ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ: Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΣΤΑ ΜΜΕ

Πόση πολύχρονη προσπάθεια χρειάστηκε ώστε να αποτελέσουν οι εφημερίδες και τα βιβλία έναν κλάδο ξεχωριστό από τις δασικές βιομηχανίες στη συλλογή στατιστικών στοιχείων; Αντιλαμβάνεστε τη λογική: δέντρα, ξύλο, χαρτοπολτός, χαρτί και, εντέλει, εφημερίδα.

Από τη μια μεριά, οι άνθρωποι του Tύπου και η αρμόδια διεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κι απ’ την άλλη οι Φινλανδοί συνάδελφοί μου, που αγωνίστηκαν σκληρά έως πρόσφατα για να κρατήσουν τις εφημερίδες αιχμάλωτες των δασών, μπορούν να μας διαβεβαιώσουν ότι το αυτονόητο δεν ήταν καθόλου απλό. Δεν είναι πάνω από δυο χρόνια που επετεύχθη το μεγάλο εγχείρημα, να περιληφθεί ξεχωριστή αναφορά του κλάδου εκδόσεων και εκτυπώσεων στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Ταξινόμησης των Βιομηχανικών Κλάδων (NACE). Μεγάλη πρόοδος για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν σκεφτεί κάποιος ότι και στις στατιστικές της Unesco συνεχίζεται μια ακατανόητη ταξινόμηση: εφημερίδες, βιβλία, πολιτιστικό (!) χαρτί.

Γιατί ξεκίνησα μ’ ένα τέτοιο παράδειγμα; Μα διότι το αρχαϊκό αντιπαρατίθεται στη σύγχρονη πραγματικότητα και στο νέο παγκοσμιοποιημένο μοντέρνο κόσμο μας: α) συνεχίζουν να μας κατατρέχουν ένα σωρό παλιά δεσμά προκαταλήψεων, γραφειοκρατίας και πεπαλαιωμένων οικονομικών συμφερόντων β) τα αυτονόητα δεν λύνονται αυτομάτως αλλά μετά από μεγάλη προσπάθεια γ) όχι μόνο οι ταξινομήσεις αλλά επίσης οι στατιστικές και οι μελέτες εξακολουθούν να εκφωνούν μονολόγους, συχνά χωρίς συγκριτικά στοιχεία και χωρίς ακριβείς ορισμούς του αντικειμένου ή του πλαισίου αναφοράς τους.

Τι σημαίνει αυτό; Έναν απέραντο λαβύρινθο από διαφορετικούς ορισμούς και διαφορετικό εύρος, όσον αφορά λ.χ. το περιεχόμενο και το ηλεκτρονικό περιεχόμενο, τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και τα νέα Μέσα, τις πολιτιστικές βιομηχανίες ή τις δημιουργικές βιομηχανίες ή τις βιομηχανίες πληροφόρησης και γνώσης, την οικονομία της γνώσης και κοινωνία της γνώσης, κοκ. Ένας πύργος της Βαβέλ που ευνοεί εντέλει μόνο το κυνήγι του εφήμερου, χωρίς να καταφέρνει να παράξει την προστιθέμενη αξία που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να είναι αρκετά υψηλή.

Αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, σε όλα αυτά είναι ότι πολύ συχνά το ίδιο το περιεχόμενο υποτιμάται εξαιρετικά έναντι της πρώτης ύλης και του μέσου. Ποια, λοιπόν, η σχέση περιεχομένου και ΜΜΕ. Ασφαλώς, λαμβάνω υπόψη μου ότι «το μήνυμα είναι το μέσον», αλλά διατηρώ το δικαίωμα να συνεχίσω να σκέφτομαι ερήμην αυτής της δικτατορικής ρήσης.

Τα τελευταία χρόνια μιλάμε για περιεχόμενο και ΜΜΕ σαν να μιλάμε για λευκό γάμο, για δυο ξένους στο ίδιο σπίτι, για μια συμβίωση στην οποία ο καθένας κάνει τη ζωή του χωρίς αυτό να αφορά τον άλλο. Τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν στα Μέσα αλλά τι γίνεται με αυτό που μεταδίδουν, τι συμβαίνει στο πολιτιστικό τους περιεχόμενο, σ’ αυτό που έχουν να μας πουν; Το περιεχόμενο έχει βρεθεί σε μια γκρίζα ζώνη αλλά και σε μια άνιση ανάπτυξη, αν κάνει κάποιος συγκρίσεις ανάμεσα στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, ακόμη, έχει βρεθεί υπό αμερικανική κατοχή, αν ρίξει κάποιος μια ματιά στα ισοζύγια εισαγωγών-εξαγωγών Ε.Ε. - ΗΠΑ.

