ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η πολιτισμική διάσταση της Ευρώπης αγκαλιάζει το σύνολο των αξιών της και αποτελεί θεμελιώδη συνιστώσα του ευρωπαϊκού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου. Δύσκολα θα φανταζόταν κάποιος την ολοκλήρωση του πολιτικού εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς την πολιτισμική συνιστώσα. Η έννοια του ευρωπαϊκού πολιτισμού ενισχύεται και εμπλουτίζεται με τη Διεύρυνση και την μεγαλύτερη πολιτισμική και γλωσσική πολυμορφία που απορρέει από αυτήν. Πολίτες και κυβερνήσεις θεωρούν την πολυμορφία ως βασικό αξίωμα του ευρωπαϊκού πολιτισμικού γίγνεσθαι. Ωστόσο, γίνεται αισθητή η ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού πολιτισμικού χώρου, ο οποίος δεν θα είναι απλώς το άθροισμα των επιμέρους, αλλά μια νέα διάσταση, στην οποία θα συνυπάρχουν οι διαφορετικές εθνικές παραδόσεις και ταυτότητες των κρατών μελών και, παράλληλα, τα αναγκαία στην καθημερινή ζωή των ευρωπαίων πολιτών ενοποιητικά στοιχεία.

Η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα προκύπτει από τη συλλογική μνήμη των ευρωπαίων πολιτών, την κοινωνική συνείδηση, την πολιτική τους στάση, τις αισθητικές τους επιλογές, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Η πολιτική οντότητα και αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προϋποθέτει μια ευρωπαϊκή ταυτότητα και έκφραση. Η αξία της «ενότητας μέσα από την πολυμορφία» μπορεί να αναδυθεί μόνο με τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών, στην οποία ο πολιτισμός διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Μια τέτοιου είδους πολιτική ταυτότητα συνδέεται στενά με τη δημοκρατική συμμετοχή των ευρωπαίων πολιτών στο όραμα ενός κοινού ευρωπαϊκού πεπρωμένου, που διαπνέεται από κοινωνική αλληλεγγύη, ανάπτυξη και ευημερία.

Η πολιτιστική διάσταση ενσωματώθηκε στα θεμελιώδη κείμενα στο Μάαστριχτ και τη Λισσαβόνα. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992, εντάχθηκε στους σκοπούς της Κοινότητας η συμβολή στην παιδεία και στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών μελών. Είναι σημαντικό ότι για πρώτη φορά ο πολιτισμός και η εκπαίδευση συγκαταλέγονται, πλάι στους οικονομικούς και πολιτικούς στόχους, στα στοιχεία ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 151 των Συνθηκών, σεβόμενη την πολυμορφία των παραδόσεων και των εθνικών και περιφερειακών πολιτισμών που την απαρτίζουν, η Κοινότητα ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση τους. Παράλληλα, όταν αναλαμβάνει δράσεις στη βάση άλλων πολιτικών, συνυπολογίζει τις πολιτιστικές πτυχές.

Μερικά χρόνια αργότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας, το 2000, συνδέει τον πολιτισμό με την οικονομία, διατυπώνοντας ως στόχο η Ευρωπαϊκή Ένωση να μεταβληθεί «στην ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης στον κόσμο». Μέσα από τα προγράμματα ευρωπαϊκής συνεργασίας αρχίζει να χαράσσεται για πρώτη φορά μια πολιτιστική πολιτική που αναγνωρίζει τη συμβολή του πολιτισμού στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.

Ιστορικά, η πολιτική εξέλιξη της Ευρώπης, μέσα από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου, αντιστοιχίζεται με την κοινωνική εξέλιξη που γεννά το μοντέλο του κοινωνικού κράτους και την πολιτιστική που ανθίζει μέσα από την ελευθερία του λόγου και την πολυφωνία. Στη Λισσαβόνα ενισχύεται η υπόσταση του πολιτισμού μέσω της διατύπωσης ενός πολιτιστικού μοντέλου, στενά συνδεδεμένου με το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο και, ιδιαίτερα, με την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που χρειάζεται να δοθεί νέα ώθηση στην μεταβιομηχανική οικονομία, στην αποκαλούμενη νέα οικονομία ή οικονομία της γνώσης, η οποία ανατρέπει τις παραδοσιακές δομές και αναζητά νέα περιεχόμενα.

Παρά ταύτα, η νομική βάση για τον Πολιτισμό συνεχίζει να είναι περιορισμένη και περιοριστική και η θέση του στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα βρίσκεται πολύ χαμηλά. Με δεδομένη δε τη λήψη αποφάσεων στα συμβούλια των υπουργών πολιτισμού με ομοφωνία, είναι πολύ μικρά τα βήματα προόδου που συντελούνται. Τα ζητήματα του πολιτισμού καταλαμβάνουν, δυστυχώς, ελάχιστο χώρο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η σχέση τους με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την εκπαίδευση, την απασχόληση, τις νέες τεχνολογίες, τα ΜΜΕ και την ποιότητα ζωής των ευρωπαίων πολιτών δεν έχει βρει ακόμη τις σταθερές συμμαχίες και αναφορές που θα τους πρόσφεραν την αναγκαία πολιτική βαρύτητα.

Αναπάντεχα, όμως, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, ο Πολιτισμός βρέθηκε με αιφνιδιαστικό τρόπο στο επίκεντρο του διεθνούς πολιτικού διαλόγου, υπερβαίνοντας το εσωτερικό ευρωπαϊκό πλαίσιο προβληματισμού που μόλις περιγράψαμε. Η «σύγκρουση των πολιτισμών» αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς του αμερικανού προέδρου, ο οποίος στις ομιλίες του κατά της τρομοκρατίας επικαλούνταν με κάθε ευκαιρία την πολιτιστική σύγκρουση. Η «προφητεία» του Χάντινγκτον είχε ήδη από καιρό προαναγγείλει, μέσα από ένα αμφιλεγόμενο βιβλίο, το τέλος των ιδεολογιών και την οξεία πολιτικοποίηση των πολιτισμικών διαφορών, καθιστώντας τες βαρύνουσας σημασίας στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Το τέλος των ιδεολογιών εγκαινίαζε ένα νέο, αλίμονο, ιδεολογικό δόγμα, η πολιτική σύγκρουση αποκτούσε πολιτισμική διάσταση.

Το ερώτημα αν ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος έχει ήδη κηρυχθεί βρίσκεται στο νου όλων. Σ’ αυτή την εποχή κρίσης, κατά την οποία είναι απολύτως αναγκαία η κριτική κατανόηση της εκπληκτικής αλληλεξάρτησης ανάμεσα σε ηπείρους, χώρες, οικονομία και πολιτική, γίναμε μάρτυρες μιας μυθικής αποκάλυψης του κακού που πάει να κυριεύσει τον κόσμο. Μέσα σε μια ημέρα, περάσαμε από την μυθολογία της επικοινωνίας, της τεχνολογίας και της παγκοσμιοποίησης, στη μυθολογία του κακού. Κανείς δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος.

