ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

ΡΩΜΗ

Οι Ιταλοί συνάδελφοί μου που ανήκουν στην Ελιά παίρνουν την πρωτοβουλία μιας συνάντησης για την Κοινωνία της γνώσης και τη σημασία των ΜΜΕ στη Ρώμη. Τζόρτζο Ρούφολο, γνωστός σεβάσμιος οικονομολόγος, τον θυμάμαι από την εποχή που ήταν διευθυντής του Micromega, ενός περιοδικού με εύστοχη θεματολογία και βαθιές αναλύσεις. Πασκουαλίνα Ναπολετάνο, επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Ιταλών. Ρέντσο Ιμπενι, για σειρά ετών δήμαρχος της Μπολόνια, κατόπιν διευθυντής της Unitá. Φιορέλα Γκιλαρντότι, στέλεχος του γυναικείου κινήματος. Τζάνι Βάτιμο, φιλόσοφος. Μπρούνο Τρεντίν, πασίγνωστος συνδικαλιστής.

 

Δεν χωράει δισταγμός σε μια τέτοια πρόταση, πρώτα οι καλοί φίλοι, δεύτερον η πόλη. Κι ας είναι σαββατοκύριακο της Καθαρής Δευτέρας για μας, κι ας έχω δώσει κι άλλες από πριν υποσχέσεις. Η Ρώμη πάντοτε προηγείται, στην καρδιά και στο νου. Επιστρέφοντας σ΄ αυτή την πόλη, κάθε φορά, η διαδρομή από το Φιουμιτσίνο προς το κέντρο με φέρνει στο μακρινό εκείνο 1973 και στο σπίτι του Τάκη, στην πρώτη μακαρονάδα με τόνο και στη βόλτα με τα πόδια από την Tiburtina ως το Campo dei fiori.

 

Αυτή τη φορά μένω σ΄ ένα μικρό ξενοδοχείο με ξύλινα γυαλισμένα στην εντέλεια πατώματα και παράθυρα που βλέπουν στο Pantheon. Οι ήχοι της χορωδίας και των οργάνων έρχονται στ΄ αυτιά μου, από τη συναυλία μιας παραμονής Χριστουγέννων μέσα στο Pantheon. Έκανε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ, και καθόμασταν στριμωγμένοι στους ξύλινους πάγκους για να ζεσταθούμε.

 

Περπατώ με τα πόδια ως το Καπιτώλιο, διασχίζοντας την Piazza Venezia, πολύβουη ως συνήθως και ηλιόλουστη αυτό το απομεσήμερο της Παρασκευής. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά που οδηγούν στην πλατεία του Καπιτωλίου, σχεδιασμένα από τον Μιχαήλ Άγγελο γύρω στα 1530, αντικρίζω αριστερά μου την Santa Maria in Aracoeli, τόσο ασυνήθιστη, στο σχήμα και τη χτισμένη από τούβλα πρόσοψη. Στο σημείο αυτό, λέει ο μύθος, η Σύβιλλα προείπε στον Αύγουστο την έλευση του Χριστού. Φτάνοντας στην πλατεία του Καπιτωλίου τα τρία επιβλητικά κτίρια λάμπουν στο ήλιο ολόφρεσκα, μετά από τα έργα συντήρησης των τελευταίων ετών που τα κρατούσαν φασκιωμένα σε λινάτσες. Αν βρω λίγο χρόνο θα κάνω μια σύντομη επίσκεψη στο Μουσείο του Καπιτωλίου ή ίσως στο Palazzo dei Couservatori για μια ματιά στην περίφημη μπρούτζινη ετρούσκικη Λύκαινα του 6ου αιώνα που βρίσκεται εδώ.

 

Η συνάντησή μας θα γίνει σε μια αίθουσα στο πλάι του Μουσείου, με χρυσοποίκιλτη οροφή και τεράστιες μπαλκονόπορτες που βλέπουν σ΄ έναν εξώστη με θέα τα Fori Imperiali, το Palatino και το Foro Romano. Ανάμεσα στην καταπράσινη έκταση με τις ανασκαφές και τους ναούς διακρίνω στ΄ αριστερά την αψίδα του Σεπτίμιου Σεβήρου και πίσω δεξιά τον κίονα του βυζαντινού αυτοκράτορα Φωκά.

