ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές της Ουνέσκο, 

στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική 

υπάρχουν σήμερα τρεις φορές περισσότεροι αστρολόγοι 

απ΄ ό,τι μέλη Eπιστημονικών Aκαδημιών.

Τζωρτζ Στάινερ,

 συνέντευξη στο Nouvel Observateur

 

Σε κάθε πολιτική ομιλία προς τους λαούς της Ευρώπης, σε κάθε συνέντευξη, τηλεοπτική συζήτηση και προεκλογικό πρόγραμμα των κομμάτων, υπογραμμίζεται η σημασία της Εκπαίδευσης και του Πολιτισμού ως θεμέλιου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ως αναγκαίου συστατικού του ευρωπαϊκού μέλλοντος, ως στοιχείου ανάδειξης της ιδιαίτερης ευρωπαϊκής φυσιογνωμίας. Οι ίδιοι οι αρχηγοί κρατών διατυπώνουν συχνά αυτή την κεντρική ιδέα, υπογραμμίζοντας το πρωταρχικό ενδιαφέρον της κυβέρνησής τους για την εκπαίδευση.

Σε πρόσφατη ομιλία του ο έλληνας πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Στο σύγχρονο κόσμο, κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση όπου ανήκουμε, μπορούμε να πετύχουμε αν έχουμε περισσότερες γνώσεις. Στόχος μας ένα σχολείο που διασφαλίζει τη μόρφωση και την ισότιμη θέση των νέων γενιών στην Ευρώπη. Ένα σχολείο ανοιχτό στην κοινωνία, τη γνώση, την τέχνη, τον αθλητισμό, τον πολιτισμό». Κατηγορηματική επίσης η δήλωση του Τόνυ Μπλερ, σε ένα από τα τελευταία συνέδρια των άγγλων εργατικών: «Οι τρεις προτεραιότητές μου για την διακυβέρνηση της χώρας είναι εκπαίδευση, εκπαίδευση, εκπαίδευση». Στην ίδια κατεύθυνση ο γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ δήλωνε ότι «η εκπαίδευση είναι το βασικό υλικό για να χτίσει κάποιος μια σύγχρονη κοινωνία και να προετοιμαστεί για τον αυριανό κόσμο» και άνοιγε με τον τρόπο αυτό τη συζήτηση για τα ολοήμερα σχολεία στη χώρα του.

Πρόκειται για σημαντικές πολιτικές δηλώσεις με μεγάλη απήχηση στους πολίτες, αφού ανταποκρίνονται στις προσδοκίες όλων για μια καλύτερη κοινωνία, βασική προϋπόθεση της οποίας είναι η εκπαίδευση. Ωστόσο, στο μυαλό αρκετών τα ερωτήματα παραμένουν: Σε ποιο βαθμό εγγυάται στις ημέρες μας το κράτος την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης; Ποια είναι η σωστή εκπαιδευτική πολιτική που θα μετατρέψει σε πράξη την ισότητα των ευκαιριών; Μέσα από ποιες συνδυαστικές πολιτικές θα καρποφορήσουν οι προσπάθειες που καταβάλλονται, ώστε να αποκτήσει η εκπαίδευση κεντρικό ρόλο στις κοινωνίες μας; Θα υπάρξει στο άμεσο μέλλον πραγματική ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση και τη γνώση; Πόσα, άραγε, εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να υιοθετήσουν ουσιαστικά το φινλανδικό σύνθημα «Κάθε παιδί μπορεί να πετύχει, με την προϋπόθεση ότι είμαστε αρκετά καλοί να το υποστηρίξουμε»;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα δεν είναι εύκολες, γι’ αυτό και ορισμένες φορές δεν λείπει η αυτοκριτική διάθεση: «Θα πρέπει να αλλάξουμε την κατάσταση στη Γερμανία, όπου η ευκαιρία να παρακολουθήσει σχολείο μέσης εκπαίδευσης ένα παιδί των ανώτερων κοινωνικών τάξεων είναι από έξι έως δέκα φορές μεγαλύτερη απ’ ότι ένα παιδί της εργατικής τάξης. Είναι σκάνδαλο που ένας στους τέσσερις μαθητές από οικογένεια μεταναστών εγκαταλείπει το σχολείο χωρίς τίτλους αποφοίτησης, ως έθνος οφείλουμε να κάνουμε συντονισμένες προσπάθειες για να θέσουμε προδιαγραφές και να διορθώσουμε τις ανεπάρκειες που περιέγραψα». Οι παραπάνω διαπιστώσεις ανήκουν στον γερμανό καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, κατά τη διάρκεια της εξαγγελίας της ατζέντας 2010, την άνοιξη της περσινής χρονιάς.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για την Κοινωνία της Γνώσης. Ο πολιτικός στόχος που τέθηκε το 2000 στο Συμβούλιο της Λισσαβόνας, να καταστεί η Ευρώπη η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης στην υφήλιο, μετράται με δείκτες και καταγράφεται σε ετήσια βάση προόδου με χρονικό ορίζοντα το 2010.

Σε μια τέτοια πορεία, ποια θα μπορούσε να είναι η πιο σημαντική συνιστώσα αν όχι η εκπαίδευση; Άλλωστε, η εκπαίδευση αποτελεί την ασφαλέστερη οδό για να περάσουμε από την οικονομία της γνώσης στην κοινωνία της γνώσης, δηλαδή σε μια κοινωνία που θα αξιοποιεί το ανθρώπινο και διανοητικό κεφάλαιο προς όφελος της αειφόρου ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο, καθώς περνάμε στη νέα οικονομία, στην ψηφιακή οικονομία που αντικαθιστά την παραδοσιακή βιομηχανία, η εκπαίδευση οφείλει να αλλάξει και να εμπλουτισθεί,  να συνδεθεί με τις νέες τεχνολογικές και κοινωνικές πραγματικότητες, διατηρώντας, παράλληλα, τον παιδευτικό της χαρακτήρα. Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο.

Κι όμως, έχουμε ήδη στην Ευρώπη την ανάπτυξη πολιτικών που ξεφεύγουν από τα εκπαιδευτικά καθιερωμένα: Χάρη στην παρέμβαση των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, και σύμφωνα με αίτημα που διατυπώθηκε μετ’ επιτάσεως από την κοινωνική αριστερά κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’90, η συνθήκη του Άμστερνταμ συμπεριέλαβε στα μετρήσιμα μακροοικονομικά χαρακτηριστικά των κρατών-μελών την ανεργία. Διατυπώθηκε προς τούτο στη Φέιρα, το 2000 ένα σύνολο δεικτών που μετράει την πολιτική της απασχόλησης κάθε κράτους-μέλους. Στους δείκτες αυτούς εντυπωσιάζει η παρουσία μεγεθών που συνδέονται άμεσα με την εκπαίδευση. Για να αξιολογηθεί η πολιτική απασχόλησης των κρατών-μελών, συνυπολογίζονται οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση, το ποσοστό πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου, και το ποσοστό συμμετοχής ενηλίκων στα προγράμματα κατάρτισης. Είναι αυτονόητο ότι η εκπαίδευση συνδέεται στο σημείο αυτό με την οικονομία, ότι γίνεται προσπάθεια ώστε το σχολείο να μην παράγει ανέργους και η στατιστική παρακολούθηση είναι το πρώτο βήμα για τη διάγνωση των προβλημάτων.