Ο πόλεμος του Αφγανιστάν και ο πόλεμος στο Ιράκ προβλήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, σαν σύγκρουση ανάμεσα στη Δύση, που στο μυαλό ορισμένων ταυτίζεται με τον πολιτισμό, και το Ισλάμ, που αντιστοίχως θεωρείται η απεικόνιση του αναχρονισμού.

Ωστόσο, η Ευρώπη αντιμετώπισε το ζήτημα με ψυχραιμία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Γάνδης, μόλις ένα μήνα μετά την επίθεση στους δίδυμους, στις 19 Οκτωβρίου 2002, δηλώνει ότι "Προκειμένου να αποφευχθεί η ταύτιση μεταξύ τρομοκρατίας και αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κρίνει αναγκαίο να ευνοήσει το διάλογο επί ίσοις όροις μεταξύ των πολιτισμών μας, ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωμεσογειακής συνεργασίας (…) Η Ένωση καλεί τα κράτη μέλη να δώσουν απτή προτεραιότητα στο διάλογο μεταξύ των πολιτισμών, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο εσωτερικό των κοινωνιών τους."

Η απόφαση αυτή έχει σημασία σε μια εποχή που επιμένει να εξαπλώνεται σαν ερμηνευτικό σχήμα η πολιτικά επικίνδυνη άποψη περί σύγκρουσης των πολιτισμών. Έχει σημασία επίσης επειδή σηματοδοτεί τη στάση της Ευρώπης, τόσο απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, όσο και απέναντι στους μετανάστες που ζουν στο εσωτερικό της και αποτελούν το δέκα τοις εκατό περίπου του πληθυσμού της.

Η λογική της πολιτικής επιστράτευσης του πολιτισμού, όσο και αν επενδυθεί με βελούδινες αποχρώσεις, δεν είναι ανυστερόβουλη. Η τρομοκρατία αποτελεί ένα πολιτικό πρόβλημα για τη δημοκρατία του 21ου αι. και οφείλει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια με πολιτικά μέτρα. Οφείλουμε ακόμη να θυμόμαστε ότι κάθε φορά που ο πολιτισμός κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιτικής επιστράτευσης, θριάμβευσε ο αυταρχισμός και η ανεξέλεγκτη επιθετικότητα. Αρκεί να αναλογιστούμε τις Μεγάλες Ιδέες και τις περιπέτειες, στις οποίες οδήγησαν τις κοινωνίες μας, οι εκστρατείες εκπολιτισμού(!) της αποικιοκρατίας, η προπαγάνδα και η λογοκρισία των φασιστικών καθεστώτων, ο μακαρθισμός στην Αμερική, η απαγόρευση της ελευθερίας του λόγου στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες ή το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο και η περίφημη Μορφωτική Επανάσταση.

Γι’ αυτό το λόγο, η γλώσσα της πολιτικής που μιλάει η δημοκρατία οφείλει να διατηρεί την πολιτική της σαφήνεια, με ελεύθερο δημόσιο διάλογο, πλειοψηφικές αποφάσεις, αναγνωρισμένα δικαιώματα των μειοψηφιών και αποτελεσματικότητα. Στις περιπτώσεις που η πολιτική μεταφράζεται σε όρους πολιτισμού, εμβαπτίζοντας την ανθρώπινη ιδιοσυστασία σε σκοτεινούς φόβους και τυφλές προσδοκίες, προκύπτουν απρόβλεπτες συνέπειες. Κάθε φορά που επιστρατεύονται αρχέγονα θρησκευτικά σύμβολα, προφήτες, ζηλωτές, κήρυκες και σταυροφόροι ιερών πολέμων, γίνεται προσπάθεια να καταργηθεί η έννοια του ιστορικού χρόνου και κινδυνεύουμε να βυθιστούμε στο χάος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα παράσημα του α΄ παγκοσμίου πολέμου είχαν χαραγμένη στην πίσω όψη του τη φράση « Ο μεγάλος πόλεμος για τον πολιτισμό». Πόσοι από μας θα συμμερίζονταν σήμερα αυτή την άποψη;

Παραδοσιακά, οι σχέσεις πολιτικής και πολιτισμού διακατέχονται από αμοιβαία επιφυλακτικότητα, καθώς πρόκειται για δύο συστήματα με διαφορετικές αξιωματικές και αξιακές παραδοχές. Η προσέγγισή τους στο δημόσιο πεδίο και η υπερνίκηση της καχυποψίας μπόρεσε να επιτευχθεί μόνο στο βαθμό που η κοινωνία ήταν ώριμη να αναζητήσει, πάντοτε υπό κανονικές συνθήκες και όχι σε εποχές κρίσης, ένα καινούργιο νόημα, για το οποίο οι δύο παράγοντες αποδεικνύονταν αναπόφευκτα συμπληρωματικοί. Ως χθες, αυτό φαινόταν να είναι η συμμετοχή των πολιτών στην προσπάθεια ανανέωσης του συλλογικού φαντασιακού, μέσα από τα φίλτρα που αποδίδουν στην καθημερινή ζωή τα ουσιώδη συστατικά της: ιστορική συνείδηση, κοινωνικές και μορφωτικές αξίες για τη δημιουργία μιας κοινωνίας της γνώσης, ελευθερία και δικαιοσύνη, κοινωνική συνοχή, ατομικές ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, αλληλεγγύη, πολιτιστικά δικαιώματα και πλουραλισμός, μείωση των πολιτιστικών ανισοτήτων, σεβασμός της διαφορετικότητας μέσα σε μια πολυπολιτισμική πραγματικότητα, ανοιχτοί ορίζοντες επικοινωνίας με το πολιτισμικά διαφορετικό. Αυτά ήταν τα θεμέλια της ευρωπαϊκής πρόσληψης μιας πολιτικής πολιτισμού.

Η προσέγγιση πολιτισμού και πολιτικής προς αμοιβαίο όφελος αντιμετωπίζεται συχνά με σκεπτικισμό και το φόβο ότι ο πολιτισμός μπορεί να γίνει υποχείριο της πολιτικής, να χρησιμοποιηθεί από την πολιτική για αλλότριους σκοπούς. Κάτι τέτοιο μοιάζει να επαληθεύεται μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, στο βαθμό που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σαν επίκληση πολιτικής δράσης για να αντιμετωπιστεί η νέα πραγματικότητα.

Η πολιτική φιλοσοφία της σύγκρουσης των πολιτισμών, που διατυπώθηκε από τον Χάντινγκτον, σαν ερμηνευτικό εργαλείο για την αναμόρφωση της παγκόσμιας τάξης κατά την τελευταία δεκαετία, κυριαρχεί σήμερα στο μυαλό πολλών.

