ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Φτάνω στο αεροδρόμιο Κένεντι μεσημεράκι και παίρνω ταξί, το ξενοδοχείο μου είναι στους 42 δρόμους και 2η λεωφόρο. Ο ταξιτζής είναι ευτραφής και μιλάει με βαριά προφορά, κρατάω στο χέρι το χαρτί που μου έδωσαν στην αφετηρία, το κόμιστρο εγγυημένο και γνωστό απ’ την αρχή. Απορώ πώς δεν εφαρμόζουμε παρόμοιο σύστημα στην Αθήνα, να γλιτώσουμε από τους απατεώνες  ταξιτζήδες μια και καλή. Σκέφτομαι την ‘Ελκε και τον Λούκας που πλήρωσαν τριάντα χιλιάδες δραχμές για να έρθουν απ’ το Ελευθέριος Βενιζέλος στο Σύνταγμα πριν από ένα μήνα και εκτιμώ ακόμη περισσότερο το σύστημα που έχουν εδώ.

Το ξενοδοχείο μου είναι δυο βήματα από το κτίριο του ΟΗΕ και μόλις που προλαβαίνω τη συνάντηση που έχουμε στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η συνάδελφος Κίνοκ κι εγώ εκπροσωπούμε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην Ειδική Σύνοδο του ΟΗΕ για τα παιδιά. Ο επικεφαλής και οι υπάλληλοι της Επιτροπής μας ενημερώνουν για τη σκληρή στάση των αμερικανών σε ορισμένα ζητήματα ηθικής, όπως είναι οι εκτρώσεις ανηλίκων ή η επιβολή θανατικής ποινής. Παρόντες και εκπρόσωποι από ευρωπαϊκές χώρες, γάλλοι, ιταλοί, σκανδιναβοί.

Μετά τη συνάντηση αρχίζουν οι επαφές με τη Unicef και με μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική. Καθαρό νερό, σχολείο για τα κορίτσια, παιδική εργασία, σεξουαλική εκμετάλλευση, ιατρική περίθαλψη, μια μεγάλη ατζέντα στην οποία οι οργανώσεις τοποθετούνται ανάλογα με τον προσανατολισμό και το πεδίο στο οποίο εργάζονται.

Παρατηρώ στην αίθουσα γύρω μου τα πρόσωπα. Άντρες και γυναίκες από άλλες ηπείρους, μαύροι, κίτρινοι, ινδοί, ντυμένοι με τον τρόπο της περιοχής τους, μια πραγματικά διεθνής συνάντηση όπου νιώθεις πως η Ευρώπη δεν είναι το κέντρο του κόσμου αλλά ένα μέρος του. Ωστόσο, μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα και δεν εννοώ τα αγγλικά αλλά τη γλώσσα της προσπάθειας να υπάρξει «ένας κόσμος κατάλληλος για τα παιδιά», που είναι ο τίτλος αυτής της συνόδου.

Το τελευταίο ραντεβού της ημέρας είναι με τον ειδικό εκπρόσωπο του γ.γ. κύριο Ολάτα Οτούνου για τα παιδιά στις ένοπλες συγκρούσεις. Είναι ένας αποφασιστικός ψηλόλιγνος αφρικανός που αναπτύσσει το σχέδιό του να παραπέμψει τους φυλάρχους που χρησιμοποιούν ανηλίκους σε εμφύλιες συγκρούσεις. Μιλάει για παιδιά που εξαναγκάστηκαν να συμμετάσχουν σε σφαγές, ακόμη και στενών συγγενών τους, για εκατοντάδες παιδιά των οποίων χάθηκαν τα ίχνη, για την ανάγκη να παραπεμφθούν οι υπεύθυνοι στο Διεθνές Δικαστήριο. Βγαίνουμε από τη συνάντηση πιο αισιόδοξοι απ’ ότι όταν μπήκαμε στην αίθουσα.

Η επόμενη μέρα αρχίζει με τις ομιλίες των εκπροσώπων κρατών, στη Γενική Συνέλευση. Είναι η πρώτη φορά που βρίσκομαι στην τεράστια αίθουσα με τα σηματάκια των κρατών πάνω στα έδρανα. Την έχω δει δεκάδες φορές στην τηλεόραση, από την εποχή του Κρούτσεφ ακόμη, κι όμως εδώ μέσα νιώθω να συγκινούμαι απ’ αυτή την παγκόσμια συνύπαρξη. Όσο κι αν ο ΟΗΕ αποδεικνύεται ανίσχυρος, δίγλωσσος, υποκριτικός ή μονομερής αρκετές φορές, είναι για μένα αναγκαίος και σημαντικός για τη διεθνή ισορροπία.