Ρίχνοντας μια ματιά στο εκπαιδευτικό ρεπορτάζ των εφημερίδων σχηματίζει, συχνά κάποιος την εντύπωση ότι οι ευρωπαϊκές αποφάσεις στον τομέα της εκπαίδευσης είναι πολλές, σημαντικές, ευρέως φάσματος και, κυρίως, υποχρεωτικές για τα κράτη μέλη. Είναι άραγε έτσι; Αν ρίξουμε μια ματιά στους τίτλους των εφημερίδων βρίσκουμε ειδήσεις όπως αυτή:

Βρυξέλλες, 5 Μαΐου 2003 «Συμφώνησαν οι 15 στα κριτήρια για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης. Στην έγκριση των πέντε ευρωπαϊκών κριτηρίων για τη βελτίωση των συστημάτων εκπαίδευσης στην Ευρώπη, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2010, προχώρησε τη Δευτέρα το Συμβούλιο Υπουργών Παιδείας της ΕΕ, στο οποίο για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι υπουργοί των δέκα νέων κρατών-μελών της Ένωσης. Ειδικότερα, τα πέντε κριτήρια είναι τα ακόλουθα: Ο μέσος όρος ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο στην ΕΕ δεν πρέπει να υπερβαίνει το 10%. Ο συνολικός αριθμός των αποφοίτων μαθηματικών, θετικών επιστημών και τεχνολογικών σπουδών στην ΕΕ πρέπει να αυξηθεί κατά 15% τουλάχιστον. Το 85%, τουλάχιστον των ατόμων ηλικίας 22 ετών στην ΕΕ πρέπει να έχει ολοκληρώσει την ανώτερη βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας έως 15 ετών με χαμηλές επιδόσεις στην ικανότητα ανάγνωσης πρέπει να μειωθεί κατά 20% τουλάχιστον. Το μέσο επίπεδο συμμετοχής στη δια βίου μάθηση στην ΕΕ θα πρέπει να είναι τουλάχιστον το 12,5% του ενήλικου πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, δηλαδή από 25έως 64 ετών».

Χρειάστηκε να παρακολουθήσω ορισμένες συνεδριάσεις της Επιτροπής Πολιτισμού και Εκπαίδευσης όταν ήρθα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για να αντιληφθώ ότι όχι μόνο δεν υφίσταται μια κεντρική ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική, με τη νομική και κυριολεκτική έννοια του όρου, αλλά ότι η εκπαιδευτική πολιτική αποτελεί εθνική υπόθεση, θα τολμούσα να πω ένα ταμπού για τα κράτη μέλη, τις κυβερνήσεις, τους εκπαιδευτικούς και τους βουλευτές. Μοιάζει όλοι σχεδόν οι παραπάνω να μην είναι έτοιμοι να δεχθούν παρεμβάσεις στην εθνική πολιτική της χώρας τους για την εκπαίδευση, στην οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος ή στο περιεχόμενο της διδασκαλίας. Κάτι τέτοιο θα φάνταζε στα μάτια τους μάλλον ιεροσυλία παρά βελτίωση.

Πώς συμβαίνει, λοιπόν, να λαμβάνονται αποφάσεις όπως η παραπάνω; Σε ποιο πλαίσιο λειτουργούν αυτές και πόσο συνδέονται με τις εθνικές εκπαιδευτικές πολιτικές; Θα ξεκινήσουμε από μια βασική διαπίστωση. Η εκπαίδευση αποτελεί ένα χώρο πάνω στον οποίο πέφτει βαριά η σκιά μιας μεγάλης αντίφασης. Από τη μια, η κεντρική σημασία που της αποδίδεται, από την άλλη η έλλειψη προθυμίας να παραχωρηθούν αρμοδιότητες από τα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε να αποκτήσει κεντρική διάσταση, να μετατραπεί σε ευρωπαϊκή πολιτική. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη δήλωση της Επιτρόπου Βίβιαν Ρέντινγκ στο Συμβούλιο Υπουργών του Νοεμβρίου 2003: «Υπάρχει συλλογική συνειδητοποίηση στην Ευρώπη για την ανάγκη μιας κοινοτικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής». Βρισκόμαστε, όμως, ακόμη στην αρχή.

Ενώ σε άλλους εξίσου ευαίσθητους τομείς η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητεί με πάθος και ιδιαίτερη προσοχή την οδό κοινής πολιτικής, που αποκαλείται "εναρμόνιση", στον τομέα της εκπαίδευσης μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για την διαμόρφωση ενός χώρου ανταλλαγής ιδεών, μιας παιδικής χαράς όπου μπορούν να παίξουν παιδιά που έρχονται από κοντά και άλλα που πρέπει να διατρέξουν μεγάλη απόσταση για να φτάσουν, που αποκαλείται "σύγκλιση". Με βάση την ως τώρα πορεία, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα σύντομα μια κοινή ευρωπολιτική για την Εκπαίδευση.

Είναι, μάλιστα, αλήθεια ότι κάθε φορά που υπάρχει η υποψία μιας τέτοιας ιδέας προκαλούνται ρίγη απέχθειας, σαν να πρόκειται για προσβολή μιας άγραφης πολιτικά ορθής συμπεριφοράς. Καλύτερα να φοράς πέδιλα στο καταχείμωνο παρά να την υποστηρίξεις στη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής. Αυτομάτως θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν γερμανικά, ισπανικά, σουηδικά μάτια κάθε χρώματος, με την ίδια έκπληκτη έκφραση: Πώς τολμάς;

Στην πραγματικότητα, όπως είναι προφανές, τα κράτη-μέλη αποφασίζουν τι αναθέτουν στην Ένωση. Στο μυαλό των ευρωπαίων πολιτών, όμως, το παιχνίδι συχνά αντιστρέφεται και πολλοί νομίζουν ότι η Ένωση δεν δέχεται να αναλάβει περισσότερες αρμοδιότητες αναφορικά προς τα συστήματα εκπαίδευσης. Αυτό είναι εντελώς ανακριβές και ισχύει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή τα κράτη-μέλη είναι αυτά που αρνούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιο κεντρικό και δραστήριο ρόλο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι δεν υφίσταται εκπαιδευτική πολιτική, ενώ, αντίθετα, υπάρχει γεωργική ή νομισματική πολιτική, κάτι που στην πρώτη περίπτωση αποδεικνύεται από τις επιδοτήσεις που ξεπερνούν το σαράντα τοις εκατό του κοινοτικού προϋπολογισμού, στη δεύτερη από το χειροπιαστό κοινό νόμισμα, το ευρώ. Δεν πρόκειται για αμέλεια ή δόλο. Δεν πρόκειται για αντικειμενικές ή υποκειμενικές δυσκολίες, σίγουρα δεν είναι αδιαφορία. Είναι μια ξεκάθαρη πολιτική συμφωνία της πλειοψηφίας των κρατών, η οποία υποδηλώνει ασφαλώς και  τις προτεραιότητές τους σχετικά με τις πολιτικές που θεωρούν κεντρικής σημασίας για την ευρωπαϊκή διάσταση.

Το διαπιστώνουμε ρίχνοντας μια ματιά στις Συνθήκες της Ένωσης. Στο σχετικό άρθρο διαβάζει κάποιος ότι η εκπαίδευση είναι αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Η προσήλωση στην παράδοση του Έθνους-κράτους στον τομέα αυτό είναι εμφανής. Κατά συνέπεια, και οι αποφάσεις που αφορούν την εκπαίδευση στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια λαμβάνονται με την αρχή της ομοφωνίας, προκειμένου να μην υποχρεωθεί ένα κράτος-μέλος να δεχθεί μια πλειοψηφική απόφαση. Αυτό σημαίνει ιδιαίτερη δυσχέρεια στο να ληφθούν σημαντικές αποφάσεις, αφού όλο και κάποιος θα βρίσκεται να διαφωνεί. Κι αυτό συμβαίνει την ίδια στιγμή που οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση υπογραμμίζουν την κρισιμότητα της πορείας προς την κοινωνία της γνώσης. Κοινός ο στόχος, μεγάλος ο κατακερματισμός των προσπαθειών. Ο στόχος της Λισσαβόνας συμπλέει άραγε με τα μέσα στην περίπτωση αυτή; Δύσκολα θα υποστηρίζαμε κάτι τέτοιο.