Δισεκατομμύρια επενδύονται στην τεχνολογική ανανέωση των Μέσων, με τη λογική ότι αυτά αποτελούν «κανάλια διανομής» και, κατά συνέπεια, εξασφαλίζουν τη λεωφόρο που οδηγεί στο μέλλον του ενδιαφέροντος του κοινού και, φυσικά, των κερδών. Ευτυχώς, πάντοτε υπάρχουν έξυπνοι άνθρωποι που αναγνωρίζουν αυτό που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια. Ποιο είναι αυτό; Στην προκειμένη περίπτωση ότι «οι εφημερίδες δεν μπορούν να συνεχίσουν να ορίζονται από την έννοια του χαρτιού, αλλά θα πρέπει να ορίζονται από την έννοια της ενημέρωσης» (Arthur Sultzberger, World Newspaper Congress, Bruges, 2002). Kι ακόμη ότι οι δημοσιογράφοι, έτσι όπως πάνε τα πράγματα, κινδυνεύουν να γίνουν «συσκευαστές περιεχομένου παρά παραγωγοί», (Jan Lamers, στο ίδιο συνέδριο). Δεν υπάρχει κανείς που να αμφιβάλλει ότι συμφωνώ με τους δύο προαναφερόμενους κυρίους.

Δεδομένου ότι το περιεχόμενο δεν αποτελεί νέα γυαλιστερή εφεύρεση, αλλά αποτελεί ένα παραδοσιακό στοιχείο που υπήρχε και θα υπάρχει ως τέτοιο, ανεξαρτήτως των μορφών που παίρνει, υποτιμάται συστηματικά, θεωρούμενο ως κάτι εξασφαλισμένο που δεν χρειάζεται επενδύσεις, ανανέωση, καινοτομίες. Κι όμως, η νέα οικονομία είναι η οικονομία της γνώσης. Η βιομηχανική επανάσταση τελείωσε όταν η αύξηση του ειδικού βάρους της γνώσης έγινε συντριπτική σε σύγκριση με άλλους παραγωγικούς συντελεστές, όπως οι φυσικοί πόροι, ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, η ανειδίκευτη εργασία. Από τη γη, το κάρβουνο, το σίδερο, το ατσάλι, το χαρτί στην περίπτωσή μας, περάσαμε στο ανθρώπινο και διανοητικό κεφάλαιο. Αναγόμενη στην ευφυΐα, τις νέες ιδέες, την ατομικότητα, η οικονομία της γνώσης παράγει και διαδίδει με ασύλληπτη ταχύτητα άυλα αγαθά και υπηρεσίες. Οι επιχειρήσεις μετατρέπονται σε εργοστάσια της γνώσης. Ε, λοιπόν, πώς να το κάνουμε, γνώση δεν είναι μόνο οι τεχνολογίες, μολονότι τις βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμες και ενδιαφέρουσες. Γνώση είναι και το περιεχόμενο, για να μην πω κυρίως αυτό. Ιδιαίτερα όσον αφορά την παραγωγή εκδόσεων, αυτές «θα συνεχίσουν την ανεκτίμητη συμβολή τους στην Ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία γιατί επωφελούνται ιδιαίτερα από τις ευκαιρίες που δίνονται από την εξέλιξη στην ψηφιακή τεχνολογία. Ο πυρήνας της επιχειρηματικής δραστηριότητας των εκδοτών είναι η δημιουργία, η επιμέλεια, η μορφοποίηση του περιεχομένου των ειδήσεων, είτε αυτό είναι καθαρά ενημερωτικό, είτε έχει επίμαχο περιεχόμενο. Η ανάγκη για δεξιότητες, γνώση, και δραστηριότητες αυξάνεται παρά τις αλλαγές και καινοτομίες που διαδραματίζονται στο χώρο της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών», (Competitiveness of European Union Publishing Industries, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2000).