Σε μια διπλανή αίθουσα αρχίζει σε λίγο το διακοινοβουλευτικό φόρουμ, με την παρουσία διακοσίων βουλευτών από εβδομήντα χώρες. Η βία, η εγκατάλειψη, η φτώχεια, οι αρρώστιες, οι διακρίσεις ξετυλίγονται μέσα από τις αλλεπάλληλες ομιλίες των βουλευτών που προέρχονται απ’ όλες τις γωνιές της γης.

Είναι περασμένο μεσημέρι και πρέπει να προλάβω την πιο σημαντική της ημέρας, τη συνάντηση με τα παιδιά. Για πρώτη φορά σ’ αυτή τη Σύνοδο του ΟΗΕ είναι παρόντα τριακόσια παιδιά απ’ όλο τον κόσμο που θα πάρουν το λόγο και θα μιλήσουν για τις εμπειρίες τους. Η αίθουσα είναι ασφυκτικά γεμάτη όταν φθάνω αλλά χάρη στη γνωριμία μου με τα κορίτσια της οργάνωσης Save the children βρίσκω ένα κάθισμα. Τα φώτα χαμηλώνουν, αρχίζει η συζήτηση, τα παιδιά κάθονται ένα γύρω απέναντί μας στις καρέκλες τους, τα πρόσωπά τους σοβαρά αλλά όχι συνοφρυωμένα, καθένα μιλάει στη γλώσσα του κι ακούμε στη συνέχεια το διερμηνέα στα αγγλικά.

Τα όσα λένε είναι σαν μικρές εξομολογήσεις, για μια καθημερινότητα που κλείνει μέσα της την απομάκρυνση από την οικογένεια, τη δεκάωρη δουλειά στην κατασκευή χαλιών, τη βία και τον ξυλοδαρμό, την πείνα, τη συμμετοχή σε σφαγές, τη σεξουαλική κακοποίηση, τη δουλεία σε φυτείες κακάο, σε ορυχεία, την πορνεία. Παιδιά από οχτώ έως δεκατεσσάρων ετών που αφηγούνται αποτρόπαιες σκηνές της ζωής τους σαν να τις ξαναζούν, χωρίς κανένα παράπονο ή άλλα σχόλια, με μάτια πονεμένα που όμως δεν δακρύζουν. Υπάρχει μια ένταση στην αίθουσα, κάθε μαρτυρία που προστίθεται την ανεβάζει κι άλλο, όσοι βρίσκονται εδώ μέσα γνωρίζουν τι συμβαίνει έξω στον κόσμο και στην ψυχή των παιδιών, γνωρίζουν τη δύναμη και την αδυναμία τους, είναι απελπισμένοι, και αισιόδοξοι ταυτοχρόνως αλλά, σίγουρα, αποφασισμένοι να αγωνιστούν.

Περπατώ με τα πόδια ως το ξενοδοχείο, κατάκοπη και γεμάτη υπερένταση, το κεφάλι μου πονάει βασανιστικά. Είναι Μάιος στη Νέα Υόρκη, ίσως αύριο.

Μετά τις τελευταίες επαφές, όλο το πρωί, μου μένουν τρεις ώρες για μια βόλτα στην πόλη. Μανχάταν, τραβάω από τα νότια προς τα βόρεια. Κοιτάζω ψηλά τους ουρανοξύστες, διασχίζω δρόμους με μαγαζιά για ηλεκτρικά είδη, ραπτομηχανές ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στερεοφωνικά, δρόμους πολυτελείας κι άλλους λαϊκούς, παντού πλήθη που βγαίνουν απ’ τον υπόγειο, που τρέχουν στις δουλειές τους, η ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης συναρπαστική, η εναλλαγή, ο ρυθμός, οι φυλές, οι ήχοι της καθημερινότητας, τα αθλητικά παπούτσια και τα μακό. Στέκομαι στη βιτρίνα ενός μαγαζιού που γράφει στην ταμπέλα του έτος ιδρύσεως 1904 και πουλάει κουμπιά, κάθε είδους, χρώματος, μεγέθους, ποιότητας, κουμπιά, ως και διακοσίων δολαρίων το καθένα. «Στου Καλυβιώτη ένα πρωί, ψάχνω για κείνο το κουμπί που έχω χάσει» τραγουδάει μεσ’ στο νου μου ο Ξυδάκης.