Από την άλλη πλευρά, όπως αναφέραμε παραπάνω, η πολιτική απασχόλησης συνδέεται με την επιτυχημένη εκπαίδευση και η σύνδεση αυτή είναι σημαντική.  Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής ανάπτυξης, στο πρόγραμμα e-Europe, συμπεριλήφθηκε ο ιδιαίτερος πυλώνας, του e-Learning, δηλαδή  της ηλεκτρονικής μάθησης. Πρόκειται για μεγάλης εμβέλειας πρόγραμμα που προσφέρει κοινό πλαίσιο σε όλες τις χώρες και τις αντίστοιχες χρηματοδοτήσεις, ώστε να επεκταθεί η χρήση των Τεχνολογιών Πληροφόρησης και Επικοινωνίας σε εκπαιδευτικούς και σπουδαστές, καθώς και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Παράλληλα, εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχει δρομολογηθεί μια σειρά παρεμβάσεων που αφορούν την κινητικότητα, την προώθηση της πολυγλωσσίας, την αμοιβαία πιστοποίηση εκπαιδευτικών προσόντων και την ένταξη της ευρωπαϊκής διάστασης στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα.

Το 2000 εγκαινιάζεται επίσης μία δεύτερη ατζέντα, που αφορά στον κορμό των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων. Πρόκειται για κοινές θέσεις που αφορούν στους στόχους και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών συστημάτων, τη δια βίου κατάρτιση και την ηλεκτρονική μάθηση μέσα από διετείς συναντήσεις και αποφάσεις των υπουργών πολιτισμού, γνωστές ως διαδικασία της Μπολόνια.

Η νέα αυτή ατζέντα διαφέρει από τον παραδοσιακό κοινοτικό τρόπο εργασίας και εντάσσεται στη διαδικασία της Μεθόδου Ανοικτού Συντονισμού. Πρόκειται για τη συμφωνία σε συγκεκριμένους στόχους όσων είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν κοινή πορεία και τη μεθοδολογία διαγνωστικής αξιολόγησης της πορείας εφαρμογής της ακολουθούμενης πολιτικής. Περιλαμβάνει, εκτός από τους κοινούς στόχους, τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων με βάση συμφωνημένους ποσοτικούς δείκτες που ελέγχουν το βαθμό επίτευξης των κοινών στόχων. Η μέθοδος αυτή δεν παραβιάζει τις αρμοδιότητες όπως προβλέπονται στις Συνθήκες, αλλά παρέχει ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας των κρατών μελών, ώστε οι εθνικές πολιτικές να συγκλίνουν ταχύτερα υπέρ της υλοποίησης κοινών στόχων.

Διαθέτει για το σκοπό αυτό στατιστικές ως δείκτες, εργαλεία μέτρησης που έχουν από κοινού προσδιοριστεί, χάρη στα οποία τα κράτη μέλη τοποθετούνται και παρακολουθούν την εξέλιξη. Επιπλέον, καταφεύγει σε συγκριτικά μέσα συνεργασίας που τονώνουν την καινοτομία και την ποιότητα, όπως είναι λ.χ. η διάδοση των ορθών πρακτικών ή πρότυπα σχέδια.

Οι συγκεκριμένοι μελλοντικοί στόχοι των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης το 2001 και αφορούν τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, την πρόσβαση όλων στα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και, τέλος, το άνοιγμα του σχολείου στο κοινωνικό, πολιτισμικό, οικονομικό περιβάλλον.

Βεβαίως οι δυσκολίες του εγχειρήματος και οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών που πρέπει να γεφυρωθούν δεν είναι ευκαταφρόνητες. Από τη μια, η αγγλοσαξονική παράδοση, που κυριαρχεί επίσης σε χώρες όπως το Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και  Σκανδιναβία, θεωρούν πως η εκπαίδευση αφορά κυρίως την προετοιμασία των πολιτών για την οικονομία. Ακούγεται κάπως παράξενο στα αυτιά μας, εξηγείται όμως από την φιλελεύθερη παράδοση των κοινωνιών αυτών, οι οποίες δεν δέχονται την πολιτική στόχευση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και υπεραμύνονται της προστασίας της ατομικότητας. Από την άλλη, η γαλλική παράδοση θέτει στο κέντρο της εκπαιδευτικής στόχευσης τη διαμόρφωση πολιτών που θα ασπάζονται τις δημοκρατικές αρχές, με αποτέλεσμα η κρατική ιδεολογία να διαποτίζει τα προγράμματα και οι εκπαιδευτικοί να θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί με πολιτικό ρόλο. Η τελευταία αυτή αντίληψη, από τη μια πολιτικοποιεί τα σχολεία και τα απομακρύνει σε μεγάλο βαθμό από τις ανάγκες της αγοράς, από την άλλη, τα κάνει πιο συγκεντρωτικά και ανελαστικά σε καινοτόμες παιδαγωγικές προσεγγίσεις.

Από τους δεκαέξι ποιοτικούς στόχους, οι επτά αφορούν τις επιδόσεις σε περιεχόμενα όπως Μαθηματικά, Ανάγνωση, Θετικές Επιστήμες, Ξένες Γλώσσες, Πολιτική Αγωγή,  Τεχνολογίες Πληροφόρησης και Επικοινωνίας και Ικανότητα για μάθηση. Τρεις αφορούν τη σχολική επιτυχία και τα ποσοστά μετάβασης από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα σε άλλη. Έτσι έχουμε δείκτες για την εγκατάλειψη του σχολείου, την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας και την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τέσσερις δείκτες αφορούν την αξιολόγηση της σχολικής εκπαίδευσης: τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται και λειτουργούν τα σχολεία, το βαθμό συμμετοχής των γονέων στη διοίκηση των σχολείων, το επίπεδο κατάρτισης των εκπαιδευτικών και το βαθμό πρόσβασης στην προσχολική εκπαίδευση. Τέλος, δύο δείκτες αφορούν τη διαχείριση πόρων και την αξιοποίηση υποδομών: την κατά κεφαλή δαπάνη ανά μαθητή και τον αριθμό μαθητών ανά ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες ποιότητας αφορούν, εκτός από τις επιδόσεις των μαθητών στα βασικά περιεχόμενα, τη διασφάλιση της συμμετοχής όλων στην εκπαίδευση, τη δημοκρατικότητα της διοίκησης, ειδικά με τη συμμετοχή εκπαιδευτικών και γονέων στις αποφάσεις σε επίπεδο της σχολικής μονάδας και, τέλος, τη διασφάλιση της ποιότητας των πηγών εκπαίδευσης, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκπαιδευτικοί.

Τα αποτελέσματα του κάθε κράτους-μέλους στους δείκτες αυτούς δημοσιοποιούνται, αρχής γενομένης από το Εαρινό Συμβούλιο του 2004. Οι συγκρίσεις είναι ευνόητες και, κατά συνέπεια, προσδοκάται η βελτίωση μέσω της πολιτικής πίεσης, στο βαθμό που οι κοινωνίες της ΕΕ, οι γονείς, οι εκπαιδευτικοί, οι τοπικές κοινωνίες και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας θα διαθέτουν ένα μέτρο σύγκρισης για την ποιότητα των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σε όλα τα κράτη-μέλη.

