ΑΠΟ ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ:
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Τα Δικαιώματα του Παιδιού αποτέλεσαν από την αρχή κιόλας του 20ου αιώνα ένα αίτημα ενταγμένο στη γενική προβληματική για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, διεκδικώντας, ωστόσο, εξαρχής ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Το 1924 κιόλας υιοθετήθηκε στη Γενεύη «Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Παιδιού».

Ο ΟΗΕ αναγόρευσε τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε θεμελιώδη υποχρέωση κάθε κράτους και τους προσέδωσε πανανθρώπινη διάσταση. Παράλληλα, τα συνέδεσε με την προάσπιση της ειρήνης, την καταπολέμηση της φτώχειας, τη δημοκρατική οργάνωση των κρατών. Από την ιδιαίτερη αυτή οπτική των δικαιωμάτων, δεν μπορούσε να λείπει η ιδιαίτερη μέριμνα για τους ανήλικους. Το 1959, η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού υιοθέτησε τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Τρεις δεκαετίες αργότερα, τον Ιούνιο του 1989, στη Νέα Υόρκη, οργανώθηκε ειδική Διάσκεψη του Οργανισμού που κατέληξε σε μία νέα Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Παιδιού, την πρώτη που διαθέτει υποχρεωτική, νομική υπόσταση. Σ΄ αυτήν αναγνωρίσθηκαν για πρώτη φορά, δικαιώματα πολιτικής συμμετοχής και πολιτικές ελευθερίες στα παιδιά. Η διακήρυξη έχει υπογραφεί από εκατόν ενενήντα δύο χώρες του Οργανισμού, τις περισσότερες από κάθε προηγούμενη για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η αυξημένη αστάθεια στον κόσμο και η ταχύτατη εξέλιξη της τεχνολογίας έφεραν στην επιφάνεια νέες περιπτώσεις καταπάτησης των δικαιωμάτων του παιδιού, που οδήγησαν τον Οργανισμό να εκδώσει πρόσθετα πρωτόκολλα. Το 2000 υιοθετήθηκαν πρωτόκολλα για την αποτροπή της συμμετοχής παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις, την απαγόρευση της πώλησης παιδιών, την πορνογραφία και την πορνεία.

Το 2002, δέκα και πλέον χρόνια μετά την υιοθέτηση της αρχικής Διακήρυξης, συγκαλείται νέα διάσκεψη του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, ώστε να εξετασθούν οι νέοι κίνδυνοι που έχουν προκύψει κάτω από τις νέες συνθήκες.

Η Ειδική Σύνοδος του ΟΗΕ για τα παιδιά έγινε στη Νέα Υόρκη στις 8-10 Μαΐου με τη συμμετοχή 3.000 αντιπροσώπων από κάθε γωνιά του πλανήτη, αρχηγών κρατών, μη κυβερνητικών οργανώσεων και, για πρώτη φορά, τριακοσίων και πλέον παιδιών που εξέφρασαν τη γνώμη τους με αμεσότητα. Η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε σε έναν κόσμο όπου το 1 στα 4 παιδιά συνεχίζει να ζει με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα και σε κάθε 100 παιδιά τα 27 δεν εμβολιάζονται, τα 32 υποσιτίζονται στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής τους, τα 18 δεν έχουν καθαρό νερό και όπου 100 εκατομμύρια παιδιά δεν πηγαίνουν καθόλου σχολείο.

Η Σύνοδος αφού εκτίμησε τις εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας ως μη ικανοποιητικές, έθεσε νέους στόχους υιοθετώντας ένα Σχέδιο Δράσης, που αναφέρεται κυρίως στα μεγάλα προβλήματα που μαστίζουν τις αναπτυσσόμενες χώρες: τη θνησιμότητα, την εκπαίδευση, τη διατροφή, τις αρρώστιες. Στο πλαίσιο της Συνόδου συμμετείχαν στο Διακοινοβουλευτικό Φόρουμ διακόσιοι βουλευτές από εβδομήντα χώρες.

Ενταγμένη στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, η UNICEF από την πλευρά της δημοσιεύει ετήσιες εκθέσεις για την «Κατάσταση των Παιδιών», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον υποσιτισμό και τη θνησιμότητα βρεφών και μητέρων, στο νερό, την υγιεινή, την εκπαίδευση για όλους και την προστασία ιδιαίτερα ευπαθών ομάδων παιδιών (εργαζόμενα, θύματα ένοπλων συρράξεων, πρόσφυγες, θύματα κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, σκλάβοι, παιδιά με ειδικές ανάγκες και παιδιά που ανήκουν σε κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες).