Είναι αλήθεια ότι το κεφάλαιο της γνώσης μπορεί να εκφυλιστεί. Σκέφτομαι τον πλούτο των παραδοσιακών δεξιοτήτων στην έκδοση βιβλίων, οι οποίες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν λόγω των δυνατοτήτων που παρέχονται από τη χρήση υπολογιστών στον τομέα αυτό. Ωστόσο στην πραγματικότητα, οι τελικές αποφάσεις γι’ αυτό που θα διασωθεί κι αυτό που θα θυσιαστεί ανάγονται σε διαχειριστικές αποφάσεις. Όλα τα παραδείγματα συνηγορούν ότι η παράδοση της γνώσης υποτιμάται ή κυριολεκτικά καταστρέφεται, συχνά για λόγους διαχείρισης. Η επιχειρησιακή και πολιτική κουλτούρα είναι αυτές που φέρουν το βάρος των αποφάσεων και, φυσικά, των επενδύσεων καθώς αλλάζουν ριζικά οι τρόποι παραγωγής και η σύσταση της προστιθέμενης αξίας. «Καθώς οι παραδοσιακές εκδοτικές επιχειρήσεις έχουν μεταμορφωθεί σε επιχειρήσεις πληροφόρησης και γνώσης, η σχέση μεταξύ διοίκησης και εργαζομένων γίνονται ιδιαίτερα κρίσιμες. Άνθρωποι που δημιουργούν, διαχειρίζονται και διανέμουν γνώση αποτελούν το πρωταρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων της γνώσης γιατί η δημιουργικότητα, η ποιότητα και οι υπηρεσίες αυτών των ατόμων είναι αναγκαία στοιχεία για την επιτυχία στον κόσμο της πληροφορίας.

Το καινούριο επιχειρησιακό περιβάλλον της βιομηχανίας της γνώσης απαιτεί μετασχηματισμό των παραδοσιακών σχέσεων μεταξύ διοίκησης και εργαζομένων», (Competitiveness of the European Union Publishing Industries, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2000). Και όμως σ΄ αυτή την νέα κατάσταση που έχει τόσο ανάγκη τα περιεχόμενα, αυτά αδικούνται καταφανώς.

Μεταξύ των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Εκδοτών Εφημερίδων διακρίνω «την επίτευξη περιεχομένου υψηλής ποιότητος ». Δεν ξέρω αν το εννοούν και το πράττουν. Αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, το στόχο αυτό ως σημαντικό, υπογραμμίζοντας όχι απαραίτητα την υψηλή ποιότητα όπως κάποιος θα μπορούσε να υποπτευθεί, αλλά απλώς την ποιότητα του περιεχομένου. Γιατί; «Επειδή ίσως το πραγματικό πρόβλημα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο δεν βρίσκεται στο μηχανισμό διανομής, αλλά στο ίδιο το προϊόν, δηλαδή στην παραγωγή ενημέρωσης». Γνωρίζουμε ότι η ενημέρωση είναι για τις εφημερίδες και τα ηλεκτρονικά μέσα ο βασικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται το υπόλοιπο περιεχόμενο αλλά «οι ειδήσεις δεν είναι ο κύριος λόγος που οι άνθρωποι αγοράζουν εφημερίδες ή επισκέπτονται το διαδίκτυο. Εάν οι εφημερίδες πρόκειται να καλλιεργήσουν αυτή την ανάγκη, απαιτείται να δουλέψουν σκληρότερα όχι τόσο με όρους επιπλέον περιεχομένου, αλλά περισσότερο με όρους πολιτισμού». Ποιος το λέει αυτό; Όχι ένας ύποπτος, κουλτουριάρης ακαδημαϊκός, αλλά ένας από τους ανθρώπους του σιναφιού των δημοσιογράφων, ο Jan Lamers.

Στη μελέτη Εκμετάλλευση και εξέλιξη στον επαγγελματικό χώρο στον τομέα του πολιτισμού στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2001), μπορούμε να διαβάσουμε κάτι πολύ ενδιαφέρον: «η ψηφιακή κουλτούρα είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του παραδοσιακού πολιτισμού (περιεχόμενο), του τομέα των TIMES (τεχνολογία: τηλεπικοινωνίες, διαδίκτυο, πολυμέσα, ηλεκτρονικό εμπόριο, προγράμματα και ασφάλεια, τηλεόραση, έκδοση, βιομηχανία παραγωγής μουσικής) και των υπηρεσιών διανομής».

Στα συμπεράσματα της ίδιας μελέτης, διαπιστώνεται πόσο στην εποχή της πληροφορίας η απαίτηση για περιεχόμενο και γνώση έχει προτεραιότητα. Επομένως, σχέδια ικανά να προσφέρουν και να διανείμουν πληροφορία μέσω τηλεματικών δικτύων έχουν ιδιαίτερη αξία. Αυτά τα δίκτυα ευνοούν ιδιαιτέρως τη χρησιμοποίηση της προστιθέμενης αξίας που αντιπροσωπεύει η δημιουργικότητα και η καλλιτεχνική ευαισθησία των προϊόντων αυτού του τομέα.