Το έτος 2010 είναι ο καταληκτικός χρονικός ορίζοντας για κάθε κράτος-μέλος που αναλαμβάνει την πολιτική δέσμευση να επιτύχει τους καθορισμένους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους.

Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι έστω και χωρίς κοινή ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική, αρχίζει να διαμορφώνεται δευτερογενώς ένας ευρωπαϊκός χώρος εκπαίδευσης στον οποίο διασφαλίζονται πολιτικά και θεσμικά: α) η απόκτηση από όλους των γνώσεων και των δεξιοτήτων που θα τους επιτρέπουν τη συμμετοχή στην κοινωνία της γνώσης β) η ορατή αύξηση των επενδύσεων στο ανθρώπινο δυναμικό γ) η ανανέωση των μεθόδων διδασκαλίας και μάθησης δ) η διαμόρφωση ενός κλίματος εκτίμησης προς τη μάθηση ε) η διασφάλιση πρόσβασης στην πληροφόρηση και σε συμβουλές σχετικές με τις δυνατότητες ατομικής αξιοποίησης της δια βίου εκπαίδευσης στ) η προσέγγιση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης όσο το δυνατό πιο κοντά στους μαθητευόμενους, με την ευρεία αξιοποίηση των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας.

Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση για την ηλεκτρονική μάθηση. Σ’ αυτήν, έχουν τεθεί ως στόχοι α) να αυξηθούν οι επενδύσεις στο πληροφορικό υλικό, ώστε να βελτιωθούν οι υποδομές β) να διευκολυνθεί η δημόσια πρόσβαση στα εργαλεία που προσφέρουν ηλεκτρονική μάθηση γ) να αναπτυχθούν οι διαδικασίες επιμόρφωσης ώστε ο καθένας, και ειδικά οι λιγότερο προνομιούχες κοινωνικές ομάδες, να αποκτήσουν γνώση για πρόσβαση στις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας δ) να προσαρμοσθούν οι ισχύουσες εκπαιδευτικές δομές στις ανάγκες της κοινωνίας της γνώσης.

Διαπιστώνεται ότι, εντέλει, στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης γίνεται προσπάθεια παρά τις πολιτικές αναστολές, να υποστηριχθεί η κοινή αντιμετώπιση του εκπαιδευτικού ζητήματος, που αφορά όλους: Όχι μόνο τα παιδιά, που αποτελούν το «αύριο» της Ένωσης, αλλά και τους μεγάλους, μια και η εκπαίδευση δεν σταματά πια στο σχολείο ή το πανεπιστήμιο αλλά συνεχίζεται με τη «δια βίου» μάθηση, συνδυαζόμενη με την κατάρτιση και την ανάδειξη των δεξιοτήτων των Ευρωπαίων πολιτών.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι παρά την επικουρικότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής, διαμορφώνεται η συστηματική προώθηση στόχων, τους οποίους όλοι συμμερίζονται. Προς αυτή την ενθαρρυντική κατεύθυνση, συνέβαλε όχι μόνο η συνειδητοποίηση ότι το ζήτημα είναι θεμελιώδες αλλά και η διαπίστωση πως η επένδυση στην εκπαίδευση συναρτάται στενά με την απασχόληση, κρίσιμο οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα στην εποχή μας. Όπως και να έχει, σταδιακή πρόοδος σημειώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τούτο είναι ελπιδοφόρο. Το «Χθες» μπορεί να κληρονόμησε στο «Σήμερα» τις αρετές και τα προβλήματα του Έθνους-κράτους, που μένει προσηλωμένο στην παράδοση και διατηρεί για τον εαυτό του όλες τις σχετικές αρμοδιότητες, οδηγώντας την Κοινότητα να μην αναπτύσσει μια «κοινή» πολιτική εκπαίδευσης. Ωστόσο, το «Σήμερα» μπολιάζει το «Αύριο» με τη σχεδίαση νέων στόχων, τη διαμόρφωση χρονοδιαγραμμάτων και με την δρομολόγηση πανευρωπαϊκών Προγραμμάτων, τα οποία οι Βρυξέλλες χρηματοδοτούν.

Αξίζει, στο σημείο αυτό, να αναφερθούμε στις άλλες φωτεινές στιγμές αυτής της πορείας, που τονώνουν την αισιοδοξία για το μέλλον. Στο Πρόγραμμα Σωκράτης για την εκπαίδευση, Leonardo Da Vinci για την κατάρτιση και στο σχέδιο δράσης e-Learning για την εκμάθηση των νέων τεχνολογιών.

Το Σωκράτης είναι πρόγραμμα υποτροφιών για μαθητές, σπουδαστές και διδάσκοντες. Ήδη διανύουμε τη δεύτερη φάση εφαρμογής του, που θα ολοκληρωθεί το 2006, με ύψος προϋπολογισμού 1.850 εκατομμύρια ευρώ για τις δράσεις Comenius (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση), Erasmus (τριτοβάθμια εκπαίδευση), Gruntdvig (εκπαίδευση ενηλίκων), Lingua (εκμάθηση ευρωπαϊκών γλωσσών) και Minerva (εισαγωγή νέων τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνίας στην εκπαίδευση). Εθνικά γραφεία σε κάθε χώρα έχουν την ευθύνη να πληροφορούν τους ενδιαφερόμενους και να προωθούν τις αιτήσεις.

Η θέσπιση κοινών διαπανεπιστημιακών μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών επιπέδου Μάστερ, αποτελεί σημαντική καινοτομία του νέου προγράμματος Erasmus Mundus που αρχίζει το 2004 τελειώνει το 2008. Είναι ανοιχτό σε σπουδαστές από άλλες χώρες και ηπείρους με πρόβλεψη 4.200 υποτροφιών. Από το 1987 που εγκαινιάστηκε, το Erasmus χρηματοδότησε έως το 2003 τις σπουδές ενός εκατομμυρίου σπουδαστών σε τριάντα χώρες. Οι πρώτοι που αξιοποίησαν αυτή την ευκαιρία ήταν οι γάλλοι σπουδαστές (155.379 υποτροφίες) και ακολούθησαν οι γερμανοί (154.072 υποτροφίες). Από τη χώρα μας 19.279 σπουδαστές πήραν υποτροφία Erasmus και παρακολούθησαν σπουδές σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού.

Το πρόγραμμα Leonardo Da Vinci περιλαμβάνει δράσεις που αφορούν στην κινητικότητα, όπως λ.χ. διακρατικές συνεργασίες με τη συμμετοχή εταίρων από τουλάχιστον τρεις χώρες, ανταλλαγές καινοτόμων πρακτικών μεταξύ των εκπαιδευτών, δοκιμαστικά σχέδια και καινοτόμες πρακτικές στις μεθόδους, το περιεχόμενο και στα μέσα επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικού προσανατολισμού. Επίσης, περιλαμβάνει δράσεις για τις γλωσσικές ικανότητες, όπως λ. χ. προτάσεις που αφορούν στην δοκιμή και επικύρωση, την αξιολόγηση και διάδοση διδακτικού υλικού και καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας και ακόμη διακρατικά σχέδια για τη δημιουργία δικτύων εμπειρογνωμόνων και υλικού αναφοράς, όπως είναι η σύνταξη και ενημέρωση κοινοτικού υλικού που αναφέρεται στην καταγραφή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνικών συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα ανοιχτό σε μεγάλο φάσμα οργανισμών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, το οποίο αξιοποιείται με διαφορετικό τρόπο, στις διάφορες χώρες.