Αλλά η τρομοκρατία είναι πολιτικό πρόβλημα, που δεν έχει άλλο τρόπο να λυθεί παρά μόνο την άσκηση των κατάλληλων πολιτικών. Για να προκύψουν αυτές, οι κυβερνήσεις οφείλουν να διαμορφώνουν και οι πολίτες να συμμετέχουν στον πολιτικό προβληματισμό που περιέχει ένα μεγάλο κατάλογο θεμάτων, για τα οποία πρέπει να διαθέτουν έγκυρη πληροφόρηση, ώστε να είναι ικανοί να οργανώνουν τη διανοητική τους προσπάθεια, πριν καταλήξουν κάθε φορά στην πολιτική τους θέση ή την ψήφο: οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες, γεωπολιτική, διεθνείς συνεργασίες, ρόλος των διεθνών οργανισμών, ατομικές ελευθερίες, διεθνές δίκαιο, είναι μόνο μερικά από τα αναγκαία συστατικά. Αν, εντέλει, χρειαστεί να υπογραφεί στις κοινωνίες μας ένα νέο συμβόλαιο, αυτό δεν μπορεί να περιέχει μόνο μέρος της νέας πραγματικότητας, θα πρέπει να επανεξετάζει το σύνολο.

Είναι άραγε δυνατόν να ξαναγυρίσουν οι κοινωνίες μας στις σταυροφορίες, στη σύγκρουση του κόσμου του φωτός από τη μια και του σκότους από την άλλη, στους θρησκευτικούς πολέμους; Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι αποφασίσαμε να απαρνηθούμε την εποχή μας και το ορθολογικό πλαίσιο προσέγγισης που έχουμε κατακτήσει και να αντιμετωπίσουμε με αρχαϊκό τρόπο τις νέες απειλές. Είναι, άραγε, δυνατόν να επιθυμούμε να επιστρέψουμε στο κουκούλι των αρχετυπικών μας φόβων και να ζήσουμε βυθισμένοι στον τρόμο, πολίτες εμείς κρατών δικαίου και ευνομίας, τα οποία διαμορφώθηκαν, στη διάρκεια της ιστορικής διαδρομής, μέσα από συλλογικούς αγώνες και θυσίες και οφείλουν να εγγυώνται την ασφάλειά μας; Έχει κανείς το δικαίωμα να παραπέμψει το πεδίο της σύγκρουσης στη μεταφυσική, μετατρέποντας τον εχθρό σε διάβολο, τη σύγχρονη κοινωνία σε καθαρτήριο; Ή, από την άλλη μεριά, έχει κανείς το δικαίωμα να φέρνει στα μέτρα του τον ορίζοντα της τόσο πολυσυζητημένης παγκοσμιοποίησης, εξορίζοντας από το πλαίσιο ανάλυσης και ερμηνείας παράγοντες και συσχετισμούς που προκαλούν ευρύτερες εκρήξεις, όπως λ.χ. τη φτώχεια, την αδικία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση, την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Το πλαίσιο ερμηνείας είναι σημαντικό, τόσο από πολιτική όσο και από πολιτισμική άποψη, διότι είναι ο τρόπος να συλλάβουμε τους όρους της νέας πολιτικής πραγματικότητας, να αναπτύξουμε συλλογιστικές και να δράσουμε ως πολίτες.

Η αποδόμηση που έχει υποστεί και κινδυνεύει να συνεχίσει να υφίσταται η καθημερινότητά μας και ο τρόπος που την προσλαμβάνουμε είναι προφανές ότι θα ασκήσουν αφόρητη πίεση στα ως χτες πολιτισμικά μας αξιώματα. Το δικαίωμα στη διαφορά, ο πλουραλισμός και οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες όχι απλώς κινδυνεύουν να αμφισβητηθούν ως βασικά αξιώματα αλλά τείνουν να ενοχοποιηθούν από ορισμένους. Η Ευρώπη έχει κάθε συμφέρον να μην επιτρέψει κάτι τέτοιο, υπερασπιζόμενη την ορθότητα της ως τώρα πορείας της, εμπλουτίζοντας και επιταχύνοντάς την. Ρεύματα του πολιτισμού, λαοί, θρησκείες, τρόποι ζωής, χρώμα δέρματος, γλώσσες έγιναν μετά από αγώνες σεβαστά και πρέπει, τουλάχιστον, να παραμείνουν τέτοια. Η συμμετοχική πολιτιστική δημοκρατία, η στενή σχέση εκπαίδευσης και πολιτισμού, η αναγνώριση της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, ο ελεύθερος δημόσιος διάλογος αποτελούν την ευρωπαϊκή απάντηση απέναντι σε κάθε προσπάθεια δημιουργίας νοσηρού κλίματος που απειλεί να πλήξει τις κατακτήσεις της δημοκρατίας. Στην κρίσιμη αυτή φάση είναι σημαντική η πίστη στις αξίες της δημοκρατίας και η υποστήριξη του ευρωπαϊκού οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου.

Υπάρχουν μυριάδες γήινοι λόγοι για να ξεσπάσουν πόλεμοι και συγκρούσεις: οικονομικά συμφέροντα, γεωπολιτικές συγκρούσεις, πολιτικές επιδιώξεις. Δεν χρειάζεται να επιστρατεύονται οι ουρανοί που φανατίζουν προκειμένου να εξωραϊστούν.

Δεν μπορεί, άλλωστε, να μας διαφεύγει ότι υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα πολέμου στα οποία οι κοινωνίες μας έχουν ηττηθεί κατά κράτος: πόλεμος κατά των ναρκωτικών, της διαφθοράς, της φτώχειας, πόλεμος κατά της εμπορίας ανθρώπων, κατά του εγκλήματος, κατά των ασθενειών, πόλεμος κατά του βρώμικου χρήματος, πόλεμος κατά της μόλυνσης του περιβάλλοντος, του αναλφαβητισμού, της πείνας, της δίψας ακόμη. Κανείς από αυτούς τους πολέμους δεν έχει κερδισθεί και ο εχθρός θριαμβεύει, υπονομεύοντας τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής, των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της παγκόσμιας ισορροπίας. Αυτοί είναι οι πραγματικοί αγώνες του πολιτισμού που πρέπει να δώσουμε μαζί με τους διεθνείς οργανισμούς, αυτοί δικαιούνται το όνομα του αγώνα του πολιτισμού στον οποίο έχουμε χρέος να ανταποκριθούμε.

Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαμε μάρτυρες εξαιρετικά σημαντικών εξελίξεων στον πολιτιστικό τομέα. Η οικονομική ανάπτυξη, η παγκοσμιοποίηση, οι νέες τεχνολογίες, ο ρόλος των μέσων μαζικής επικοινωνίας, οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή των ευρωπαίων πολιτών συνέβαλαν από κοινού στη μεταμόρφωση της σχέσης μεταξύ κοινωνίας, οικονομίας και πολιτισμού.

