σχέδιο προβλέπει ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως ως το 2007. Η μυρωδιά του πετρελαίου κυριαρχεί παντού. Την επομένη το πρωί επισκεπτόμαστε το μνημείο του Ζόργκε, του περίφημου κατάσκοπου του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, που εργάστηκε για τους σοβιετικούς. Τα τεράστια αμυγδαλωτά μάτια του μας παρακολουθούν σ΄ όποια μεριά της πλατείας κι αν σταθούμε. Ήταν η εποχή που ο μεγάλος αδελφός σε παρακολουθούσε χωρίς ηλεκτρονικές κάμερες. Στη συνέχεια ανεβαίνουμε στο λόφο που δεσπόζει για να δούμε την πόλη και το λιμάνι από ψηλά, διακρίνουμε μερικά παραδοσιακά κτίρια στην παλιά πόλη, δύο τζαμιά, το χαμάμ. Σιγά σιγά συμπυκνώνεται η ιστορία της χώρας, η ανακάλυψη του πετρελαίου, οι πόλεμοι, οι ξένοι, οι μεγάλες οικογένειες, ο έλληνας Δρακόπουλος, αγαπημένος όλων, που έφερε και φύτεψε ελιές κι ύστερα έστησε μεγάλο ελαιοτριβείο. Τα φαντάσματα άλλων εποχών διαρκώς παρόντα σ΄ αυτή τη χώρα με το πολύτιμο έδαφος. Ακολουθεί συνάντηση με τον έλληνα πρέσβη που προεδρεύει με άλλους ευρωπαίους πρέσβεις που μας κάνουν ενημέρωση και ανάλυση της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης της χώρας, συνάντηση με τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου. Ο πρόεδρος Αλίεφ είναι πολύ ηλικιωμένος και άρρωστος, ο τελευταίος πόλεμος με την Αρμενία είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του είκοσι τοις εκατό του συνολικού εδάφους της χώρας, ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Στις μετακινήσεις μας μέσα στην πόλη και στα περίχωρα βλέπουμε άντρες, μοναχικούς ή σε μικρές ομάδες να στέκουν περιμένοντας στο πουθενά. Η ανεργία των επιστημόνων φτάνει στο τριάντα πέντε τοις εκατό, εξηγεί κάποιος. Οι συζητήσεις συνεχίζονται, η ελευθερία των ΜΜΕ, το Σύνταγμα, τα κόμματα, τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πληγωμένη χώρα, πληγωμένοι άνθρωποι. Σύμφωνα με μια εκδοχή, Μπακού σημαίνει πόλη των ανέμων. Πράγματι φυσάει πολύ. Μου ΄ρχεται στο νου το τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα: με του ανέμου τα μποφόρ, μετράω της ήττας μου τα σκορ -είναι σαν να το σφυρίζει ο δυνατός αέρας για λογαριασμό αυτής της χώρας. Xρειάζεται περισσότερος χρόνος εδώ για να καταλάβεις. Εκτός Ευρώπης δεν αφομοιώνονται εύκολα οι πληροφορίες, οι εντυπώσεις, κινδυνεύεις να παρανοήσεις, να καταλάβεις λάθος. Προλαβαίνω να αγοράσω δυο μικρά βαζάκια χαβιάρι και δίσκους του Μουσταφά Ζαντέκ, πατέρα της γνωστής σε μας Αζίζα, και άλλους που μου συστήνει η κοπέλα στο δισκοπωλείο, ανακαλύπτοντας μια αναπάντεχη μουσική άνθιση που συνδυάζει την παραδοσιακή αζέρικη μουσική με τζαζ, μπλουζ-ροκ, ποπ και ψυχεδέλια. Στην επιστροφή, στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης τελειώνω την Αναλαμπή του Νίκου Θέμελη. Την άρχισα στο σπίτι και την ταξίδεψα ως το Μπακού. Ιστορίες που διασταυρώνονται σε φόντο Ανατολής, σαν σοροπιαστό γλυκό.
|
|