Προκαλείται συχνά η εντύπωση πως τα προγράμματα απευθύνονται σε νέους με προνομιακή κοινωνική θέση ή προνομιακή σχέση με τις «εθνικές αρχές» διαχείρισής τους. Οι αριθμοί για την Ελλάδα δεν είναι αισιόδοξοι: Μόνον ένας στους πενήντα πολίτες ηλικίας 25 μέχρι 64 ετών έχει συμμετάσχει το 2002 σε προγράμματα κατάρτισης με στόχο τη βελτίωση δεξιοτήτων και την απόκτηση περισσοτέρων εφοδίων στην αγορά εργασίας.

Η συμμετοχή από πλευράς των πολιτών σε μια εποχή που διακρίνεται από την αγωνία του πολίτη να δημιουργήσει καλύτερες και πιο σίγουρες συνθήκες για την εργασία του είναι συνάρτηση της πληροφόρησης σχετικά με τις δυνατότητες που του παρέχονται από τα προγράμματα, των γραφειοκρατικών δυσκολιών, της ευελιξίας των μηχανισμών, της εν γένει ετοιμότητας, αλλά και της πεποίθησης ότι αυτά αναβαθμίζουν την παρουσία του στην αγορά εργασίας.

Συμβαίνει, όμως, το παράδοξο ότι ενώ θα περίμενε κανείς πρώτα την αναβάθμιση της ποιότητας της γενικής εκπαίδευσης, ώστε να δημιουργηθεί μια στέρεη βάση καλλιέργειας των δεξιοτήτων, να τίθενται ως πρώτη προτεραιότητα από την ΕΕ τα προγράμματα κατάρτισης. Γεγονός το οποίο δημιουργεί με τη σειρά του, τον κίνδυνο να απολάβουν την διά βίου μάθηση μόνον όσοι διαθέτουν προνομιούχα παιδεία. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο, οι πολίτες εκείνοι, που για λόγους αντικειμενικούς έτυχαν μιας χαμηλής ποιότητας εκπαίδευσης, να έχουν και τις λιγότερες δυνατότητες αξιοποίησης των προγραμμάτων κατάρτισης, κάτι που έχει επισημανθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ποια εικόνα έχει ο μέσος πολίτης για την κατάρτιση; Πιστεύει ότι αν καταρτισθεί θα μπορέσει πράγματι να βρει δουλειά ή να βελτιώσει τη δουλειά του; Φοβάμαι ότι η απάντηση δεν είναι θετική για τους περισσότερους. Η δια βίου μάθηση αποτελεί κοινωνική επένδυση, για κοινωνίες που σέβονται την αξιοκρατία και αναζητούν τους άριστους, ανοιχτές και ευέλικτες στις αλλαγές, εντέλει κοινωνίες υψηλών προσόντων, που υποδέχονται τις νέες προκλήσεις της οικονομίας ως ευκαιρίες.

Είναι πολύ σημαντικό να πάψει να θεωρείται ότι με την κατάρτιση διασκεδάζεται η ανεργία. Όσο καλλιεργείται μία κοινωνική συνείδηση υπονομευμένη απέναντι στην εργασία, στην κατάρτιση, και στην εκπαίδευση από την υποψία αναξιοκρατίας και ελλιπών θεσμών, τόσο δυσκολότερα μπορεί να διαμορφωθεί το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο θα έχει τη διάθεση να απορροφήσει τις γνώσεις και να εργαστεί με αφοσίωση στο στόχο.

Βασικό ζητούμενο πρέπει να είναι οι ίσες ευκαιρίες. Μάλιστα, θα μπορούσε να τις αποκαλέσει κάποιος άνισες ευκαιρίες, διότι θα πρέπει να δίνονται περισσότερες σε εκείνους που τις έχουν περισσότερη ανάγκη. Αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που μπορούν να ισχυροποιήσουν την εργασιακή συνείδηση και την μεγαλύτερη προσπάθεια.

Η καινούρια οικονομική δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή που αντικαθιστά τη βαριά βιομηχανία, θα είναι κατά κύριο λόγο ψηφιακή υποδομή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που υστερεί στο σημείο αυτό από τις ΗΠΑ, αλλά και από ορισμένες ασιατικές οικονομίες, επικέντρωσε τις προσπάθειές της στην ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας στα κράτη-μέλη. Γενναίες πιστώσεις διατίθενται και αναμένεται να διατεθούν τα επόμενα χρόνια για τις δράσεις του προγράμματος e-Europe και e-Learning, που αφορά την ψηφιακή εκπαίδευση.

Αυτό που είδαμε να συμβαίνει στην πράξη τα τελευταία χρόνια, κυρίως μετά το Συμβούλιο της Λισσαβόνας, είναι ότι η Μέθοδος Ανοιχτού Συντονισμού επέτρεψε να προχωρούμε με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα σε κοινές συμφωνίες, όχι μόνο των δεκαπέντε αλλά  όλων των υπό διεύρυνση χωρών και ορισμένων γειτονικών χωρών. Έτσι, γίναμε μάρτυρες τεσσάρων σημαντικών συναντήσεων που αφορούν τον συντονισμό της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας: Τη συνάντηση της Μπολόνια, ακολούθησε το 1999 η Σορβόννη, το 2001 η Πράγα, και το 2003 το Βερολίνο, όπου οι υπουργοί παιδείας από 33 χώρες έλαβαν σημαντικές αποφάσεις για τη γενική και την ανώτερη εκπαίδευση: για τον προπτυχιακό και μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών, τα κεντρικά εθνικά συστήματα αξιολόγησης, το κοινό πτυχίο, την κοινωνική διάσταση της εκπαίδευσης, την κινητικότητα των σπουδαστών, τη συγκρισιμότητα των πτυχίων, τη δια βίου εκπαίδευση, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης με τις χώρες εκτός Ευρώπης.

Αποφάσισαν επίσης την καταγραφή μιας σειράς στατιστικών δεδομένων, όπως: Η έλλειψη ή το πλεόνασμα εκπαιδευτικών και εκπαιδευτών στην αγορά εργασίας, η εξέλιξη του αριθμού όσων ζητούν προγράμματα επιμόρφωσης, ο αριθμός των ατόμων που ολοκληρώνουν την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η αύξηση των κατά κεφαλήν επενδύσεων στο ανθρώπινο δυναμικό, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 25-64 ετών που συμμετέχει στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, το ποσοστό χρόνου εργασίας που δαπανούν οι εργαζόμενοι για μάθηση ανά ηλικιακή ομάδα, το ποσοστό σπουδαστών και εκπαιδευομένων αρχικής κατάρτισης οι οποίοι επωφελούνται από ρυθμίσεις εκπαίδευσης εναλλασσόμενης με εργασία, το ποσοστό ιδρυμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν συμβουλές και οδηγίες για την ίδρυση επιχειρήσεων, το ποσοστό των σπουδαστών μιας χώρας που παρακολουθούν μέρος των σπουδών τους σε άλλη χώρα της ΕΕ ή τρίτη χώρα, καθώς και των διδασκόντων, ερευνητών και επιστημόνων από άλλες χώρες της ΕΕ, οι οποίοι απασχολούνται στα διάφορα εκπαιδευτικά επίπεδα.

Το γεγονός ότι για όλα τα παραπάνω υπάρχει δέσμευση να αξιολογούνται με ενδιάμεσες, δημόσιες εκθέσεις, έως την τελική του 2010, δημιουργεί τη βάσιμη προσδοκία πως τα κράτη-μέλη θα επιδείξουν την απαραίτητη συνέπεια.