Στη χώρα μας, ένα νέο κύμα διαλόγου για τα δικαιώματα των παιδιών ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2001, με τη συνεργασία δασκάλων, καθηγητών, παιδιών, γονέων, συγγραφέων παιδικών βιβλίων και πνευματικών ανθρώπων. Η ανταλλαγή απόψεων, στην οποία συνέβαλαν ειδικοί επιστήμονες, φορείς, βουλευτές, υπουργεία και μη κυβερνητικές οργανώσεις, οδήγησαν σε διάστημα ενός έτους στη δημιουργία του θεσμού του Συνήγορου του Παιδιού.

Στη δημόσια διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2002 με θέμα «ο Συνήγορος του παιδιού: Ένα ουσιαστικό βήμα για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού και τη διαμόρφωση πολιτικής για την παιδική ηλικία» με την παρουσία Ευρωπαίων Συνηγόρων του παιδιού, του Έλληνα Συνήγορου του Πολίτη Νικηφόρου Διαμαντούρου, καθώς και πλήθους φορέων.

Ο ρόλος του Συνήγορου του Παιδιού είναι πολλαπλά χρήσιμος και σημαντικός. Οι αρμοδιότητές του αγκαλιάζουν καταρχάς μεμονωμένες περιπτώσεις καταπάτησης δικαιωμάτων λχ στο σχολείο, το ίδρυμα, το δρόμο και, ακόμη, μέσα στην οικογένεια. Η πρόσβαση σ’ αυτόν είναι απλή, αρκεί ακόμη κι ένα τηλεφώνημα. Μπορεί να καταφύγει και ο ίδιος ο ανήλικος, κάτι που αποτελεί νεωτερισμό. Τέλος, έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει αυτεπαγγέλτως και, συνεπώς, να αποκαλύψει δύσκολα και σύνθετα προβλήματα, που συχνά παραμένουν στο σκοτάδι για καιρό. Πέραν αυτών, με την ετήσια έκθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων, η οποία γίνεται ευρύτερα γνωστή και προβάλλεται από τον Τύπο, μπορεί να πληροφορεί τακτικά την ελληνική κοινωνία για τα προβλήματα και τις παθογένειες που αφορούν το σεβασμό και τη φροντίδα που οφείλουμε στα παιδιά. Η συνειδητοποίηση των προβλημάτων και η επαγρύπνιση της κοινωνίας μας σε συνδυασμό με τα μέτρα της Πολιτείας, αποτελούν την καλύτερη εγγύηση για την επίλυσή τους.

Παράλληλα, με την προσπάθεια για την καθιέρωση του Συνήγορου του Παιδιού, άρχισε να ωριμάζει η ιδέα της δημιουργίας ενός Δικτύου Σχολείων για τα Δικαιώματα των Παιδιών με σκοπό την πληροφόρηση, ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση σε κοινές δράσεις παιδιών και ενηλίκων. Το Δίκτυο Σχολείων παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 9 Δεκεμβρίου 2002 στη Στοά του Βιβλίου.

Σχολεία του Δικτύου που διακρίθηκαν για την πρωτοτυπία των προγραμμάτων τους συμμετείχαν σε ταξίδι στις Βρυξέλλες, όπου προώθησαν την ιδέα ενός Ευρωπαϊκού Δικτύου Σχολείων των Δικαιωμάτων των Παιδιών σε έκθεση στο χώρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιανουάριο 2003.

Στην απόφαση του ΟΗΕ «Ένας κόσμος κατάλληλος για τα παιδιά» διατυπώνεται η ανάγκη ανάπτυξης ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για κάθε χώρα. Δίνεται προτεραιότητα στις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών: στην καταπολέμηση της φτώχειας και την εξασφάλιση βασικών κοινωνικών παροχών, στην παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης, στην καταπολέμηση του Aids, στην προστασία από κακοποίηση, εκμετάλλευση και βία, στην προστασία από εμπόλεμες συρράξεις, στην καταπολέμηση της παιδικής εργασίας, στον περιορισμό του λαθρεμπορίου και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών.