Βρίσκω ένα κάθισμα κοντά σε μια από τις μπαλκονόπορτες, για να μπορώ να ρίχνω μια ματιά στο ρωμαϊκό πολιτισμό όσο θα μιλάμε για το σήμερα, κάτω από τη σκιά και την ύβρι του σημερινού πρωθυπουργού αυτής της χώρας.

 

Ακούγοντας του χαιρετισμούς των ιταλών συναδέλφων σκέπτομαι τον Αδριανό της Γιουρσενάρ: «Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου. Ο επιτάφιός μου θα χαραχτεί στα λατινικά στον τοίχο του μαυσωλείου μου στις όχθες του Τίβερη, αλλά ελληνικά έχω σκεφθεί και ζήσει. Αγάπησα αυτή τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό της, που η κάθε λέξη του πιστοποιεί τη άμεση και διαφορετική επαφή με τις αλήθειες.» Συνεχίζω να ακούω τους μελωδικούς ήχους των ιταλικών λέξεων που, προς το παρόν, μεταφέρουν συμβατικά μηνύματα καλωσορίσματος των συνέδρων και γενικόλογες διαπιστώσεις περί της σημασίας του πολιτισμού. Ελπίζω πως σε λίγο η συζήτηση θα οδηγήσεις τις σκέψεις μας και τις διαφορετικές γλώσσες που θα μιλάμε να εκφράσουν άμεσα την επαφή με τις αλήθειες, γιατί αλλιώς το θηρίο των ιταλικών ΜΜΕ θα συνεχίσει να καγχάζει σε βάρος μας, έστω και ντυμένο παλιάτσος.

 

Στο απογευματινό διάλειμμα παρασύρω την Μπάρμπαρα και τον Αντόνιο σε μια αγαπημένη μου γωνιά στο ιστορικό κέντρο της πόλης. «Leno teca antica di via della croce» είναι το όνομα του μαγαζιού. Ατμόσφαιρα πανδαισίας, συνωστισμός, το ιταλικό μπρίο στο φόρτε του, του Φρασκάτι, τα κολονάτα ποτήρια ξαναγεμίζουν με κόκκινο, προσούτο, γκοργκοντσόζα και ροζέτες, τα στρογγυλά ψωμάκια που με μαγικό τρόπο τους έχει αφαιρεθεί ή ψίχα από το εσωτερικό. Με κόπο καταφέρνω να επαναφέρω τους δυο μου φίλους στην αίθουσα συνεδριάσεων και στη διανοητική πειθαρχία που απαιτεί η περίσταση.

 

Μια αποπροσανατολισμένη αναζήτηση κάνει κύκλους στην αίθουσα, η γλώσσα πλατιάζει, εξαντλείται σε σχήματα, πουθενά ένα βέλος, ακόμη κι οι αγγλοσάξωνες συνάδελφοι προσεγγίζουν το θέμα των ΜΜΕ με βαρκούλες που τις χτυπάει το μεσογειακό κύμα στα βράχια. Άραγε, θα τα καταφέρουμε να πούμε κάποια στιγμή κι εμείς μαζί με τον Αδριανό: «Ευχαριστώ τους θεούς που μου παραχώρησαν να ζήσω σε μια εποχή που μου 'λαχε ο προορισμός να αναδιοργανώσω με προσοχή έναν υπαρκτό κόσμο. Που το παρελθόν μας ήταν αρκετά μεγάλο για να μας προμηθεύσει παραδείγματα. Που η εξέλιξη της τεχνολογίας μας είχε φτάσει σε κείνο το βαθμό που κάνει ευχερέστερη την υγεία των πόλεων μας και την ευημερία των λαών.» Θα τα καταφέρουμε, εννοώ όλοι μαζί κι όχι καθένας ξεχωριστά, ως χώρες, ως Ευρώπη να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αντάξιοι των αναγκών και των απαιτήσεων της εποχής μας;

 

Το επόμενο πρωινό πέρασα από την πιάτσα Ναβόνα και μέσα από τα στενά δρομάκια με τα μεσαιωνικά κτίρια κατέληξα στη φοντάνα ντει Τρέβι. Ο κόσμος, μικροί και μεγάλοι έριχναν στο νερό νομίσματα για να πιάσουν οι ευχές τους.