Μάλιστα, η Επιτροπή, σε επίσημο κείμενό της στις αρχές του 2003 καθιστούσε σαφή τη δέσμευση: «Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν το υψηλό επίπεδο δημοσίων επενδύσεων που απαιτούνται από το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, να συνάψουν εταιρικές σχέσεις και να δημιουργήσουν κίνητρα για περισσότερες και συνεχείς επενδύσεις εκ μέρους των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, να εστιάσουν τη χρηματοδότηση σε περιοχές που είναι πιο πιθανό να αποδώσουν αποτελέσματα βέλτιστης ποιότητας και να πραγματοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις όσον αφορά το περιεχόμενο, την ποιότητα και την αναγνώριση προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την αποδοτικότητά τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Ωστόσο, κάθε φορά που αναφέρομαι στα ζητήματα αυτά, νιώθω πως αρκετοί δυσπιστούν. Από τη μια, υπάρχει η αίσθηση πως αυτά τα προγράμματα, η πολιτική, οι αποφάσεις, λαμβάνονται από ένα κλειστό κονκλάβιο «πριν από εμάς για μας», χωρίς διάλογο, χωρίς συμμετοχή. Από την άλλη, υπάρχει η αμφιβολία του κατά πόσο οι πολιτικές αυτές θα αγγίξουν πραγματικά την καθημερινότητά μας, θα αφορούν τον καθένα μας.

Θα ήθελα μ΄ αυτή την αφορμή να αναπτύξω ορισμένα επιχειρήματα σε ότι αφορά τη διαδικασία των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα δύο αυτά όργανα και η λήψη των αποφάσεών τους είναι δομημένα κατά τρόπο τέτοιο που να υπάρχει– και σε ορισμένα κράτη-μέλη πράγματι υπάρχει− ο χρόνος για διάλογο πριν από τη λήψη των τελικών αποφάσεων. Ο κύκλος που κάνει μία πολιτική, από τη στιγμή που διακηρύσσεται ως αρχική πολιτική βούληση έως τη στιγμή που ψηφίζεται και κατοχυρώνεται θεσμικά διαρκεί πολλούς μήνες. Όλα τα κείμενα είναι δημόσια, στην κυριολεξία μέσα στο σπίτι μας χάρη σε μία σειρά από ιστοσελίδες, όπως λ.χ. η europa.eu.int, ή η www.europarl.eu.int πάντοτε ενημερωμένες με διαφορά λίγων ημερών από την επίσημη δημοσίευση των κειμένων. Οι ευκαιρίες για παρεμβάσεις, τροπολογίες, προβολή θέσεων, διάλογο είναι πολλές, τόσο στο επίπεδο των εθνικών κυβερνήσεων όσο και στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με ανοιχτή δυνατότητα στις οργανωμένες δυνάμεις κομμάτων, συνδικάτων, μη κυβερνητικών οργανώσεων ακόμη και μεμονωμένων πολιτών. Στην πράξη διασφαλίζεται η δυνατότητα για κοινωνικό διάλογο και έλεγχο. Από πολλές απόψεις, οι ρυθμοί και η διαφάνεια πληροφόρησης ευνοούν εξαιρετικά τη δημοκρατική συμμετοχή.

Συχνά, ωστόσο, οι κοινωνικοί φορείς φαίνεται να υιοθετούν μία περιοριστική θεώρηση. Κάποιοι τείνουν να θεωρούν την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση σαν ένα είδος οικονομικού μαικήνα και εξαντλούν τη σχέση τους μαζί της σε μία οικονομική συναλλαγή. Άλλοι περιμένουν απλώς να δημοσιευθούν οι αποφάσεις, ώστε να διατυπώσουν εκ των υστέρων ενστάσεις, όχι σπάνια για μικροπολιτικούς λόγους. Ένας ακόμη κίνδυνος είναι να θεωρηθεί πως η πολιτική που περιγράψαμε πιο πάνω είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένα συνονθύλευμα από διάσπαρτα μέτρα, χωρίς συνοχή. Ούτε αυτό ισχύει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί στον τομέα της εκπαίδευσης μια υπέρβαση και ένα συμβιβασμό. Υπέρβαση όσον αφορά την έλλειψη αρμοδιότητας και την ανάγκη κοινών στόχων. Συμβιβασμό όσον αφορά τη φιλελεύθερη και τη ρεπουμπλικανική παράδοση. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ο εκπαιδευτικός είναι σημαντικός παράγων της εκπαίδευσης. Υλοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό την εκπαίδευση, δεν υλοποιεί απλώς αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας.

Είναι προφανές ότι σε αυτή την πολύπλοκη διαδρομή και διαδικασία, πολλοί είναι οι πρωταγωνιστές, εκείνοι οι οποίοι με τη στάση, τις αποφάσεις και την ενεργό συμμετοχή τους, καθορίζουν την μορφή που θα πάρουν οι εξελίξεις στον χώρο της Εκπαίδευσης στην Ευρώπη. Ανάμεσά τους ο εκπαιδευτικός, ανέκαθεν σημαντικός παράγων της εκπαίδευσης, οφείλει πολύ περισσότερο σήμερα να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Του ζητούν να διαθέτει πλούσια επαγγελματικά προσόντα, βαθιά γνώση του αντικειμένου που διδάσκει, να γνωρίζει ξένες γλώσσες, να διαθέτει παιδαγωγική ευαισθησία, να χαράσσει στρατηγικές διδασκαλίας για τους μαθητές, να είναι τεχνολογικά εγγράμματος.

Πρέπει, βεβαίως, να πούμε ότι ο σημερινός εκπαιδευτικός, αντίθετα από το παρελθόν, δεν διαθέτει τα μορφωτικά πρωτεία στην σύγχρονη κοινωνία. Κινείται σε ένα χώρο όπου η εκπαίδευση παράγεται και αναπαράγεται μέσα από μια σειρά παράλληλων διαδικασιών. Οι εκδότες, οι συγγραφείς, τα εκπαιδευτικά λογισμικά, τα πολυμέσα, η τηλεόραση και το διαδίκτυο παρέχουν στα παιδιά πλούσιες μαθησιακές εμπειρίες. Επίσης, οι γονείς των παιδιών, πολύ περισσότερο από το παρελθόν, διαθέτουν και αυτοί μόρφωση, πτυχία, και διεκδικούν να έχουν λόγο στους τρόπους και τα περιεχόμενα εκπαίδευσης των παιδιών τους. Οι εκπαιδευτικοί ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση ούτε να αγνοήσουν αυτή τη νέα πραγματικότητα, ούτε να επιχειρήσουν να αντιπαρατεθούν προκειμένου να διατηρήσουν ένα κεκτημένο παιδαγωγικής αυτάρκειας, που εκ των πραγμάτων πλέον δεν διαθέτουν. Είναι υποχρεωμένοι, εάν θέλουν να έχουν σοβαρό λόγο στην εκπαίδευση, να κινηθούν στο νέο αυτό πλαίσιο, θεωρώντας πως όλοι αυτοί οι καινούριοι μορφωτικοί παράγοντες είναι συνεργάτες του.