Αν ο ΟΗΕ αντιμετωπίζει σε παγκόσμιο επίπεδο το ζήτημα των δικαιωμάτων των παιδιών, οργανισμοί όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ευρωπαϊκή Ένωση ασχολούνται με το ζήτημα στην ευρωπαϊκή του διάσταση.

Η Ευρωπαϊκή Συνθήκη για την Άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού υιοθετήθηκε στο Στρασβούργο τον Ιανουάριο του 1996 και τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2000.

Η Ευρωπαϊκή Συνθήκη δίνει έμφαση σε νομικά ζητήματα (διαμονή, ιθαγένεια, κηδεμονία, διαχείριση περιουσίας, υιοθεσία, αφαίρεση γονικής κηδεμονίας), στη διαφύλαξη του δικαιώματος των παιδιών στην πληροφόρηση και την έκφραση γνώμης και την αντιμετώπιση συμπεριφορών που είναι βίαιες ή πλήττουν την αξιοπρέπεια των παιδιών.

Ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα έχει δώσει η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Σε συνέχεια της υιοθέτησης της Συνθήκης η Συνέλευση εξέδωσε συστάσεις και ψηφίσματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη σεξουαλική εκμετάλλευση των παιδιών (1996), την αμέλεια και την κακοποίηση των παιδιών (1998), τη δυναμική κοινωνική πολιτική για τα παιδιά και τους εφήβους σε πόλεις και κωμοπόλεις (2001) και τη θεσμοθέτηση ενός Ευρωπαίου Συνήγορου του Παιδιού (2000).

H Ευρωπαϊκή Ένωση από την πλευρά της ενέκρινε πρόσφατα τον «Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση», όπου γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα δικαιώματα του παιδιού. Ιδιαίτερα τονίζεται το δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα, στην ελεύθερη έκφραση γνώμης, και στη διαφύλαξη ομαλών σχέσεων με τους γονείς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει επίσης πολιτικές που αφορούν την «Ασφαλέστερη χρήση του Διαδικτύου και την καταπολέμηση του παράνομου και επιβλαβούς περιεχομένου στα παγκόσμια δίκτυα», την «Προστασία από επιβλαβή ραδιοτηλεοπτικά προγράμματα», την πολιτική συμμετοχή και έκφραση των παιδιών στους δημοκρατικούς θεσμούς που τα αφορούν.

Ωστόσο, σύμφωνα με το ισχύον έως σήμερα ενωσιακό δίκαιο τα παιδιά δεν αποτελούν ξεχωριστή κοινωνική ομάδα και η αναφορά στα ιδιαίτερα προβλήματα της παιδικής ηλικίας γίνεται μόνον εμμέσως.

Δεδομένου ότι στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες δεν προβλέπεται νομική κατοχύρωση του καθεστώτος του παιδιού, οι περισσότερες σχετικές με αυτό αποφάσεις λαμβάνονται από ειδικές (ad hoc) επιτροπές. Αυτό έχει ως συνέπεια, τα παιδιά να στερούνται συστηματικής και προγραμματισμένης μέριμνας. Ενώ οι χώρες μέλη της Ένωσης έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του OHE (1989), η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αναλάβει την υποχρέωση να σεβαστεί, στην ενιαία θεσμική της υπόσταση, τη Σύμβαση αυτή.

Η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης που είχε ως στόχο, μεταξύ άλλων, και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ένωση δεν μπορούσε να αγνοήσει τα 90 εκατομμύρια παιδιά κάτω των 18 ετών που αποτελούν τους μελλοντικούς της πολίτες.

Έτσι η Συνέλευση, σεβόμενη την αρχή της επικουρικότητας, περιέλαβε στις προτάσεις της για το μελλοντικό Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα παιδιά ως ξεχωριστή ομάδα, με ειδικό νομικό καθεστώς.

Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, που υποβλήθηκε από τη Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης στην Διακυβερνητική Διάσκεψη των αρχηγών των κρατών-μελών τον Οκτώβριο του 2003 προβλέπει, μεταξύ των στόχων της Ένωσης, την προστασία των Δικαιωμάτων των Παιδιών. Πρόκειται για σημαντική θεσμική πρόταση, εάν λάβει μάλιστα κάποιος υπόψη την απόλυτη απουσία σχετικής αναφοράς σε όλες τις προηγούμενες Συνθήκες. Μολονότι όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν υπογράψει και επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που υιοθετήθηκε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το 1989, η θεσμική πρόβλεψη στην Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία για το Μέλλον της Ευρώπης, το οποίο δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται στα μάτια των πολιτών της με το Μέλλον των Παιδιών.