Καθώς έχω την ευκαιρία ενός παράλληλου βίου, μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών στη διάρκεια της ίδιας εβδομάδας και, ακόμη, ταξιδεύοντας συχνά σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, παρατηρώ προσεκτικά τις αλλαγές και κάνω τις αναγκαίες συγκρίσεις. Τις ημέρες που βρίσκομαι στην Αθήνα περπατώ με τα πόδια στο κέντρο της πόλης ή παίρνω το λεωφορείο ή το μετρό για να πάω στο γραφείο μου στις αρχές της Συγγρού. Η Ακρόπολη απέναντι είναι το σύμβολο της πόλης, μια αίσθηση ιστορικής και αισθητικής συνέχειας, ένα σημείο αναφοράς με πληρότητα που ζητά τις δημιουργικές απαντήσεις του σήμερα.

Η κίνηση στους δρόμους πυκνή, άναρχη, καμία προτεραιότητα στους πεζούς. Πολύχρωμο ψηφιδωτό σε διαρκή κίνηση. Ο ρυθμός γρήγορος, άνθρωποι λαχανιασμένοι που τρέχουν να προλάβουν, αρκετοί ξένοι ανάμεσά τους, νεαρά αγόρια και κορίτσια πιο χαλαρά, μια τάξη του δημοτικού με το δάσκαλό τους κατευθύνονται προς το μουσείο της Ακρόπολης, το κορίτσι που περιμένει στη στάση του λεωφορείου ακούει μουσική από το CD-Player. Θυμάμαι την Αθήνα «Πολιτιστική Πρωτεύουσα» της Ευρώπης χρόνια πριν, για πρώτη φορά η πόλη συσπειρωμένη για να κερδίσει μια γεύση πολιτισμού που δεν στηριζόταν στις αρχαιότητες.

Σφίγγω ασυναίσθητα στα χέρια μου τον Μικρό Πρίγκιπα που πήρα μαζί μου από το σπίτι. Άκουγα νωρίτερα κι εγώ μουσική. Ίσως το βράδυ τα καταφέρω να πάω σινεμά. Μικρές απολαύσεις που έχουν πάψει να είναι αυτονόητες. Κάποτε μπορεί να έβλεπα και πέντε έργα την εβδομάδα.

Φθάνω στο γραφείο. Εδώ με περιμένει η μικρή οθόνη, όχι της τηλεόρασης αλλά του υπολογιστή. Αυτή μου αρέσει περισσότερο. Είναι που μοιάζει με παράθυρο στον κόσμο, σε άλλους πολιτισμούς

Ο πολιτισμός μας, ο πολιτισμός σας, ο πολιτισμός τους. Η παράδοση -πολύτιμη κληρονομιά- που μελετάμε με δέος, ο σύγχρονος πολιτισμός, που δίνει χρώμα και ρυθμό στις πόλεις μας, που τον ζούμε και τον γευόμαστε συχνά χωρίς συναίσθηση, σαν φυσικό συστατικό της καθημερινής μας ζωής. Ο πολιτισμός που ανακαλύπτουμε σιγά σιγά στην πορεία μας προς το μέλλον. Υπερβαίνοντας την κλασική άποψη ότι η πολιτιστική πολιτική οφείλει να προστατεύει το Χθες, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι στραμμένη, σε μεγάλο βαθμό, στο Σήμερα και το Αύριο, ανοιχτή στις καινοτομίες που τα χαρακτηρίζουν: νέες τεχνολογίες, νέες δυνατότητες, νέες αντιλήψεις, δίκτυα επικοινωνίας που αποδίδουν ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία.

Η ενθάρρυνση της συνεργασίας ανάμεσα στα κράτη μέλη, ο σεβασμός στην εθνική πολυμορφία, οι δράσεις ενθάρρυνσης αποτελούν το όριο της ευρωπαϊκής παρέμβασης. Δεν επιδιώκεται η «εναρμόνιση», δεν διαμορφώνεται κοινή πολιτική, καθένας ακολουθεί τη δική του αυτόνομη πορεία για να συναντήσει, από ελεύθερη επιλογή, σε ένα κοινό συμβολικό πεδίο τους άλλους. Η δημιουργία και το μέγεθος αυτού του ενιαίου χώρου βρίσκεται στη βούληση και στο χέρι των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και αναμένει τις πολιτικές αποφάσεις τους.

Στο μεταξύ, όμως, τα τείχη έχουν προ πολλού πέσει και οι κοινωνίες μας αναζητούν και καταναλώνουν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, ανεξαρτήτως προέλευσης, με αποτέλεσμα μέσα στην εικοσαετία 1980-98 το παγκόσμιο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών, σύμφωνα με τα στοιχεία της Unesco, να έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί, από περίπου 100 δις δολ. στα 400 δις δολάρια.. Η σχέση του Πολιτισμού με την ανάπτυξη και την απασχόληση γίνεται διαρκώς στενότερη. Ο πολιτισμός έχει αποκτήσει βαρύνουσα οικονομική διάσταση, συγκαταλέγεται μεταξύ των κλάδων που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της υπαίθρου και των πόλεων και συμβάλλει στο ΑΕΠ. Αναδύεται μια πολιτιστική βιομηχανία η οποία είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις των νέων τεχνολογιών, ευέλικτη ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, μετατρέποντας πολλά από τα προϊόντα της σε υπηρεσίες. Παράλληλα, αναδύονται μια νέα συνειδητοποίηση της έννοιας του πολιτισμού, νέες μορφές παραγωγής, κατανάλωσης και διανομής, που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό διαχωρισμό του πολιτισμού που παράγεται από το σύστημα των κρατικών χρηματοδοτήσεων. Η πολιτιστική βιομηχανία αντιμετωπίζει τις ευκαιρίες και τους κινδύνους της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, των νέων προϊόντων, των εξ αποστάσεως πωλήσεων και του παγκόσμιου ανταγωνισμού, ιδιαίτερα στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων. Ο οικονομικός αντίκτυπος των πολιτιστικών βιομηχανιών δικαιολογεί τις σκληρές διαπραγματεύσεις που διενεργούνται στο πλαίσιο του ΠΟΕ για το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών του οπτικοακουστικού τομέα. Έτσι εξηγείται και η άρνηση της Ευρώπης να ανοίξει την αγορά της, λόγω του φόβου που τη διακατέχει ότι ενδεχομένως θα υποχρεωθεί να θυσιάσει συστατικά μέρη του πολιτισμού στις δυνάμεις της αγοράς.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, παράλληλα με την υπεράσπιση της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας του ευρωπαϊκού πληθυσμού, οφείλουμε να διακρίνουμε το μέγεθος του χώρου, που περιλαμβάνει ένα κοινό 450 εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι δημιουργοί πρέπει να συναντήσουν το κοινό. Στον ευρωπαϊκό χώρο λειτουργούν σήμερα 250.000 πολιτιστικές βιομηχανίες, μικρού ή μεσαίου μεγέθους, χωρίς να λογαριάσουμε τις πολυεθνικές. Και για να ολοκληρωθεί η εικόνα, αξίζει να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αυτός ο τομέας απασχολεί 3,5 εκατομμύρια εργαζόμενους, με μέσο ρυθμό αύξησης πολύ πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο στους άλλους κλάδους. Οι αριθμοί είναι επίσης ενδιαφέροντες όσον αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Έτσι, οι παγκόσμιες εξαγωγές αυξήθηκαν από 8% σε 27% του ΑΕΠ μεταξύ 1950 και 1998, ενώ το συνολικό εμπόριο έφτασε το 1997 14 φορές τα επίπεδα του 1950. Αν προσθέσουμε σ΄ αυτά τη δομή της βιομηχανίας με την εντυπωσιακή συγκέντρωση αφενός και το πλήθος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, αφετέρου, τα ποσά που αγγίζουν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, την ποσοτική και ποιοτική επανάσταση που έχουν προκαλέσει οι νέες τεχνολογίες και επικοινωνίες, τότε έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια εντυπωσιακή πραγματικότητα.