Το βλέμμα μου προσελκύουν οι αφίσες για μια έκθεση στο Whitney: Η ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Παίρνω ένα λεωφορείο και φτάνω ως εκεί, Madison Ave και 75st. Έχω μιάμιση ώρα στη διάθεσή μου να χαθώ στις δεκαετίες των ’20, ’30, ’40, στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των μεταναστών, του πολέμου, της Χιροσίμα, στους πίνακες ζωγραφικής του Bechmann, στο New Deal του Ρούσβελτ, τον Κλάρκ Γκέιμπλ, τον Χένρι Φόντα, την ποτοαπαγόρευση, τον Όργουελ, τα ξυπόλυτα και πεινασμένα παιδιά του πολέμου που κοιτούν τους αμερικανούς στρατιώτες με δέος, τους εργάτες των εργοστασίων, τον Σαρλό, το Empire State Building, τα ταγιέρ της υψηλής ραπτικής με τις μακριές φούστες, τους έγχρωμους πρωταθλητές του μποξ, την αμερικάνικη βοήθεια στην Ευρώπη και το σχέδιο Μάρσαλ, τον νεαρό που παίζει ακορντεόν στην πλατεία του Village. Μισός αιώνας που τέλειωσε με έναν παγκόσμιο πόλεμο και πολλές ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο. Ώρα για το αεροδρόμιο Κένεντι.

Πάνω απ΄ τον Ατλαντικό κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι το μικρό φωτεινό σημαδάκι που είναι το αεροπλάνο μας καθώς πετάει πάνω απ΄ τον ωκεανό. Ένα ρίγος με διαπερνάει.

ΕΡΕΒΑΝ

Φτάνουμε αργά το βράδυ στο Έρεβαν. Πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη κι η ζέστη αισθητή. Στους κεντρικούς δρόμους μικρά ταχτοποιημένα μαγαζάκια που πουλούν λαχανικά και φρούτα, τα καρπούζια σε σωρούς. Καταλύουμε σ’ ένα ολοκαίνουριο ιταλικό ξενοδοχείο. Ο Δημήτριο μου λέει: πρέπει να ξέρεις κάτι, για να έχει το ξενοδοχείο μας άφθονο νερό και πισίνα, οι κάτοικοι των γύρω τετραγώνων έχουν τη μισή μέρα διακοπή νερού. Από κείνη τη στιγμή, κάθε φορά που ανοίγω τη βρύση να πλυθώ μου ’ρχεται στο νου η κουβέντα του.

Η Χεράνος είναι η μία από τις τρεις βουλευτίνες του κοινοβουλίου της Αρμενίας, δραστήρια και πανέξυπνη όπως οι περισσότεροι αρμένιοι που γνωρίζουμε. Μαζί μας ο ευγενέστατος Αζάτ του πρωτοκόλλου και οι διερμηνείς Ιζαμπέλ και Αντζελίνα. Ένα εκατομμύριο άνθρωποι όλος ο πληθυσμός της Αρμενίας, η χώρα προσπαθεί οικονομικά να ορθοποδήσει, η δημοκρατία το ίδιο, σ’ αυτή την πετρώδη άκρη του Καυκάσου. Η στέρηση του κόσμου είναι αισθητή παντού, ζούμε από τα εμβάσματα, μου εξομολογείται η κοπέλα της ρεσεψιόν. Στο δρόμο διακρίνεις ηλικιωμένες γυναίκες που κάνουν βοηθητικές δουλειές και θελήματα στα μαγαζιά για να επιζήσουν. Κάθε φορά που επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο ένα τσούρμο παιδιά ξεχύνεται ζητώντας βοήθεια κι οι μεγάλοι τα διώχνουν και τα φοβερίζουν. Τα παιδιά στέκουν στην απέναντι γωνία και μας κοιτάζουν με τα μεγάλα μαύρα μάτια τους που τα λένε όλα.