Σύμφωνα με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού του ΟΗΕ, κεντρικός στόχος είναι «να διαφυλαχθεί η σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών». Τα δικαιώματα αφορούν όλα τα παιδιά, «χωρίς καμία διάκριση φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων του παιδιού ή των γονέων του, της εθνικής, εθνοτικής ή κοινωνικής καταγωγής τους, της περιουσιακής τους κατάστασης, της ανικανότητάς τους...».

Θα ήταν δυνατό να κατατάξουμε τα διακηρυγμένα δικαιώματα του παιδιού σε τέσσερις μεγάλες θεματικές ενότητες:

Δικαιώματα που αφορούν στην ομαλή και εποικοδομητική οικογενειακή ζωή: Δικαίωμα στη ζωή, στην επιβίωση και την ανάπτυξη, δικαίωμα στη διαφύλαξη των οικογενειακών σχέσεων, στη σχέση με τους γονείς, δικαίωμα στο όνομα και την ιθαγένεια, προστασία από τη βία, την προσβολή, τη σεξουαλική κακοποίηση.

Δικαιώματα που αφορούν στην ομαλή κοινωνική ένταξη: Δικαίωμα στην διατήρηση της καλύτερης δυνατής υγείας, δικαίωμα σε υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση, προστασία από την πρόωρη επαγγελματική απασχόληση και την εργασιακή εκμετάλλευση, δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση γνώμης, δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, δικαίωμα στην ειδική προστασία από το κράτος και την κοινωνική επανένταξη σε περίπτωση ψυχολογικής, κοινωνικής ή σωματικής μειονεξίας, προστασία της ανωνυμίας και του τεκμηρίου της αθωότητας σε περίπτωση δικαστικής κατηγορίας.

Δικαιώματα που αφορούν στην προστασία του παιδιού από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις: Προστασία από τα βασανιστήρια, από τη συμμετοχή σε πολέμους και την πρόωρη στράτευση.

Δικαιώματα που υπογραμμίζουν ιδιαίτερα επαχθείς και παράνομες οικονομικές δραστηριότητες, που συχνά εμπλέκουν παιδιά: Προστασία από την πορνογραφία, την πορνεία, τις πρακτικές εμπορίας οργάνων, τη δουλεία.

Για την επίτευξη αυτών των στόχων απαιτούνται επιπρόσθετες ανθρώπινες, οικονομικές και υλικές πηγές καθώς και ουσιαστικότερη συνεργασία μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών, εθνικών κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών. Οι αναπτυγμένες χώρες οφείλουν να κρατήσουν την υπόσχεσή τους για εισφορά 0,7% του ακαθάριστου εθνικού τους προϊόντος στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Επίσης απαιτείται να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα του ολοένα αυξανόμενου χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η μείωση των κονδυλίων για στρατιωτικές δαπάνες, εμπόριο όπλων και απόκτηση και παραγωγή όπλων από αναπτυσσόμενες χώρες είναι εξίσου σοβαρή πηγή εξοικονόμησης πόρων.

Τέλος απαιτείται η ευρεία συνεργασία της κοινωνίας των πολιτών, μη κυβερνητικών οργανώσεων, καθώς και του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με σκοπό την παραπέρα εξεύρεση πόρων.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε πως οι αναπτυγμένες χώρες έχουν απαλλαγεί από παραβιάσεις κάποιας από τις παραπάνω ενότητες. Είναι, ωστόσο, αλήθεια πως υφίσταται μία διαφοροποίηση στην κρισιμότητα των παραβιάσεων της κάθε ενότητας, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης.

Έτσι, π.χ. στις αναπτυγμένες κοινωνίες τα ζητήματα της πρώτης, της τρίτης και της τέταρτης ενότητας εμφανίζονται με ποιοτικά λιγότερη κρισιμότητα από ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Αντίστοιχα καινούριες θεματικές, όπως είναι η προστασία από ακατάλληλα, τηλεοπτικά ή διαδικτυακά περιεχόμενα, αφορούν ιδιαίτερα τις αναπτυγμένες χώρες.