Στο νέο αυτό εξελισσόμενο πλαίσιο πρέπει να επισημάνουμε τρία σημαντικά χαρακτηριστικά: πρώτον, το πάγωμα της κρατικής χρηματοδότησης των κρατών μελών και της χρηματοδοτικής στήριξης από πλευράς κοινοτικού προϋπολογισμού. Δεύτερον, τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαίοι πολίτες συμμετέχουν στον πολιτισμό, δηλ. τις πολιτιστικές τους προτιμήσεις, τόσο ως σκεπτόμενων και ενεργών ατόμων όσο και ως καταναλωτών πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών, που συνεπάγεται μια συμπεριφορά που παράγει οικονομικά αποτελέσματα τρίτον, το πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου εκτυλίσσονται όλα τα ανωτέρω, δηλ. οι ευκαιρίες που παρέχουν οι νέοι κανονισμοί, τα μέτρα και τα προγράμματα που θα βοηθήσουν τους ευρωπαίους πολίτες να ενημερωθούν καλύτερα και πληρέστερα για τους ευρωπαίους καλλιτέχνες και το έργο τους, γεγονός που θα τους εξασφαλίσει μεγαλύτερη ευχέρεια επιλογής, πέρα από τη δημιουργία και μιας ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυτότητας, παράλληλα και σε αρμονία με την εθνική. Τρίτον, την συγκέντρωση των επιχειρήσεων του οπτικοακουστικού τομέα και των ΜΜΕ. Το 1993 ο κύκλος εργασιών των 50 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του οπτικοακουστικού τομέα παγκοσμίως ανερχόταν σε 118 δις δολ. (Statistical Yearbook, European Audiovisual Observatory, Strasbourg 1950.) Τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα μόνοι οι 7 μεγαλύτεροι όμιλοι είχαν τον ίδιο κύκλο εργασιών. (The Economist, 1998.)

Το εμπορικό έλλειμμα με τη ΗΠΑ αυξάνεται. Από 2 δις δολ. σε 6,8 δις δολ. τα τελευταία χρόνια. Οι αμερικανικές ταινίες αντιπροσωπεύουν το 5% της παγκόσμιας παραγωγής και απολαμβάνουν το 50% του κύκλου εργασιών.

Πώς αντιμετωπίζει από την πλευρά της η Ένωση αυτά τα δεδομένα; Η παρέμβασή της στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμικού γίγνεσθαι, κυρίως μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχ, ήταν τα προγράμματα «Ραφαήλ» για την πολιτιστική κληρονομιά, «Καλειδοσκόπιο» για τις τέχνες, «Αριάδνη» για τη λογοτεχνία . Στη συνέχεια οι δράσεις αυτές εντάχθηκαν στο πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000», που λειτουργεί με την πρακτική των διευρωπαϊκών δικτύων. Επίσης το πρόγραμμα «Media» και η συνέχειά του «Media plus» για τα οπτικοακουστικά, «Connect» και «Ευρωπαϊκές Πολιτιστικές Πρωτεύουσες».

Τα οικονομικά είναι πενιχρά. Το 2000, μόνον το 0,1% του κοινοτικού προϋπολογισμού διατέθηκε για τον πολιτισμό και τα οπτικοακουστικά μέσα. Ας σημειωθεί ότι η γεωργία απορροφά περισσότερο από το σαράντα τοις εκατό του κοινοτικού προϋπολογισμού. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν Δίκτυα με ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000», ήταν η ευκαιρία να υιοθετηθεί μια νέα προσέγγιση στην πολιτιστική δράση της Κοινότητας, που θα της επιτρέψει να αντιμετωπίσει τις σημερινές προκλήσεις της εποχής μας, όπως η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, η παγκοσμιοποίηση, η κοινωνία της πληροφορίας, η απασχόληση και η κοινωνική συνοχή.

Το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000» συνεχίζει να συνεισφέρει στην αξιοποίηση ενός πολιτιστικού χώρου κοινού για όλους τους Ευρωπαίους, ευνοώντας τη συνεργασία των δημιουργών, των πολιτιστικών παραγόντων και των πολιτιστικών φορέων των κρατών μελών. Με αυτόν τον τρόπο ευνοεί την προώθηση της δημιουργικότητας, της διακρατικής διάδοσης του πολιτισμού και της κινητικότητας των δημιουργών και άλλων παραγόντων και επαγγελματιών του πολιτισμού καθώς και των έργων τους. Το πρόγραμμα αυτό επιβεβαιώνει επίσης το ρόλο του πολιτισμού ως οικονομικού παράγοντα, καθώς και ως παράγοντα κοινωνικής ένταξης και βίωσης της ιδιότητας του πολίτη. Ο προϋπολογισμός για την εκτέλεση του προγράμματος «Πολιτισμός 2000» για την περίοδο 2000-2004 ανέρχεται σε 167 εκατ. ευρώ. με παράταση το 2005 και 2006 και αύξηση στα 236,5 εκατ. ευρώ. Κατά τα τρία πρώτα έτη της εφαρμογής του, το πρόγραμμα επέτρεψε την υποστήριξη περισσότερων από 700 σχεδίων συνεργασίας στον τομέα των τεχνών, της λογοτεχνίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτό σημαίνει συμμετοχή μερικών χιλιάδων πολιτιστικών φορέων για εκδηλώσεις που απευθύνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες πολιτών κάθε χρόνο.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα χρήματα που διατίθενται για τον πολιτισμό είναι αρκετά περισσότερα. Το «e-content» είναι λ.χ. ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα που αφορά το ηλεκτρονικό περιεχόμενο και, μέρος αυτού, το «e-culture», αφορά την ηλεκτρονική κουλτούρα, στο πλαίσιο της «Κοινωνίας της πληροφορίας». Χρηματοδοτήσεις υπάρχουν επίσης, μέσω δράσεων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των διαρθρωτικών ταμείων. Στη χώρα μας, στην πενταετία 2001-2006 τα ευρωπαϊκά κονδύλια για επενδύσεις υποδομών στο χώρο του πολιτισμού ανήλθαν, σύμφωνα με δήλωση του υπουργού πολιτισμού, σε 500 δις δρχ.

