![]() |
|
|
ΕΝΕΡΓΕΙΑ |
|
|
Η ενέργεια είναι ένα σημαντικό θέμα που, όμως, αφήνει παγερά αδιάφορους όσους δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ενασχόληση μαζί της. Γι΄ αυτό θα αρχίσω αυτό το κεφάλαιο με μια αφελή σκηνή. Την ημέρα, λοιπόν, που αρχίζει η συζήτηση για τις Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μια πράσινη βουλευτίνα φέρνει έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων καμιά εικοσαριά πιτσιρίκια. Άσπρα καλτσάκια, κοντές φούστες και παντελόνια, λαμπερά πρόσωπα με συνωμοτικά χαμόγελα, παιδιά γεμάτα ενέργεια, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανεμίζουν εκείνα τα χρωματιστά μηλαράκια που κρατούσαμε όλοι στο χέρι όταν ήμασταν μικροί κι αν δεν βοηθούσε το αεράκι τα φυσούσαμε για να γυρίζουν. Είναι τώρα οι ανανεώσιμες πιο ελκυστικές; Υποπτεύομαι ότι υπάρχουν ακόμη αντιρρήσεις, κυρίως για τα φουρφούρια, όπως τα χαρακτήριζε ένας φίλος, που κάθε φορά που τα συναντούσε σε μια πλαγιά της Εύβοιας ή άλλων νησιών ξεχείλιζε από αγανάκτηση. Ας πάμε, τότε, σε μια πιο ευχάριστη εικόνα, σε ταράτσες γεμάτες πράσινο, σε κήπους όπου υπάρχει χώρος στην πόλη και δέντρα σε όλα τα πεζοδρόμια. Ξέρω, τα πεζοδρόμια είναι στενά αλλά καλύτερα με δέντρα παρά γυμνά, έτσι κι αλλιώς είναι μάλλον αδύνατο να φαρδύνουν, να πρασινίσουν είναι ίσως ευκολότερο. Αυτό θα μπορούσε να κρατήσει τις θερμοκρασίες 3-4 βαθμούς πιο χαμηλά τις καλοκαιρινές ημέρες της αφόρητης ζέστης, υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Στο στενό πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι μου φύτεψα τρεις νεραντζιές. Ωραίες που είναι, μοσχοβολάει ολόκληρος ο δρόμος τον Μάιο. Ζηλεύω, ωστόσο, τους γείτονες λίγο πιο κάτω που τόλμησαν να φυτέψουν τα δεντράκια στο μέσο του στενού δρόμου και τον μετέτρεψαν με το έτσι θέλω σε κήπο. Οι πρωτοβουλίες των πολιτών μπορεί να αδυνατούν να λύσουν τα μεγάλα προβλήματα, συχνά όμως ενθαρρύνουν και τονώνουν το ηθικό που η καθημερινή ζωή έχει ανάγκη για να μην είναι αφόρητη. Αλλά για ν΄ αφήσουμε τ΄ αστεία, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις που χαρακτηρίζουν τον μετασχηματισμό σε βάθος της ευρωπαϊκής οικονομίας, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι η ενέργεια. Η δεκαετία που διατρέχουμε προβλέπεται να είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς οι επενδύσεις που θα καλύψουν τις ολοένα αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες επιβάλλουν στα ευρωπαϊκά κράτη να αντικαταστήσουν τις εγκαταστάσεις, να πραγματοποιήσουν επιλογές μεταξύ των ενεργειακών προϊόντων, οι οποίες θα επηρεάσουν τις επόμενες τρεις δεκαετίες. Η ενεργειακή πολιτική της Κοινότητας στοχεύει στην εξασφάλιση του ανεφοδιασμού της σε ενέργεια, ώστε να αντιμετωπίσει την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εξωτερικές πηγές, που φτάνει σήμερα σε ένα ποσοστό 50%. Οι ενεργειακές επιλογές της Ένωσης εξαρτώνται από τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, τη διεύρυνση στο άμεσο μέλλον σε 25 κράτη μέλη με διαφορετικές ενεργειακές διαρθρώσεις, την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας αλλά και τους ολοένα αυξανόμενους περιβαλλοντικούς στόχους. Θα εξετάσουμε με συντομία καθένα από τους παραπάνω παράγοντες, προτού αναφερθούμε στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως ενεργειακού προϊόντος προοπτικής μέσα στο πλαίσιο αυτό. Σύμφωνα με τις προβλέψεις για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνολική ενεργειακή εξάρτηση θα αυξηθεί από 50% το 2000 σε 70% στα επόμενα 20 με 30 χρόνια. Ο βαθμός εξάρτησης υπολογίζεται ότι θα φτάσει το 70%, 80% και 90% αντίστοιχα για το φυσικό αέριο, τον άνθρακα και το πετρέλαιο. Η τάση αυτή ακολουθεί μια περίοδο, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση, μετά την πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Συγκεκριμένα, επιτεύχθηκε