Στις αναπτυγμένες χώρες έχουν εμφανισθεί επίσης ιδιαίτερα ευπαθείς ομάδες, που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον της πολιτείας, κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, μη κυβερνητικών οργανώσεων, οργανώσεων πολιτών, εθελοντών και εκκλησιών. Οι ευαίσθητες αυτές κατηγορίες είναι: Τα παιδιά-πρόσφυγες ή τα αιτούντα άσυλο, τα παιδιά του δρόμου, «των φαναριών», τα παιδιά που διαβιούν σε ιδρύματα, τα φυλακισμένα παιδιά, τα παιδιά-χρήστες ουσιών, τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, τα παιδιά ομάδων που βιώνουν κοινωνικό αποκλεισμό.

Η χώρα μας δείχνει τα τελευταία χρόνια αυξημένη ευαισθησία στο ζήτημα των δικαιωμάτων του παιδιού και στο νομοθετικό πεδίο, παρατηρείται μία παραγωγή θετικών νόμων, που αναγνωρίζονται από τη διεθνή κοινότητα και βελτιώνουν τη θέση των παιδιών. Η Έκθεση της επιτροπής του ΟΗΕ σχετικά με την εφαρμογή της Διακήρυξης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού στην Ελλάδα, χαιρετίζει π.χ: Την επικύρωση της σύμβασης (182) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας που αφορά την Απαγόρευση και Άμεση Δράση για την Εξάλειψη των Χείριστων Μορφών Παιδικής Εργασίας. Το Νόμο για την ανάπτυξη εθνικού συστήματος κοινωνικής μέριμνας (Ν.2646/98). Το Νόμο για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας (Ν.2716/01). Το Νόμο 2920/01 για τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το νομοθετικό πλαίσιο για τη σεξουαλική εκμετάλλευση, το εμπόριο και την παιδική πορνεία.

Θετικό επίσης έργο έχει παρουσιασθεί στο ζήτημα του κοινωνικού αποκλεισμού, όπου στο πλαίσιο του Γ’ ΚΠΣ έχουν εξαγγελθεί μέτρα για την καταπολέμηση της φτώχειας. Επίσης παρουσιάζεται πρόοδος στο θέμα των θρησκευτικών διακρίσεων, όπου καταργήθηκε η αναγραφή του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες, στην διαπολιτισμική εκπαίδευση, όπου έχει αναπτυχθεί ο θεσμός των Διαπολιτισμικών Σχολείων, οι τάξεις υποδοχής και τα προγράμματα πρόσθετης διδακτικής υποστήριξης, ενώ στα ΑΕΙ έχει καθιερωθεί ποσοστό πρόσβασης για τα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας.

Το πολιτικό κλίμα στη χώρα τείνει σήμερα να καθορίζεται από τη συζήτηση για το πώς θα επεκταθούν τα δικαιώματα. Έχουν περιθωριοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό ξενόφοβες, ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις που ευδοκίμησαν στο πρόσφατο παρελθόν.

Παρ’ όλα αυτά η χώρα μας οφείλει να προχωρήσει και σε επιπλέον θεσμικά μέτρα. Χρειάζεται ένα Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ώστε να εναρμονισθεί πλήρως η εσωτερική νομοθεσία με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού του ΟΗΕ. Είναι επίσης αναγκαίος ένας μηχανισμός για την υλοποίηση της Σύμβασης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Ομοίως, απαιτείται να αναπτυχθεί ένα Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης των παιδιών, που θα βοηθάει αποτελεσματικότερα τα θύματα και θα ελέγχει αυστηρότερα τους υπεύθυνους για τέτοιες πράξεις.