Σε πρόσφατη έρευνα που διενεργήθηκε με βάση ερωτηματολόγιο που απεστάλη σε δημιουργούς, επαγγελματίες, φορείς της πολιτιστικής βιομηχανίας και επαγγελματικές οργανώσεις, η συντριπτική πλειοψηφία θεωρούν ότι τόσο οι εθνικές όσο και η ευρωπαϊκή πολιτιστική πολιτική είναι ανεπαρκείς. Ωστόσο το σημαντικό είναι ότι έχουν μεγάλες προσδοκίες ότι η κοινοτική πολιτιστική πολιτική είναι σε θέση να λάβει τολμηρά μέτρα. Στην ίδια έρευνα φάνηκε ότι μείζονα προβλήματα δημιουργούνταν από ορισμένα αλληλεπιδραστικά ερωτήματα στρατηγικής σημασίας: ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής αγοράς, οι νομικές αβεβαιότητες και διαφορές, το κόστος της κάλυψης τόσο πολλών γλωσσών, η έλλειψη κατάλληλα εκπαιδευμένου προσωπικού, η έλλειψη πληροφόρησης σχετικά με τους κανόνες στήριξης και τις ενισχύσεις στα διάφορα κράτη μέλη.

Κατά συνέπεια ενδιαφέρον για τους όρους παραγωγής και διανομής αυτών των προϊόντων, τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, τους όρους διατήρησης του πυρήνα της δημιουργίας μέσα σ΄ αυτά, του ρόλου των δημιουργών, και, τέλος, ενδιαφέρον για την πολιτιστική βιομηχανία που παράγει και διανέμει αυτά τα προϊόντα. Η Επιτροπή Βιομηχανίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι στραμμένη κυρίως στους παραδοσιακούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως λ.χ. αυτοκινητοβιομηχανία, χημικά, φαρμακοβιομηχανία και σε νεότερους, όπως η αεροδιαστημική και οι τηλεπικοινωνίες, αλλά δυσκολεύεται να φανταστεί τι σημαίνει πολιτιστική βιομηχανία.

Αλλά ποια είναι η συμπεριφορά των Ευρωπαίων πολιτών; Τί θα τους διευκόλυνε να προτιμούν τα ευρωπαϊκά προϊόντα; Η καλύτερη προώθησή τους απαντά το 80% των δημιουργών και επαγγελματιών και η καλύτερη διανομή, απαντά το 62%. Η ποιότητα και ανανέωση ακολουθούν.

Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να έχουμε το άλλοθι ότι δεν ξέρουμε. Εκείνο που χρειάζεται είναι η συστηματική κωδικοποίηση των μηνυμάτων. Είναι η χαρτογράφηση του ευρωπαϊκού χώρου για να μπορέσουμε να δούμε ενιαία τα δυνατά και κυρίως τα αδύνατα σημεία μας. Και φυσικά ένα «Πράσινο βιβλίο», μια ανάλυση όλων των δεδομένων, μετά από διαβούλευση με τους φορείς και τις επαγγελματικές οργανώσεις, καθώς και των εναλλακτικών λύσεων, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η λήψη αποφάσεων σε υψηλό πολιτικό επίπεδο. Κάτι το οποίο προσδοκούμε να ολοκληρωθεί σύντομα.

Τα παραπάνω αναδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση του πολιτικού πλαισίου, που μέχρι σήμερα ήταν μάλλον αμυντικό και βασιζόταν σε προστατευτική επιχειρηματολογία, με την έγκριση μέτρων που ήταν απαραίτητα αλλά ανεπαρκή. Επί πλέον, γίνεται αισθητή η ανάγκη υιοθέτησης μιας πιο ενεργού πολιτιστικής πολιτικής. Μεταξύ άλλων, αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη: τις ανάγκες και τις επιλογές της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών· την εξοικείωση των πολιτών με τον πολιτιστικό και γλωσσικό πλούτο του ευρωπαϊκού πολιτιστικού χώρου· τη σημασία της τηλεόρασης, του Διαδικτύου και του εκπαιδευτικού συστήματος στη δημιουργία πολιτιστικής ταυτότητας στα παιδιά και τη νεολαία· την ανάγκη η ευρωπαϊκή πολιτιστική παραγωγή να ανταγωνιστεί με αυτή των ΗΠΑ και άλλων χωρών· την ανάπτυξη και την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς· την προάσπιση των δικαιωμάτων των ευρωπαίων καλλιτεχνών και των ευκαιριών διανομής και προώθησης του έργου τους· νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα· τη στρατηγική που είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της απειλής της ομοιομορφίας, καθώς και της σύγκρουσης των πολιτισμών· ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς όπως προτείνει η UNESCO· τη συνεργασία της κοινοτικής με τις εθνικές πολιτικές· την ανάπτυξη οριζόντιων πολιτικών· λύσεις που θα εξασφαλίσουν τους απαραίτητους μηχανισμούς για την αντιμετώπιση του πραγματικού χώρου της μαζικής κουλτούρας και, κατά συνέπεια, της πολιτιστικής ταυτότητας του σύγχρονου ευρωπαίου πολίτη.

Εάν τα ζητήματα αυτά δεν βρουν ικανοποιητικές απαντήσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα στον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών απέναντι σε κείνα τρίτων χωρών. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να εξασθενήσει σημαντικά το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε επίπεδο καταναλωτικών προτιμήσεων του ευρωπαίου πολίτη. Μπορεί κάποιος να αναζητήσει τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα στον κλάδο της παραγωγής κινηματογραφικών έργων και μουσικής.

Οι απαντήσεις πρέπει να επικεντρωθούν στην αναζήτηση λύσεων που σχετίζονται κατά κύριο λόγο με την εσωτερική αγορά, ούτως ώστε να δοθούν στους ευρωπαίους πολίτες οι δυνατότητες να γνωρίσουν ανεμπόδιστα το έργο των ευρωπαίων δημιουργών.

Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη δημιουργία πιο ανταγωνιστικής πολιτιστικής αγοράς, με βάση κοινές στρατηγικές στα προβλήματα διανομής, εξαγωγών και εμπορικής προώθησης.

Γίνεται επιτακτικό να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον ορισμό της πολιτιστικής βιομηχανίας ως τέτοιας, προκειμένου να διευκρινιστούν οι κλάδοι που την αποτελούν και να προσδιοριστεί η πολιτιστική και οικονομική τους σημασία. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να προχωρήσει και η χαρτογράφηση των πολιτιστικών βιομηχανιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να βελτιωθούν τα στατιστικά στοιχεία και να αποσαφηνιστεί η εικόνα της, η δυναμική της και η ποιοτική υφή.