Αλλά πόσο ελάχιστη προσοχή δώσαμε τις τελευταίες δεκαετίες στην δημιουργικότητα και την καλλιτεχνική ευαισθησία του περιεχομένου, πόσο λίγα νέα προϊόντα παραγάγαμε, σε πόσο μικρό βαθμό προβληματιστήκαμε γι’ αυτά, αν κάνουμε σύγκριση με το χρόνο και τις επενδύσεις που αφιερώθηκαν στις υποδομές και τα καλώδια. Τι γίνεται ολοφάνερο; Ότι η μίμηση και η ανταγωνιστικότητα κυριάρχησαν των καινούριων ιδεών και το επίπεδο πειραματισμού υπήρξε δραματικά χαμηλό.

Δεν θα ήθελα να συνεχίσω στην κατεύθυνση αυτή, διότι δεν αμφισβητώ άλλωστε σε καμία περίπτωση τη σημασία των τεχνολογιών. Αυτό που θέλω κυρίως να υποστηρίξω είναι η μεγάλη δυναμική των πολιτιστικών βιομηχανιών της Ευρώπης, οι οποίες ενώ απασχολούν περισσότερους από επτά εκατομμύρια εργαζόμενους, «απολαμβάνουν» μικρής σημασίας και ελάχιστης πολιτικής και ιδεολογικής νομιμοποίησής τις τελευταίες δεκαετίες.

Τι εννοώ λέγοντας μικρή σημασία; αναφέρομαι στην ελάχιστη και μονομερή έρευνα, στο χαμηλό επίπεδο διαλόγου, τη ρευστότητα του πλαισίου, το ανύπαρκτο σύστημα ενοποιημένων ευρωπαϊκών στατιστικών, την έλλειψη πολιτικής αναγνώρισής τους. Τι εννοώ ελάχιστη πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση; ότι δεν αποτελούν ως τέτοιες αντικείμενο ούτε της πολιτικής για τη βιομηχανία ούτε της πολιτικής για τον πολιτισμό. Κι αυτό γιατί; Διότι ο βιομηχανικός κόσμος παραμένει προσηλωμένος στους παραδοσιακούς κλάδους (αυτοκίνητα, αεροπλάνα, μηχανήματα) και δεν έχει αντιληφθεί το μέγεθος αυτού του νέου γίγαντα που μεγαλώνει με ταχύτατους ρυθμούς πολύ πάνω από τους μέσους όρους. Από την άλλη μεριά, ο κόσμος του πολιτισμού παραμένει προσηλωμένος στις παραδοσιακές αριστοκρατικές αξίες του και δεν δέχεται ως ισότιμο συνομιλητή τη μαζική κουλτούρα, δηλαδή τη μετάφραση της κουλτούρας σε όρους οικονομίας.

Είναι πεποίθησή μου ότι τα ΜΜΕ αποτελούν τα ίδια μέρος της πολιτιστικής βιομηχανίας, όπως μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστρία αναγνωρίζουν προς το παρόν στις στατιστικές της απασχόλησης. Είναι κάτι που θα πρέπει να συζητηθεί σε ένα δημόσιο διάλογο για να επηρεάσει τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις καταρχάς και, στη συνέχεια, όλα τα άλλα επίπεδα. Ίσως μάλιστα το σημείο αυτό αποτελεί μια κρίσιμη αφετηρία διαλόγου, που θα προκαλέσει την πολιτική συνειδητοποίηση για θέματα σχετικά με το πολιτιστικό περιεχόμενο.

Η μεγάλη οικογένεια των πολιτιστικών βιομηχανιών μπορεί έτσι να περιλαμβάνει εκδόσεις, πολυμέσα, οπτικοακουστικά, μουσική, εικαστικές τέχνες, κινηματογράφο, φωτογραφία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, βίντεοπαιχνίδια. Σύμφωνα με τον ορισμό της Ουνέσκο θα πρέπει να προσθέσουμε διαφήμιση, αρχιτεκτονική τέχνη, αντίκες, χειροτεχνία, ντιζάιν, βίντεο, διαδραστικό λογισμικό, υπηρεσίες υπολογιστών, πολιτιστικό τουρισμό, κατασκευή μουσικών οργάνων. Πρόκειται για ένα εκτενή κατάλογο που θα εμπλουτιστεί κι άλλο στο μέλλον.