Παράλληλα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο βαθμός συντονισμού μεταξύ των υπουργείων ή των ανεξάρτητων αρχών χρειάζεται βελτίωση, ιδίως ως προς την ταχύτητα και την ευστοχία των προτεινόμενων μέτρων και των νομοθετικών παρεμβάσεων. Η λειτουργία της αποκέντρωσης πρέπει να προσανατολισθεί περισσότερο προς την άρση των περιφερειακών και κοινωνικών ανισοτήτων, κυρίως σε ότι αφορά τα μέτρα προάσπισης των δικαιωμάτων του παιδιού. Η συμμετοχή των ΜΚΟ στη διαμόρφωση και την εφαρμογή της πολιτικής στο ζήτημα των δικαιωμάτων θα πρέπει να καταστεί πιο ουσιαστική. Να ληφθεί μέριμνα ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις αρχές από τα ίδια τα παιδιά ή από τους ενδιαφερόμενους για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους, είτε πρόκειται για άτομα, είτε για φορείς. Δυστυχώς τα στατιστικά στοιχεία είναι ακόμη ανεπαρκή εμποδίζοντας τον κοινωνικό έλεγχο και την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής (π.χ. σε ότι αφορά τους πόρους του προϋπολογισμού που αφορούν τα παιδιά ή σε στοιχεία για την παιδική κακοποίηση και παραμέληση).

Στην ελληνική οικογένεια είναι ακόμη εκτεταμένη η χρήση σωματικής τιμωρίας. Το κάπνισμα, το αλκοόλ και η κατανάλωση ουσιών από τα παιδιά είναι πολύ διαδεδομένα. Δεν έχουν εξαλειφθεί οι διακρίσεις που οφείλονται στην καταγωγή ή το θρήσκευμα, και που συχνά επηρεάζουν τη δυνατότητα εγγραφής σε ληξιαρχεία, πρόσβασης στην εκπαίδευση ή δυνατότητας για απόκτηση ονόματος της επιλογής των γονέων τους. Ελλείψεις παρατηρούνται στην εκπαίδευση ορισμένων εθνοτικών (ρομά, μουσουλμάνων, μεταναστών) ή κοινωνικών ομάδων. Απαιτούνται επίσης συστηματικές προσπάθειες όσον αφορά: την παιδική εργασία, ειδικά στους ρομά και τους μετανάστες (παιδιά του δρόμου, «των φαναριών») ή σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα και απομακρυσμένες περιοχές. Την προσαρμογή του σωφρονιστικού συστήματος στις επιταγές της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Παιδιού. Την προστασία της υγείας από ατυχήματα (ιδίως τροχαία ή οικιακά) και την κακή υγιεινή εθνοτικών ομάδων όπως οι ρομά και οι μετανάστες. Την εκτεταμένη χρήση της άμβλωσης, ακόμα και από ανήλικες, ως μέσου ελέγχου των γεννήσεων.

Ο θεσμός του Συνήγορου του Παιδιού λειτουργεί με επιτυχία σε δώδεκα χώρες της ΕΕ. Οι Συνήγοροι αυτοί λειτουργούν σε περιφερειακό (Αυστρία, Γερμανία, Ισπανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο) ή εθνικό (Γαλλία, Πορτογαλία, Δανία, Σουηδία, Φιλανδία) επίπεδο· εντός του θεσμού του «Συνήγορου του Πολίτη» (Ελλάδα, Πορτογαλία), ή ως αυτόνομοι θεσμοί από το κράτος, το κοινοβούλιο ή ΜΚΟ.

Στην Αυστρία, λειτουργούν Συνήγοροι του Παιδιού σε περιφερειακό επίπεδο, στα εννέα κρατίδια, από το 1989. Από το 1991 ορίσθηκε Ομοσπονδιακός Συνήγορος του Παιδιού, ενώ παράλληλα λειτουργεί και συνέδριο των συνηγόρων των κρατιδίων. Στη Γερμανία προωθείται η καθιέρωση Συνήγορου του Παιδιού, θεσμού που έχει καθιερωθεί από το 1997 στο κρατίδιο της Βεστφαλίας-Ρηνανίας. Στη Γαλλία λειτουργεί «Υπερασπιστής των Παιδιών» από το 2000. Στην Ισπανία λειτουργεί από το 1996 Συνήγορος του Παιδιού στην Πόλη της Μαδρίτης. Στο πλαίσιο του «Συνήγορου του Πολίτη» της Καταλονίας έχει ορισθεί από το 1989 θέση υπεύθυνου για τα παιδιά. Στην Πορτογαλία λειτουργεί, στο πλαίσιο του «Συνήγορου του Πολίτη» ειδική υπηρεσία για το παιδί και τριψήφια τηλεφωνική γραμμή. Στη Σουηδία λειτουργεί από το 1993 Συνήγορος του Παιδιού και στη Δανία από το 1994 «Εθνικό Συμβούλιο για το Παιδί». Στη Φιλανδία Συνήγορος του Παιδιού λειτουργεί από το 1981 στο πλαίσιο Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Στο Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί από το 2001 «Επίτροπος για το Παιδί» στην Ουαλία. Στο Υπουργείο για τη Βόρειο Ιρλανδία λειτουργεί επίσης «Επίτροπος για το Παιδί» από το 1998, σύμφωνα με τη «Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής» για την ειρήνευση στην περιοχή. Στο Βέλγιο λειτουργούν «Επίτροποι για τα Δικαιώματα του Παιδιού» τόσο στην γαλλόφωνη όσο και στη φλαμανδική περιφέρεια, αντίστοιχα από το 1991 και το 1997. Ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες που δεν είναι κράτη-μέλη της ΕΕ Συνήγοροι του Παιδιού λειτουργούν στη Νορβηγία και την Ισλανδία, αντίστοιχα από το 1981 και το 1995.