Όλα αυτά αποσκοπούν στη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού πολιτιστικού χώρου και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυτότητας και πολυμορφίας, μέσα από την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολιτιστικής βιομηχανίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι πλέον εμπνευσμένες και δημιουργικές δυνάμεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού θα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν γνωστά και προσιτά τα έργα και τις δημιουργίες τους σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες. Ταυτόχρονα, θα έχουν την ευκαιρία να διαδώσουν την ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα και εκτός ευρωπαϊκών συνόρων, γεγονός που έχει ιδιαίτερη πολιτιστική και πολιτική αξία και θα βοηθήσει τη συνειδητοποίηση των πολιτών ότι συνανήκουν σ’ αυτό τον ενιαίο χώρο.

Πρέπει, σε κάθε περίπτωση, σ’ έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο να αποφύγουμε μια ισοπεδωτική ομοιομορφία. Αντίθετα, η Ευρώπη θα πρέπει να προσφέρει μια ταυτότητα που συνίσταται στη συνύπαρξη των διαφορών, πλαίσιο που είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη συλλογικής ευρωπαϊκής συνείδησης.

Παράλληλα, η Ευρώπη αποτελεί σήμερα τον τόπο όπου ζουν εκατομμύρια μετανάστες από άλλες ηπείρους ή από χώρες εκτός των δεκαπέντε της Ένωσης, έχοντας μεταφέρει και μεταφυτεύσει εδώ την κουλτούρα και τη γλώσσα τους. Ποια είναι η σχέση αυτών των πολιτιστικών παραδόσεων και στοιχείων με τα γηγενή; Πώς αναπτύσσονται οι μεταξύ τους λειτουργίες και αλληλεπιδράσεις; Τι νέο μπορεί να προκύψει από τη συμβίωση και την πρόσμιξη; Υπάρχουν αμφίδρομες επιδράσεις;

Σημαντικό ζητούμενο πρέπει να είναι ο πολιτισμικός διάλογος στο εσωτερικό των χωρών μας, όπου διαβιούν χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ένας τέτοιος διάλογος μοιάζει πολύ περιορισμένος. Οι κοινωνίες μας δέχτηκαν μόνο το αναγκαίο, δηλαδή την εργασιακή προσφορά των μεταναστών, αλλά έχουν κλειστά τα αυτιά στις μουσικές, τις γλώσσες, τα τραγούδια τους, στις παραδόσεις και την κουλτούρα που φέρουν.

Ενταγμένοι στα στερεότυπα που τους εμποδίζουν να εκφραστούν, αυτοί οι «ξένοι» παραμένουν στην πραγματικότητα άγνωστοι ακόμη και ύστερα από δεκαετίες στην ίδια γειτονιά ή στο διπλανό μας διαμέρισμα. Αγνοούμε γι αυτούς τα πάντα σχεδόν. Μας είναι αδιάφοροι διότι κατά βάθος υποτιμούμε την κουλτούρα τους.

Οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής, μεταβλήθηκαν σε πολυπολιτισμικές εξαιτίας των αναγκών της παραγωγής, της οικονομίας, εξαιτίας της ανάγκης για ξένα χέρια, αλλά δεν συγκινήθηκαν από τις ιστορίες που οι μετανάστες είχαν να αφηγηθούν, δεν αφουγκράστηκαν τις περιπέτειες της ζωής τους. Συνεχίζουμε να μην ενδιαφερόμαστε ουσιαστικά για το πώς ζουν, πώς ονειρεύονται το μέλλον το δικό τους και των παιδιών τους, πως βιώνουν τις μακρινές τους πατρίδες, τις δραματικές διαδρομές τους, τη ζωή τους δίπλα μας.

Πέρα από ελάχιστες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ακόμη και η τέχνη συνέχισε να ασχολείται με τα δικά της προσφιλή παραδοσιακά θέματα, τυφλή στην εικόνα της σύγχρονης πόλης. Δεν πήρε τα λεωφορεία που είναι γεμάτα αλλοδαπούς, δεν πέρασε από τα Εξάρχεια, τα Πατήσια, την Ομόνοια ή τη Βάθης, δεν κολύμπησε στις κοντινές παραλίες ακούγοντας τις μανάδες να φωνάζουν τα παιδιά τους στις δικές τους γλώσσες, δεν μπήκε στα σχολεία ούτε όμως και στα σπίτια τα πρωινά της καθαριότητας ή τα βράδια, όταν οι ξένες γυναίκες φροντίζουν τους ηλικιωμένους μας.

Από την άλλη μεριά, ο πολιτικός ορίζοντας έχει ανάγκη από την προσοχή που οφείλουμε να δώσουμε όχι μόνο στις συνθήκες παραγωγής και διανομής του πολιτισμού, κυρίως μέσω των ΜΜΕ, αλλά και της κατανάλωσής του από τους πολίτες, του καθημερινού πολιτιστικού βιώματος. Απαιτείται γι’ αυτό μια μακροπρόθεσμη πολιτική στρατηγική, εμπνευσμένη, αποτελεσματική και δημοκρατική που θα αγκαλιάζει όλους τους πολίτες της διευρυμένης Ευρώπης, όλα τα κοινωνικά στρώματα και του μετανάστες και όχι μόνο τους λίγους καλλιεργημένους.

Μπροστά στις ισχυρές πολιτιστικές ανισότητες που είναι ριζωμένες στην καρδιά των κοινωνιών μας (υποβαθμισμένη περιφέρεια, μαζική TV και reality show, ελλείψεις στην εκπαίδευση, φτώχεια, περιθωριοποίηση) είναι αναγκαίο να υποστηρίξουμε, απ’ τη μια μεριά τον πλούτο που περιέχει η διαφοροποιημένη πολιτιστική παραγωγή και, από την άλλη, να προωθήσουμε την κατανάλωση πολιτιστικών προϊόντων επαρκέστερων και συνθετότερων ως τροφή για σκέψη. Αυτό σημαίνει να ευνοήσουμε τη διεύρυνση του κοινού και τη μεγαλύτερη συμμετοχή στον πολιτισμό. Σημαίνει, να διευρύνουμε το δικαίωμα όλων των πολιτών στον πολιτισμό, υποστηρίζοντας τις πιο αδύναμες ομάδες, που για να απολαύσουν τα πολιτιστικά αγαθά πρέπει να κάνουν τη μεγαλύτερη προσπάθεια και να διανύσουν τη μεγαλύτερη απόσταση από τις παραδοσιακές στενόχωρες νοοτροπίες στον ανοιχτό ορίζοντα των σύγχρονων αισθητικών επιλογών.

Οι κοινωνίες μας καλλιεργούν την ατομικότητα, το άμεσο συμφέρον, τις παραδοσιακές οδούς κοινωνικής και επαγγελματικής ανόδου αλλά όχι την ανάπτυξη του υποκειμένου, την παιδεία, την υπευθυνότητα, τη συλλογικότητα, την ικανότητα σχεδιασμού, αυτογνωσίας.