Αλλά τι γίνεται με τον καταναλωτή; Ποιος ενδιαφέρεται για τα πολιτιστικά περιεχόμενα; «Οι κυκλοφορίες των εφημερίδων είναι σε σταδιακή φθίνουσα πορεία, οι τηλεθεάσεις των δελτίων ειδήσεων επίσης και το Ιντερνετ δεν αποδεικνύεται το νέο μέσο όπου η ενημέρωση θα ανθίσει. Παράλληλα, παρατηρείται το φαινόμενο της μετακίνησης των πολιτών από μέσα που χρηματοδοτούνται κυρίως από διαφήμιση (ραδιοτηλεόραση και έντυπα) προς μέσα που στηρίζονται σε πληρωμή από τον καταναλωτή, όπως καλωδιακή, DVD, παιχνίδια βίντεο, κινηματογράφο» (Κωνσταντίνος Καμάρας, World Association of Newspaperς). Είναι μια δυναμική διαπίστωση για τη σημασία του περιεχομένου, με την οποία θα συμφωνήσω.

Η Ουνέσκο διαπιστώνει ότι «η πολιτιστική βιομηχανία (περιεχομένου) θα συνεχίσει να αυξάνεται ραγδαία. Όπως θα δούμε, πρόκειται να εξελιχθεί σε κεντρικό πυλώνα της κοινωνίας της πληροφορίας, που ορίζεται επίσης ως κοινωνία της γνώσης». Αυτό οδηγεί στην άλλη όχθη του ποταμού, στο ενδιαφέρον του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που στις προτάσεις για τις GATS ζητάει εσχάτως να μετρήσουμε τις δυνάμεις μας και να απαντήσουμε, αναφορικά προς τις υπηρεσίες που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων εκδόσεις, ειδήσεις, επικοινωνία, οπτικοακουστικά, σε δύο βασικά ερωτήματα: 1) Έχουμε συμφέρον στην εξαγωγή υπηρεσιών σε άλλες χώρες με τους όρους των GATS; 2) Η βιομηχανία ποιων ευρωπαϊκών χωρών έχει τέτοια συμφέροντα και ποια είναι τα εμπόδια που ως τώρα έχει αντιμετωπίσει;

Πρέπει βεβαίως να δώσουμε ως Ευρωπαίοι μια απάντηση στον ΠΟΕ. Αλλά υπάρχει και μια άλλη ιδέα, ένα διαφορετικό σχέδιο δράσης: να διαμορφωθεί μια καινούρια διεθνής συνεργασία στο τομέα των πολιτιστικών βιομηχανιών, η οποία να μπορεί να ρυθμίζει το διεθνές εμπόριο στα πολιτιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό απαιτεί τη δημιουργία ενός αντίστοιχου προς τον ΠΟΕ διεθνούς οργανισμού, μιας νομικής λύσης συμβατής με τους κανονισμούς του ΠΟΕ. Είναι μια πρόταση που υποστηρίχθηκε από την Γαλλία και τον Καναδά αλλά μοιάζει να συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές, μεταξύ των οποίων τη χώρα μας.

Όλα αυτά σχετίζονται με το γεγονός ότι σε παγκόσμιο επίπεδο η κυκλοφορία των πολιτιστικών προϊόντων έχει ανάγκη από το κατάλληλο νομικό πλαίσιο για να επεκταθεί. Στον ανταγωνισμό του περιεχομένου ασφαλώς ο μεγάλος ανταγωνιστής της Ευρώπης είναι οι ΗΠΑ. Γι αυτό το λόγο, θα πρέπει να διδαχθούμε από τις πολιτικές που έχουν εφαρμόσει και θα πρέπει να δεχθούμε ίσως κάτι απλό: ότι χωρίς όραμα και στρατηγική δεν μπορείς να έχεις μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Και όραμα δεν είναι αφηρημένα «ο μεγάλος ευρωπαϊκός πολιτισμός», όπως συχνά αναφέρεται, αλλά η απλή και κατανοητή ιδέα ότι στην Ευρώπη μπορούμε να παράγουμε, να καταναλώνουμε και να εξάγουμε ευρωπαϊκά πολιτιστικά προϊόντα που θα έχουν τη σφραγίδα μας. Η ιστορία και η σύγχρονη πραγματικότητα της Ευρώπης οδηγούν σε μια πολιτιστική διαφορετικότητα, που αν καλλιεργηθεί, συσκευαστεί, διανεμηθεί και προωθηθεί με τους σωστούς εμπορικούς κανόνες μπορεί να αποτελέσει το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Τα προϊόντα που θα προκύψουν με αυτή τη σφραγίδα έχουν τη δύναμη να παραμερίσουν τα ομοιόμορφα, ανιαρά έως πλήξεως, ανόητα προϊόντα που σερβίρονται σήμερα.