Το υπόδειγμα του εκπαιδευτικού, όπως αυτό προκύπτει από τα πολιτικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι αυτό του δημόσιου λειτουργού με υψηλή επαγγελματική ευθύνη. Ένα τέτοιο υπόδειγμα σημαίνει αυτομάτως την άνοδο της κοινωνικής θέσης του εκπαιδευτικού, σημαίνει όμως επίσης τη διαμόρφωση ενός επαγγελματικού πεδίου που θα εμπεριέχει περισσότερη αξιολόγηση και λιγότερο εφησυχασμό. Το νέο καθεστώς του εκπαιδευτικού σημαίνει ένα νέο επαγγελματικό περιβάλλον.

Ένα από τα κεντρικά ζητήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι το πώς θα επιτευχθεί πολιτικά η μετάβαση από τον εκπαιδευτικό-υπάλληλο στον επαγγελματία. Ένα τμήμα των εκπαιδευτικών σήμερα δεν διαθέτουν τα προσόντα που περιγράφονται παραπάνω και για το λόγο αυτό οι πολιτικές αποφάσεις εστιάζονται στους παρακάτω τομείς: Στην αύξηση των κονδυλίων για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, ώστε να βελτιωθούν τα προσόντα όσο το δυνατόν περισσότερων από τους σημερινούς εκπαιδευτικούς. Στην ισχυροποίηση της εσωτερικής ιεραρχίας, που θα εναποθέτει σε μία κατηγορία εκπαιδευτικών να οδηγήσουν το υπόλοιπο σώμα προς νέους τρόπους εργασίας, πιο σύνθετους, συνάμα όμως και πιο δημιουργικούς. Στην αύξηση των αμοιβών ή της ψαλίδας στις αμοιβές, ώστε να προσελκυσθούν μελλοντικά στο επάγγελμα άτομα με το επιθυμητό προφίλ.

Ένα τέτοιο εκπαιδευτικό υπόδειγμα θέτει, βέβαια, συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα, που δεν είναι πάντοτε αποδεκτά από όσους για πολλά χρόνια συνήθισαν σε μία δημοσιοϋπαλληλική αντιμετώπιση της εκπαίδευσης. Γι’ αυτό χρειάζεται δημόσιος διάλογος αλλά και τα μέσα ώστε να δοθούν κίνητρα και ευκαιρίες.

Όταν κάποιος αναφέρεται στην ανάγκη σύγκλισης, εμφανίζεται ένας αντίλογος, που θέτει στην πρώτη γραμμή το ζήτημα των εθνικών χαρακτηριστικών των εθνικών συστημάτων. Τα εκπαιδευτικά συστήματα, ασφαλώς, θα παραμείνουν εθνικά σε κάθε περίπτωση και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απειλή για αυτό. Είναι μόνιμο και δομικό στοιχείο για την ίδια την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να σέβεται τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Ωστόσο, κάτι τέτοιο διαφέρει πολύ από το βαθύ συντηρητισμό που κρύβεται συχνά πίσω από την απροθυμία για οποιαδήποτε  αλλαγή. Σ’ αυτή την εποχή μεγάλων αλλαγών και παγκοσμιοποίησης, η ταυτότητά μας δεν απειλείται από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αλλά από τις καθυστερήσεις στη διαδικασία αυτή. Μία απομονωμένη χώρα, όποια κι αν είναι, αποτελεί εύκολο στόχο στην αλλοτρίωση και την οικονομική, πολιτική και άρα πολιτιστική αποικιοποίησή της.Στο βαθμό που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί βασικό στόχο, κάθε χώρα καλείται να συμμετάσχει δραστήρια στις διαφαινόμενες αλλαγές μέσα από κοινές πολιτικές.

Ας δούμε το παράδειγμα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η δαπάνη για την εκπαίδευση δεν είναι κατά γενική ομολογία ικανοποιητική, αν και τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εντυπωσιακές αυξήσεις στην α’ βάθμια και την γ’ βάθμια εκπαίδευση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ρυθμός αύξησης των δαπανών για την Παιδεία στην Ελλάδα είναι από τους καλύτερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την Ιρλανδία. Σε κάθε περίπτωση, η έως πρόσφατα ένδεια του συστήματος είναι δυνατό να αναγνωσθεί και ως εκτεταμένη «ιδιωτικοποίησή» του. Όπως παρατηρεί ο ΟΟΣΑ, αν προσθέσουμε στις κρατικές δαπάνες τις δαπάνες των νοικοκυριών, τότε η χώρα μας δαπανά περισσότερους πόρους από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Είναι όμως ένα εκπαιδευτικό σύστημα χαμηλής αποτελεσματικότητας. Στις μετρήσεις που αφορούν τις επιδόσεις των μαθητών, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έρχεται προς το τέλος των ευρωπαϊκών. Σύμφωνα με μία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο στις αναγνωστικές ικανότητες των μαθητών, στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες.

Πώς είναι δυνατό το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να κατορθώσει να ταχύνει το βήμα, ώστε να καταστεί ανταγωνιστικό προς εκείνα των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Θα ήθελα να εντοπίσω ορισμένα σημεία, στα οποία υπάρχει εμφανής απόσταση από το επιθυμητό πρότυπο.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι υπερβολικά φορμαλιστικό, δηλαδή δεν κατορθώνει να προσανατολίζεται σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Ο φορμαλισμός είναι μία διαλυτική διαδικασία, που συνδέεται με την καταπίεση των δημιουργικών δυνάμεων που ενυπάρχουν στο εκπαιδευτικό σύστημα και την παράδοσή του στο λαϊκισμό της ήσσονος προσπάθειας.

Είναι αναγκαίο να συνδεθεί κάθε εκπαιδευτική βαθμίδα, όχι τόσο με τα έτη φοίτησης, αλλά με τις γνώσεις που θα πρέπει να κατέχουν όλοι όσοι αποφοιτούν. Αυτό σημαίνει ξεκάθαρους στόχους για κάθε βαθμίδα και, κυρίως, ένα εθνικό σύστημα αξιολόγησης, διαφανές και προσιτό σε όλους, που να αφορά τόσο τους ίδιους τους μαθητές όσο και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Οι νέες απαιτήσεις που προκύπτουν για την εκπαίδευση γίνονται ακόμα πιο επιτακτικές από τη φοίτηση μεγάλου αριθμού παιδιών μεταναστών στα ελληνικά σχολεία. «Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι» διακηρύσσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας εκ μέρους των δυτικών κοινωνιών θέτει, στην πραγματικότητα, από την αρχή το ζήτημα των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων του καθένα μας, μετανάστη ή όχι. Η εκπαίδευση υπήρξε μία από τις βασιλικές οδούς για την κατανόηση τέτοιων ζητημάτων. Στην εκπαίδευση οι μοντέρνες κοινωνίες εφάρμοζαν τις αξίες και τα ιδανικά τους στα παιδιά, στο πιο αξιαγάπητο και ανυπεράσπιστο τμήμα τους, στο ίδιο το Μέλλον. Στο πλαίσιο αυτό εντάχθηκε και η εκπαίδευση των μεταναστών. Σε ότι αφορά τη διδασκαλία της γλώσσας του κράτους υποδοχής, θεωρείται παντού εκπαιδευτικός στόχος.

Διαφορές παρατηρούνται στην αντιμετώπιση του αιτήματος για διδασκαλία της μητρικής γλώσσας από το κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα. Υπάρχουν κράτη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αυτό είναι δυνατό, εφόσον δε βλάπτεται η διδασκαλία της αγγλικής και το ζητά ένας ελάχιστος αριθμός γονέων. Αντίθετα, στη Γαλλία λ.χ. η διδασκαλία των αραβικών στα κρατικά σχολεία είναι δυνατή μόνο υπό το καθεστώς της ξένης γλώσσας. Η διδασκαλία της γλώσσας, της θρησκείας και της ιστορίας-γεωγραφίας αποτελούν τα πολιτικά περιεχόμενα του παραδοσιακού σχολείου.