Η κλίμακα των κοινωνικών αξιών, η αξιοκρατία, οι τρόποι πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής πρέπει να βγουν από το καθεστώς ισχυρού κλονισμού, όπου βρίσκονται και να ξεπεράσουν το βαθύ πολιτιστικό και μορφωτικό ρήγμα, καθώς και την αποσύνθεση των συλλογικών πεποιθήσεων στο εσωτερικό τους. Χρειάζεται ένα δομημένο πεδίο κοινωνικής και πολιτικής δράσης, που να συνδέεται με ένα όραμα και να επιτρέπει στους πολλούς να το αντιλαμβάνονται κάθε φορά το διακύβευμα και να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν.

Το κοινωνικό και ψηφιακό περιβάλλον επιτρέπει σήμερα μόνο κάτω από ειδικές συνθήκες την ανάπτυξη δημιουργικότητας. Το πλέγμα των δυναμικών δημιουργικών δυνάμεων και οι δίαυλοι έκφρασής τους δεν φτάνουν για να επηρεάσουν την πλειονότητα του κοινωνικού σώματος, το οποίο παραμένει στο έλεος της φτηνής διασκέδασης. Η απόσταση αριστοκρατίας της σκέψης και πλήθους διαρκώς μεγαλώνει, η πολιτισμική ανισότητα γίνεται απειλητική, αν σκεφτεί κανείς και την πολιτική της έκφραση. Είναι χρέος μας να δώσουμε τις σωστές πολιτικές απαντήσεις.

Κι’ αυτές δεν μπορεί παρά να έχουν ως επίκεντρο τη δημοκρατική συμμετοχή, η οποία αποτελεί ολοένα ζωτικότερο αίτημα και μοναδική πηγή νομιμοποίησης της πολιτικής. Οι νέες τεχνολογίες υπόσχονται την επίλυση μιας σειράς προβλημάτων που εμποδίζουν τη συμμετοχή των πολιτών και μας βοηθούν να ανακαλύψουμε νέους τρόπους πρόσβασης, πληροφόρησης, κατάθεσης γνώμης, λήψης αποφάσεων, συλλογικής συνειδητοποίησης και δράσης.

Η νέα εποχή, στην οποία οδηγείται η κοινωνία μας, ζητά απαντήσεις όχι μόνο σε οικονομικό ή κοινωνικό επίπεδο αλλά και σε πολιτιστικό, στο οποίο ολοένα συχνότερα αναγκάζονται να αναφερθούν οι πολιτικοί, προκειμένου να εξηγήσουν τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα που προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμική σύνθεση των κοινωνιών μας, την ανατροπή των παραδοσιακών παραγωγικών σχέσεων. Η ανάγκη ενός νέου οράματος και μιας νέας ιδεολογίας για το πέρασμά μας στην κοινωνία και την οικονομία της γνώσης, μοιάζει να είναι αδυσώπητη, καθώς τίποτε δεν μπορεί να γεμίσει τα κενά που δημιουργούν οι γρήγορες μεταβολές των αξιών, των τρόπων ζωής, της συμβίωσης με ομάδες ανθρώπων με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές.

Η εποχή που τα πολιτιστικά προϊόντα παράγονταν από λίγους για εξίσου λίγους, έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο αιώνας, που μόλις εξέπνευσε, παγίωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς σε ολόκληρη την Ευρώπη και, μαζί με τα ίσα πολιτικά δικαιώματα και την ελευθερία έκφρασης, πρόσφερε στους πολίτες μια νέα πολιτιστική πραγματικότητα κυριαρχούμενη από τα ΜΜΕ. Πρόκειται για εκδημοκρατισμό του πολιτισμού; Η αλήθεια είναι ότι ο πολιτισμός παύει να θεωρείται πολυτέλεια ή προνόμιο και αναγνωρίζεται η ελεύθερη πρόσβαση όλων των πολιτών στα προϊόντα και τις υπηρεσίες του. Η πολιτιστική βιομηχανία και τα ΜΜΕ ανθούν. Είναι αυτό που θέλουμε; Μπορούμε να δεχθούμε ότι ζούμε σε μια πολιτιστική δημοκρατία; Δεν θα μπορούσε να το υποστηρίξει κάποιος παραλείποντας τις αντιφάσεις που ανακύπτουν.

Στην πραγματικότητα, στην Ενωμένη και Δημοκρατική Ευρώπη ο πολιτισμός καλείται να παίξει ουσιαστικό ρόλο, να υποστηρίξει την ίδια την κοινωνική συνοχή. Σ’ αυτόν τον τόπο συνάντησης διαφορετικών λαών, σ’ αυτήν την ήπειρο με τις διαφορετικές ταχύτητες και τους χιλιάδες μετανάστες που ανακαλύπτουν κοινούς κώδικες επικοινωνίας αλλά και χαώδεις διαφορές, αν θέλουμε να μιλάμε για δημοκρατία στην πράξη, θα πρέπει να μιλάμε όχι μόνο για την πολιτική δημοκρατία, αλλά, και για την πολιτιστική. Αυτή τη δημοκρατία δηλαδή, που ενθαρρύνει την πολυφωνία σε όλα τα πεδία έκφρασης και καθιστά τον πολιτισμό όχι μόνο προσιτό σε όλους αλλά και νόμιμο σημείο εκκίνησης για όλους. Οφείλουμε έτσι να αναγνωρίσουμε με πιο επίσημο τρόπο το ρόλο του πολιτισμού της καθημερινής ζωής, που εδώ και αιώνες ζυμώνει τα βιώματα, τις συμπεριφορές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Αυτή η προσέγγιση του πολιτισμού είναι που συνδέεται άμεσα και με την πολιτική, ακριβώς επειδή επηρεάζει και επηρεάζεται, συχνά διαταράσσει και αντιστοίχως διαταράσσεται από αυτήν.

Η σύγκλιση πολιτικής και πολιτιστικής δημοκρατίας δεν συνίσταται μόνο στην εφαρμογή των κανόνων της ουσιαστικής δημοκρατίας στο πεδίο του πολιτισμού, αλλά, εξίσου, στην αποπεριθωριοποίηση της έννοιας του πολιτισμού, και στη σύνδεσή του με τις άλλες πολιτικές, όπως είναι λ.χ. η πολιτική εκπαίδευσης, απασχόλησης, περιβάλλοντος, αγροτική, καθώς και με τα ανάλογα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων. Γίνεται αισθητή κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάγκη μιας διευρυμένης πολιτικής σκέψης, που δεν λαμβάνει υπόψη, κατά το σχεδιασμό των πολιτικών δράσεων, μόνο τις οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες και επιπτώσεις για την κοινωνία μας, αλλά, στον ίδιο βαθμό, και τις πολιτιστικές.

Τα νέα πεδία συνδυασμού συλλογικότητας και ατομικότητας, οι διευρυμένες δυνατότητες δράσης των πολιτών, το νέο υποκείμενο της ιστορίας βρίσκονται σήμερα υπό διαμόρφωση. Για να ολοκληρωθούν προϋποθέτουν τη σύγκλιση πολιτικής και πολιτιστικής δημοκρατίας, που θα στηρίξει το νέο όραμα.