Για να το επιτύχουμε χρειαζόμαστε την πολιτιστική βιομηχανία περιεχομένου σε συνδυασμό με την ανάλογη πολιτική βούληση. Αυτή είναι η αρχή του δρόμου για την αναγνώριση και την υποστήριξη της ευρωπαϊκής πολιτιστικής βιομηχανίας στο σύνολό της, περιλαμβανομένου του περιεχομένου των ΜΜΕ, έντυπου και ηλεκτρονικού. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η αναδόμηση του συνολικού πεδίου, όχι πλέον αμυντικά, αλλά σε επιθετική συμμαχία με όλους τους άλλους παράγοντες της πολιτιστικής βιομηχανίας, παραδοσιακούς και νεότερους.

Σημαντικό σύμμαχο στην παραπάνω προσπάθεια συνιστά το πολυετές πρόγραμμα που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τον Δεκέμβριο του 2000, για το «ευρωπαϊκό ψηφιακό περιεχόμενο», προδιαγράφοντας ως στόχους την προαγωγή του ευρωπαϊκού περιεχομένου στα παγκόσμια δίκτυα και την προώθηση της γλωσσικής διαφορετικότητας στην κοινωνία της πληροφορίας. Ως σημαντικές παράμετροι αυτής της προσπάθειας προκρίνονται ο πολιτισμός και η εκπαίδευση στο σύνολό τους, η κατάρτιση και ο τομέας της ψυχαγωγίας, η δημιουργικότητα και η καινοτομία, η πολυπολιτισμικότητα και η πολιτιστική διαφορετικότητα.

Εάν επιδιώκουμε μια κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης για όλους, τότε ασφαλώς μας ενδιαφέρει τόσο το ψηφιακό περιεχόμενο καθαυτό όσο και η διαχείρισή του, οι υποδομές, οι επιχειρήσεις, οι τεχνολογίες που το διακινούν, ώστε να φτάσει μέσω του διαδικτύου σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες.

Η αγορά 450 εκατομμυρίων ευρωπαίων αναζητά τους κοινούς παρονομαστές ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Προκειμένου να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που προσφέρονται, οι εταιρείες περιεχομένου πρέπει να υπερβούν μια σειρά από εμπόδια: γλωσσικά, πολιτισμικά, εμπόδια καταναλωτικών συνηθειών. Χρειάζεται να αναπτύξουν για πολλά από τα προϊόντα τους αποτελεσματικές πολυγλωσσικές και πολυπολιτισμικές στρατηγικές, ώστε να προσεγγίσουν διαφορετικές ομάδες πολιτών.

Όσοι εργάζονται στις επιχειρήσεις περιεχομένου γνωρίζουν καλά ότι η παραγωγή, οργάνωση και προώθηση των υπηρεσιών τους δεν αποτελούν διόλου απλή υπόθεση. Οι τρέχουσες τεχνολογικές πρόοδοι και η οικονομική πραγματικότητα της τελευταίας δεκαετίας θέτουν τη βιομηχανία μπροστά σε πολλές ευκαιρίες και προκλήσεις, ωστόσο δεν λείπουν και οι διαψεύσεις προσδοκιών.

Οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε σχέση με την ψηφιακή εποχή, το ρίσκο που συνδέεται με τη χρήση ακατάλληλων τεχνολογιών και προτύπων, οι προκλήσεις από την μακροπρόθεσμη συντήρηση και πρόσβαση στα ψηφιακά αντικείμενα, η έλλειψη συνέπειας στην προσέγγιση των πνευματικών δικαιωμάτων, η έλλειψη σύμπραξης μεταξύ πολιτιστικών προγραμμάτων και εκείνων των νέων τεχνολογιών έχουν προκαλέσει μείζονα προβλήματα.

Η χρήση ανεπτυγμένων τεχνολογιών πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, προκειμένου να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση. Η χρήση των νέων μέσων (διαδικτύου, δικτύων κινητής τηλεφωνίας, κ.λ.π.) μπορεί να επιτρέψει να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι ειδικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες μικρών γλωσσικών περιοχών. Το πιο σημαντικό είναι ότι, η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί στο μέλλον να διαδοθεί παγκοσμίως.