Στη διδασκαλία αυτών των περιεχομένων θεμελιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα κράτη-έθνη κατά τους προηγούμενους αιώνες. Πρόκειται για περιεχόμενα που διαθέτουν εξ ορισμού έντονο τον φρονηματιστικό χαρακτήρα όπως από παράδοση αποκαλείται. Υπάρχει μια έννοια που αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση των πολιτικών ζητημάτων που θέτει η νέα μετανάστευση των τελευταίων δεκαετιών, κι αυτή είναι η πολυπολιτισμικότητα. Είναι σαφές πως οι κοινωνίες μας οφείλουν να μεταρρυθμιστούν προκειμένου να επωφεληθούν όσο το δυνατό περισσότερο από τη μετανάστευση και το όφελος αυτό δεν μπορεί να είναι μόνο οικονομικό ούτε μονομερώς υπέρ μας. Βασική πολιτική παραδοχή για το σκοπό αυτό είναι πως επιθυμούμε να παραμείνουμε συνεκτικές κοινωνίες.

Σ΄ αυτή την προσπάθεια η εκπαίδευση έχει να παίξει κρίσιμο ρόλο. Η πολιτική συμμετοχή δεν προϋποθέτει μόνο την αποδοχή της πολυπολιτισμικότητας μιας κοινωνίας. Προϋποθέτει επίσης τη δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν ουσιαστικά στους δημοκρατικούς θεσμούς και να βελτιώνουν τις συνθήκες της ζωής τους. Αυτό συνδέεται με τη μόρφωση και τη διασφάλιση ενός ικανοποιητικού βιοτικού επιπέδου. Θεσμοί όπως,  οι τάξεις υποδοχής και η πρόσθετη διδακτική στήριξη, που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια, ενέταξαν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο διαλόγου.

Ωστόσο, βρισκόμαστε ακόμη στη μέση της διαδρομής. Είναι όμως βέβαιον ότι υπάρχουν πολλές πληροφορίες που πρέπει να αφομοιώσουμε και πολλές ευκαιρίες που μπορούμε να αξιοποιήσουμε. Πολλά εξαρτώνται από την ενεργοποίηση και τη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή πορεία.

Η επίτροπος Ρέντινγκ δήλωνε τον περασμένο Νοέμβριο, στη διάρκεια του Συμβουλίου των υπουργών παιδείας: «Ως τώρα, οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και τα συστήματα κατάρτισης των κρατών-μελών δεν έχουν ολοκληρωθεί και εφαρμόζονται πολύ αργά, ώστε να καταστήσουν ικανή την Ευρωπαϊκή Ένωση να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει στη σύνοδο κορυφής της Λισσαβόνας». Τι σημαίνει αυτό πιο συγκεκριμένα; ότι παρά τους στόχους που τέθηκαν από τα κράτη-μέλη στην Λισσαβόνα, δεν προχωρούν σε ικανοποιητικές επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό. Στην πενταετία 1995-2000, η δημόσια επένδυση μειώθηκε στις περισσότερες χώρες και τώρα ανέρχεται στο 4,9% του Α.Ε.Π. Αλλά και η επένδυση του ιδιωτικού τομέα είναι ανεπαρκής στην Ευρώπη. Είναι πέντε φορές υψηλότερη στις ΗΠΑ, όπου αγγίζει το 2,2% του Α.Ε.Π. συγκριτικά με το 0,4% στην Ευρώπη και τρεις φορές υψηλότερη στην Ιαπωνία (1,2%).

Σημαίνει επίσης ότι τo επίπεδο της εκπαίδευσης των ευρωπαίων παραμένει ανεπαρκές για τις απαιτήσεις της κοινωνίας της γνώσης. Μόνο το 75% των νέων ηλικίας 22 ετών έχουν ανώτερη εκπαίδευση. Αυτό είναι ανησυχητικό, δεδομένου ότι το 80% του συνόλου των νέων θέσεων εργασίας που θα δημιουργηθούν από τώρα μέχρι το 2010, θα απαιτούν τίτλους ανώτερης εκπαίδευσης. Τέλος, ο 1 στους 5 μαθητές εγκαταλείπει το σχολείο νωρίς χωρίς απολυτήριο αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης στην κοινωνία της γνώσης. Απαιτούνται προσπάθειες για να μειωθεί τουλάχιστον κατά το ήμισυ αυτό το ποσοστό ως το 2010.

Αλλά και ανάλογα με τις ανάγκες της κοινωνίας της γνώσης, πολύ λίγοι ενήλικες ακολουθούν προγράμματα δια βίου μάθησης και κατάρτισης. Στο πλαίσιο της αναμενόμενης επιμήκυνσης του χρόνου απασχόλησης και των ραγδαίων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, οι πολίτες απαιτείται να ανανεώνουν τις δεξιότητές τους διαρκώς. Όμως, λιγότερο από το 10% των ενηλίκων συμμετέχουν  στη δια βίου μάθηση στην Ευρώπη.

Απειλητική είναι ακόμη η έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού. Πάνω από 1 εκ. εκπαιδευτικοί πρέπει να προσληφθούν από τώρα μέχρι το 2015. Όμως, η Ευρώπη αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη υποψηφίων, κάτι που αναδεικνύει το κρίσιμο ζήτημα αυτού του επαγγέλματος να προσελκύει και να κρατάει τους χαρισματικούς ανθρώπους.

Απαιτείται επομένως ένα ποιοτικό άλμα για να επιτύχει η ΕΕ τους στόχους της Λισσαβόνας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει τη λήψη άμεσων δράσεων. Πριν απ΄ όλα, μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις σε κρίσιμους άξονες σε κάθε χώρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες αλλά και τους κοινούς στόχους.

Δεύτερον, ευρύτερες στρατηγικές για τη δια βίου μάθηση και κατάρτιση, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους κρίκους της εκπαιδευτικής αλυσίδας, εμπλέκοντας όλους τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς εταίρους και κοινωνία των πολιτών, και συνδυάζοντας τις επιμέρους εθνικές μεταρρυθμίσεις σε ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Τα παραπάνω θα συμβάλουν στη δημιουργία μιας Ευρώπης της εκπαίδευσης, διαμορφώνοντας ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς για την ανώτερη εκπαίδευση και τους τίτλους επαγγελματικής κατάρτισης. Αυτό θα είναι ένα ουσιαστικό βήμα για την δημιουργία της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας που θα διευκολύνει την κινητικότητα και θα προσφέρει ευκαιρίες εργασίας πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Στο βαθμό που αυτά τα μέτρα θα ληφθούν άμεσα, οι στόχοι που τίθενται από τα κράτη-μέλη μπορούν ακόμη να πραγματοποιηθούν. Διαφορετικά, το χάσμα μεταξύ της ΕΕ και των κύριων ανταγωνιστών της είναι πιθανόν να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο. Με δεδομένη μάλιστα την κεντρική σημασία της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης για την κοινωνική συνοχή και ανάπτυξη, η επιτυχία συνολικά της στρατηγικής της Λισσαβόνας θα διακυβευθεί ουσιαστικά εάν δεν σπεύσουμε να προχωρήσουμε σ΄ αυτές τις αλλαγές, που είναι αλλαγές των συστημάτων αλλά και της παραδοσιακής νοοτροπίας. Η καμπάνα του συναγερμού έχει χτυπήσει , δεν έχουμε παρά να ανοίξουμε τα αυτιά μας για να την ακούσουμε.