μείωση της εξάρτησης από 60% το 1973 σε 50% το 1999, γεγονός που οφείλεται σε παράγοντες όπως η βελτίωση της ενεργειακής οικονομίας, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών με υψηλότερη ενεργειακή απόδοση, η ανάπτυξη εγχώριων ενεργειακών πόρων αλλά και η διαφοροποίησή τους (πυρηνική ενέργεια, ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, κτλ). Επίσης, πραγματοποιήθηκε βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά τη χρησιμοποίηση μηχανών, αλλά και στον εξοπλισμό φωτισμού, στην ψύξη, στα αυτοκίνητα, στη μόνωση των οικιών και εμπορικών κτιρίων κλπ. Η εξέλιξη αυτή αναπτέρωσε τις ελπίδες ότι η αποσύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης από τη ζήτηση ενέργειας θα μπορούσε πράγματι να επιτευχθεί στις χώρες του ΟΟΣΑ. Η κοινοτική εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους είναι υψηλότερη για το πετρέλαιο, το οποίο αντιπροσωπεύει το 76% περίπου των αναγκών. Το προϊόν αυτό χρησιμοποιείται ευρέως σε βασικούς τομείς όπως είναι ο οικιακός, ο τριτογενής τομέας και οι μεταφορές, συντελώντας έτσι στο να διατηρείται σε υψηλά ποσοστά η εξάρτηση και για την επόμενη εικοσαετία. Η γεωγραφική διαφοροποίηση είναι μακροπρόθεσμα πιο αντίξοη απ’ ότι για το φυσικό αέριο, δεδομένου ότι μελλοντικά αναμένεται πως τα παγκόσμια αποθέματα θα είναι συγκεντρωμένα στη Μέση Ανατολή. Όσον αφορά το φυσικό αέριο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει προς το παρόν περιορισμένη εξάρτηση, που υπολογίζεται στο 40% περίπου, λόγω των πλούσιων κοιτασμάτων που διαθέτει στη Βόρεια Θάλασσα. Για να αντιμετωπιστεί η αύξηση της εξάρτησης κατά την επόμενη τριακονταετία, γεγονός που θα προκληθεί από την κατακόρυφη αύξηση στη ζήτηση του συγκεκριμένου καυσίμου, η Ένωση διαθέτει ποικίλους προμηθευτές που γειτνιάζουν γεωγραφικά (Ρωσία, Νορβηγία, Βόρεια Αφρική). Παρόμοιες τάσεις εξάρτησης επικρατούν και για τα λοιπά καύσιμα, όπως ο άνθρακας και τα πυρηνικά, μεταξύ των οποίων το ουράνιο. Είναι φανερό ότι η ενεργειακή εξάρτηση από άλλα κράτη εμπεριέχει σημαντικούς κινδύνους, όχι μόνο γεωπολιτικούς αλλά ποσοτικούς και τιμολογιακούς. Για το λόγο αυτό, η καλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια του εφοδιασμού είναι η διατήρηση πολλών και διαφορετικών μορφών ενέργειας και πηγών εφοδιασμού. Τα τελευταία χρόνια ένας από τους σημαντικότερους άξονες στην χάραξη της Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Πολιτικής σχετίζεται με την προστασία του περιβάλλοντος. Η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης τα περιβαλλοντικά προβλήματα που προκαλούνται από τη χρήση της ενέργειας και είναι είτε ατυχήματα (πετρελαιοκηλίδες, πυρηνικά ατυχήματα, διαφυγή μεθανίου), είτε εκπομπές ρύπων, υπήρξε καταλυτική και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις για ευρωπαϊκά ενεργειακά ζητήματα. Τα παραδείγματα καταστροφής του περιβάλλοντος εξαιτίας της ενεργειακής χρήσης είναι πολλά και διακρίνονται σε προβλήματα τοπικού επιπέδου (όξινη βροχή, φωτοχημική ρύπανση στις μεγάλες πόλεις, πετρελαιοκηλίδες κοντά σε ακτές), σε διηπειρωτικά προβλήματα (πυρηνικά ατυχήματα, λ.χ. Τσέρνομπιλ) και παγκόσμια προβλήματα (φαινόμενο του θερμοκηπίου). Ειδικότερα, όσον αφορά την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών, η πρόκληση είναι μεγάλη και απαιτεί τη συνεργασία των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Συνθήκη του Κιότο τηρήθηκαν για το χρονικό διάστημα 1990-2000, οπότε και υπήρξε σταθεροποίηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Δεν φαίνεται, όμως, ότι θα γίνει το ίδιο και για την περίοδο που διανύουμε έως το 2010, οπότε προβλέπεται μείωση των εκπομπών κατά 8% σε σχέση με το 1990. Η επιστροφή σε μια έντονη οικονομική ανάπτυξη τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και