Το “e-content” και οι επιχειρήσεις που το παράγουν δεν αποτελεί ασφαλώς ένα ενιαίας υφής προϊόν και έναν κλάδο. Είναι, επομένως, απαραίτητο, προκειμένου να επιτύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα να σταθούμε στη διαφοροποίηση, τη διάρθρωση της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριοποίησης και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και προβλήματα που κάθε ιδιαίτερος κλάδος παρουσιάζει.

Δεδομένου ότι το “e-content” στηρίζεται ουσιαστικά σε προϋπάρχοντα παραδοσιακά περιεχόμενα, που μεταποιημένα αποκτούν νέα δυναμική, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε τρεις κατευθύνσεις: πρώτον, να αξιοποιηθούν τα παραδοσιακά περιεχόμενα και όχι να λεηλατηθούν. Αυτό ισχύει λ.χ. για την πολιτιστική κληρονομιά και την αξιοποίηση της, με όλη την προσοχή και το σεβασμό που απαιτούν τα τεκμήρια χιλιετιών ανθρώπινης ιστορίας. Δεύτερον, να υπάρξει πρόνοια όχι μόνο για την άμεση αλλά και για την μακροπρόθεσμη ανάπτυξή τους. Τρίτον, να αναπτυχθούν οι ευρύτερες δυνατές συμμαχίες, που θα προσδώσουν στα μελλοντικά σχέδια παγκόσμια προοπτική.

Είναι ίσως η πρώτη φορά που ο καταναλωτής παίρνει με τόση αμεσότητα όσα του προσφέρονται και ζητά όσα δεν του προσφέρονται. Ωστόσο, το στένεμα των οριζόντων του καταναλωτή τρώει το ψωμί του αύριο. Γι’ αυτό χρειάζεται μακροπρόθεσμη στρατηγική, που θα αναπτύσσει τη βιομηχανία παράλληλα με το κοινό της. Ένα εύκολο παράδειγμα τέτοιου είδους είναι οι εφαρμογές στην εκπαίδευση, οι οποίες οφείλουν να διευρύνουν τους ορίζοντες για μάθηση και έρευνα και όχι να υποβαθμίζουν τον εκπαιδευτικό ορίζοντα με την απλή μεταφορά και αναπαραγωγή παραδοσιακών προτύπων στην οθόνη του υπολογιστή.

Ζούμε ήδη στην οικονομία της γνώσης, που είναι μέρος της πραγματικότητάς μας, καθώς και της παγκοσμιοποίησης, που συνυπάρχουν με τις δομές της παλιάς οικονομικής και ιδεολογικής κληρονομιάς: της παλιάς οικονομίας και του προστατευτισμού, της ευρωπαϊκής κλασικής παράδοσης και των θεωριών της πολιτικής επιστήμης για το κράτος. Η επανάσταση της γνώσης έχει προ πολλού κηρυχθεί και γνωρίζουμε ότι οι επαναστάσεις είναι αναζωογονητικές και ελπιδοφόρες αλλά επίσης βίαιες και καταστροφικές. Αυτή εδώ, που ζούμε σήμερα, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Προκαλεί, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, ένα νέο τρόπο παραγωγής και μαζί τη σκληρή πραγματικότητα μιας αρχικής συσσώρευσης.

Το γεγονός αυτό θέτει ενώπιόν μας ισχυρά πολιτικά διλήμματα και προτεραιότητες, ζητήματα διαχείρισης των θετικών και των αρνητικών συνεπειών. Οι τεχνολογικές αλλαγές και η εξέλιξη της αγοράς δεν ακολουθούν μια φυσική αναπτυξιακή διαδρομή αλλά χρειάζονται δεσμευτικούς στόχους δημόσιας πολιτικής. Αν θα ήθελε να συνοψίσει κάποιος το πολιτικό ζήτημα που τίθεται, θα μπορούσε να πει ότι αυτό συνίσταται στον τρόπο, με τον οποίο θα περάσουμε από την οικονομία της γνώσης στην κοινωνία της γνώσης.

Βρισκόμαστε μπροστά σε τεράστιες δυνατότητες που πρέπει να τις αξιοποιήσουμε με ένα συγκεκριμένο πολιτικό σκεπτικό, που διαφέρει ριζικά από άλλα. Το σκεπτικό αυτό πρέπει να λειτουργεί προς όφελος μιας κοινωνίας με κοινωνική συνοχή, με αξιοποίηση του ανθρώπινου και διανοητικού κεφαλαίου. Οφείλουμε να αποφύγουμε την καταστροφή ενός μέρους της γνώσης, που διαμεσολαβεί σε επιμέρους φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας, να αποφύγουμε τη μονοπωλιακή διαχείριση της νέας γνώσης, κι ακόμη τους κινδύνους που συνεπάγεται σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση της γνώσης.