η εξέλιξη της διάρθρωσης της ενεργειακής κατανάλωσης, ιδίως αυτής που σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό και τις μεταφορές, συμβάλλουν στην αύξηση των εκπομπών των αερίων που επιτείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις περιβαλλοντικές συνέπειες από την χρήση ενέργειας, έχει προσαρμόσει τη νομοθεσία της στις αποφάσεις της Διάσκεψης του Ρίο και της Συνθήκης του Κιότο θέτοντας τους παρακάτω στόχους: Σταθεροποίηση των CO2 μέχρι το 2000 στα επίπεδα του 1990 και μείωση κατά 8% μέχρι το 2010. Μείωση των εκπομπών SO2 και ΝΟ. Βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας. Προοδευτική μείωση της χρήσης του άνθρακα και στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (από 4% της συνολικής κατανάλωσης το 1991 σε διπλασιασμό της το 2005). Χαμηλή κατανάλωση πετρελαίου, ώστε να μην υπερβαίνει το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας. Διατήρηση του ποσοστού φυσικού αερίου στο ενεργειακό ισοζύγιο ώστε να υπάρχουν διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού αλλά και λόγω της συγκριτικής υπεροχής του έναντι του πετρελαίου στις εκπομπές ρύπων. Μείωση του ποσοστού παραγωγής ηλεκτρισμού που παράγεται από υδρογονάνθρακες κάτω από 15%. Αναστολή δημιουργίας νέων πυρηνικών εργοστασίων παραγωγής ενέργειας και βελτίωση της ασφάλειας των υπαρχόντων αντιδραστήρων, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και στην περιφέρεια. Η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς της ενέργειας έχει ως στόχο να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, σύμφωνα με το πρότυπο των τηλεπικοινωνιών. Αναμενόμενη συνέπεια της κατάργησης του μονοπωλίου σε προϊόντα όπως η ηλεκτρική ενέργεια ή το φυσικό αέριο θα είναι η μείωση των τιμών τους, με την παράλληλη αντίστοιχη αύξηση της ζήτησης. Αυτό το γεγονός, όμως, που έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της Κοινότητας για περιορισμό στην αύξηση της ζήτησης, καθώς και με τις πολιτικές καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος. Παράλληλα, λόγω του ανταγωνισμού που καθιερώνει η εσωτερική αγορά, μεταβάλλονται και οι συνθήκες ανταγωνισμού των ενεργειακών πηγών (άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ανανεώσιμα, πυρηνική ενέργεια), με μάλλον δυσμενείς συνέπειες για τις νεοεισερχόμενες «πράσινες» μορφές, όπως είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτών των νέων ευρωπαϊκών δεδομένων για την ενέργεια γίνεται φανερό ότι η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί μονόδρομο για την εξασφάλιση του ενεργειακού μέλλοντος της Ένωσης. Οι παραδοσιακές μορφές ενέργειας αδυνατούν να εξασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά και την περιβαλλοντική ασφάλεια, κάτι που είναι δυνατόν να επιτευχθεί με τη συμμετοχή των ανανεώσιμων στον ενεργειακό σχεδιασμό. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου το 6% του ευρωπαϊκού εφοδιασμού, από το οποίο 2% προέρχεται από την υδροηλεκτρική ενέργεια. Μετά το 1985 παρουσιάστηκε σημαντική αύξηση της ενεργειακής παραγωγής από ανανεώσιμα, που έφτασε σε μια αύξηση 30% το 1998. Τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, η Πορτογαλία (15,7%), η Φινλανδία (21,3%), η Αυστρία (23,3%) και η Σουηδία (28,5%), έχουν δείξει ιδιαίτερη προτίμηση στη συγκεκριμένη ενεργειακή πηγή, εκμεταλλευόμενες το πλούσιο δασικό και υδατικό δυναμικό τους. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας ανέρχεται στο 9%, δηλαδή πάνω από τον μέσο όρο της Κοινότητας, που είναι 6%. Στόχος της Επιτροπής είναι να διπλασιαστεί το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας επί της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης σε 12% κατά το 2010. Η αύξηση αυτή θα επιδράσει θετικά τόσο στην απασχόληση του εργατικού δυναμικού, όσο και στην ανάπτυξη νέων ευρωπαϊκών τεχνολογιών που θα μπορούσαν να εξαχθούν προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες δυσκολίες για την επίτευξη αυτού του φιλόδοξου σχεδίου. Για την υδροηλεκτρική ενέργεια, που σήμερα αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο των ανανεώσιμων ενεργειών, οι δυνατότητες περαιτέρω επέκτασης είναι πολύ μικρές και στηρίζονται κυρίως στα μικρά υδροηλεκτρικά έργα. Άρα, θα πρέπει οι υπόλοιπες μορφές ανανεώσιμων (βιομάζα, αιολική ενέργεια, ηλιακή ενέργεια, γεωθερμική ενέργεια) να εξασφαλίσουν σχεδόν το σύνολο της επιδιωκόμενης αύξησης, κάτι που συνεπάγεται τετραπλασιασμό του σχετικού μεριδίου τους. Δύο από τις μορφές αυτές, η βιομάζα και η αιολική ενέργεια, παρουσιάζουν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μια ευρεία και οικονομικά συμφέρουσα χρήση. Η βιομάζα αποτελεί διαδεδομένο και πολυδύναμο πόρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θέρμανση, καθώς και για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η βιοενέργεια μπορεί να αντληθεί από τα αγροτικά και δασικά κατάλοιπα, τα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα, καθώς και τις νέες ενεργειακές καλλιέργειες. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφωνίες σχετικά με το κατά πόσον η παραγωγή ενέργειας που προέρχεται από την καύση απορριμμάτων θα μπορεί να θεωρείται ηλεκτρισμός παραγόμενος από ανανεώσιμη πηγή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να συμβαδίζει με τους άλλους στόχους των πολιτικών της Κοινότητας και ιδίως με το σεβασμό της αρχής της «ιεραρχικής διαχείρισης των απορριμμάτων». Για το λόγο αυτό, θεωρείται ότι η καύση μη διαχωρισμένων αστικών απορριμμάτων δεν θα πρέπει να υποστηρίζεται στο πλαίσιο ενός μελλοντικού συστήματος προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο, το τεράστιο δυναμικό των δασικών και αγροτικών καταλοίπων εξακολουθεί προς το παρόν να παραμένει ανεκμετάλλευτο. Όσο για την αιολική ενέργεια, το ποσοστό συμμετοχής της στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος την τελευταία δεκαετία έχει παρουσιάσει θεαματική αύξηση της τάξης του 2000%, γεγονός που οφείλεται στην πρόοδο της τεχνολογίας των ανεμογεννητριών και την συμφέρουσα πλέον από οικονομική άποψη εγκατάστασή τους. Το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί και στο μέλλον με τις κατάλληλες επενδύσεις στον τομέα αυτό. Η χρηματοοικονομική κάλυψη είναι χωρίς αμφιβολία το μεγαλύτερο πρόβλημα του τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πέρα από τα εμπόδια διαρθρωτικού χαρακτήρα που εστιάζονται στην ανάπτυξη του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος γύρω από τις συμβατικές μορφές ενέργειας (άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια), αισθητή είναι η απουσία και των απαραίτητων επενδύσεων. Η λύση που έχει προταθεί για την επίλυση αυτού του προβλήματος είναι η επιβάρυνση των πλέον επικερδών ενεργειακών πόρων, όπως του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με ένα τέλος για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Υπάρχει η σκέψη λ. χ. να επιβληθεί ειδική φορολόγηση (πράσινος φόρος) για τη χρηματοδότηση ενός ευρωπαϊκού ταμείου που θα εξασφαλίζει τα ποσά των αρχικών επενδύσεων. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προώθηση της χρήσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει ανάγκη από σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προσπάθειες. Οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να συνοδευτούν από αντίστοιχες πολιτικές στον τομέα της ζήτησης, προς όφελος του εξορθολογισμού και της σταθεροποίησης της ενεργειακής κατανάλωσης. Κάτω απ΄ αυτούς τους όρους, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι μια πολύ σημαντική πηγή ενέργειας, σε σχέση μάλιστα με την ενίσχυση της ασφάλειας του ευρωπαϊκού εφοδιασμού. |
|