Το στοίχημα της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής είναι μεγάλο. Ως σοσιαλιστές ανήκουμε σε ένα κίνημα που ανδρώθηκε στη βιομηχανική επανάσταση και απέδειξε ότι ξέρει να διδάσκεται από την ιστορία, ότι διαθέτει τη δύναμη των ιδεών, της ανανέωσης των προσεγγίσεων και των κοινωνιολογικών εργαλείων, ότι ξέρει να αντιμετωπίζει θετικά τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται. Το πολιτικό μας αίτημα είναι η κοινωνική συνοχή μέχρις εσχάτων. Αυτό σημαίνει πολιτικές δομές όπου οι πολίτες θα είναι συμμέτοχοι με κοινωνικές σχέσεις που δεν τους αφαιρούν τον έλεγχο πάνω στις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της χρήσης των γνώσεών τους. Σημαίνει επίσης, μείωση των ανισοτήτων στο εσωτερικό των κοινωνιών μας αλλά και ανάμεσα σε κράτη και περιφέρειες, αειφόρο και βιώσιμη ανάπτυξη, περισσότερη δημοκρατία και δικαιώματα των πολιτών.

Η Λισσαβόνα έδειξε με σαφήνεια τους πολιτικούς στόχους. Η από κοινού επιδίωξη και επίτευξή τους είναι η πρόκληση για τη συνεπή μετρήσιμη ευρωπαϊκή πολιτική. Η ανταγωνιστικότητα και οι οικονομικοί στόχοι πρέπει να επιτευχθούν με πλήρη απασχόληση και κατάλληλη εκπαίδευση. Η συγκέντρωση των ΜΜΕ, τα δεκατέσσερα εκατομμύρια άνεργοι, τα υψηλά επίπεδα τεχνολογικού αναλφαβητισμού αλλά και δια βίου κατάρτιση, ο ευρωπαϊκός χώρος έρευνας, από την άλλη, συνθέτουν όλα μαζί την αντιφατική μας πραγματικότητα. Οι διαρθρωτικοί δείκτες που συμφωνήθηκαν στη Λισσαβόνα και τη Νίκαια μας βοηθούν να κινητοποιηθούμε στη σωστή κατεύθυνση. Οι ανισότητες παραμένουν ακόμη βαθιές και πρέπει να τις καταπολεμήσουμε στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Από δω προκύπτει η ανάγκη για το ευρωπαϊκό κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο, το οποίο συνεπάγεται ένα εκπαιδευτικό και πολιτισμικό περιβάλλον, ικανό να ενισχύσει τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που σηκώνουν το βάρος των μεγάλων αλλαγών. Αυτή μπορεί να είναι η ευρωπαϊκή σφραγίδα στην παγκοσμιοποίηση.

Αυτό σημαίνει επιπλέον, ότι αντιμετωπίζουμε αποφασιστικά τα κοινωνικά εκείνα φαινόμενα που διχάζουν βαθιά τις κοινωνίες μας: φτώχεια, ναρκωτικά, εμπόριο ανθρώπων, έλλειψη αλληλεγγύης, απώλεια ηθικών ορίων και αξιών για τις νεότερες γενιές. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι φυσικό μια κοινωνία της γνώσης να παρουσιάζει αυτές τις παθογένειες. Έχουμε υποχρέωση να τις καταπολεμήσουμε και η συνδρομή των ΜΜΕ είναι απολύτως αναγκαία.

Η αύξηση του ειδικού βάρους της γνώσης σε σύγκριση με τους άλλους παραγωγικούς συντελεστές, που διακρίνει την οικονομία της γνώσης, πρέπει να βρίσκει αντιστοιχίες στην κοινωνία. Η γνώση πρέπει να έχει προστιθέμενη αξία στους κοινωνικούς και πολιτισμικούς συντελεστές της κοινωνίας μας. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο, προκειμένου να περάσουμε σε μια νέα δυναμική, που θα προσελκύει, αφενός με τη δύναμη των ιδεών και, αφετέρου, με το ρεαλισμό μιας καλύτερης κοινωνικής πραγματικότητας για όλους. Θέλουμε να ξαναβρεί το νόημά της η γνώση ως πολιτική αρετή στη δημοκρατία.