Οι παραπάνω αρχές συντονίζονται μέσω του «Ευρωπαϊκού Δικτύου Συνήγορων του Παιδιού» (European Network of Ombudsmen for Children), ENOC, που λειτουργεί από το 1997. Μία από τις βασικές παραβιάσεις των Δικαιωμάτων των Παιδιών αποτελεί η παιδική εργασία, η οποία συνδέεται με την απομάκρυνση από την εκπαίδευση, την οικονομική εκμετάλλευση, την κακοποίηση, το εμπόριο παιδιών, την σεξουαλική εκμετάλλευση, την παιδική πορνεία και πορνογραφία. Καμία ήπειρος και καμία χώρα δεν είναι απαλλαγμένες από την παιδική εργασία και το εμπόριο ανθρωπίνων υπάρξεων. Μπορεί το μέγεθος του προβλήματος να διαφέρει αισθητά, ωστόσο είναι υπαρκτό σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, δίχως εξαίρεση. Θα πρέπει, επομένως, να αντιμετωπιστεί τόσο σε εθνικό όσο και σε διακρατικό επίπεδο, μέσα από κοινές πολιτικές και συνεργασία στον διευρυμένο ευρωπαϊκό χώρο των εικοσιπέντε κρατών-μελών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας 1 στα 6 παιδιά παγκοσμίως είναι θύμα παιδικής εργασίας, ενώ 1 στα 8 παιδιά είναι θύμα των χειρότερων μορφών οικονομικής εκμετάλλευσης. Αυτό σημαίνει έναν συνολικό αριθμό 186 περίπου εκατομμυρίων παιδιών που εργάζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Δεν μπορούμε, επομένως, να αντιμετωπίζουμε αυτή την κατάσταση μόνο με όρους ηθικής, ως ντροπή για την ανθρωπότητα, αλλά οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε επίσης ως μέρος ενός απάνθρωπου και εγκληματικού εμπορίου, που πρέπει να λάβει τέλος. Προκειμένου, όμως, να επιτύχουμε κάτι τέτοιο απαιτείται ισχυρή πολιτική βούληση, διαρκής ανανέωση της νομοθεσίας, αυστηρή και αξιόπιστη εφαρμογή των νόμων, εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς κενά, επαρκείς συμπληρωματικές δομές και αφοσιωμένοι άνθρωποι. Όλα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν θετικά, πάνω στη βάση της τριμερούς συνεργασίας κοινής δράσης των κυβερνήσεων, των εργοδοτικών ενώσεων και των φορέων των εργαζομένων. Η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαμόρφωση πολιτικής και στα προγράμματα αντιμετώπισης της παιδικής εργασίας είναι μείζονος σημασίας σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Παράλληλα, είναι απαραίτητη η πληροφόρηση για την επίγνωση των κινδύνων σε παιδιά και εκπαιδευτικούς, η υποστήριξη των ευάλωτων οικογενειών, η επανένταξη και αποκατάσταση των θυμάτων, η συνεργασία αρχών, κοινωνικών κινημάτων και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.

Ένας εφιαλτικός κόσμος είναι αυτός που προκύπτει μέσα και από την απλή ακόμη περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες υποχρεώνονται να ζουν εκατομμύρια παιδιά σε όλο τον κόσμο, αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες στην Ευρώπη και 50.000 ανήλικοι εργαζόμενοι στη χώρα μας.

Οι πόλεμοι, οι αναπτυξιακοί κλονισμοί, η παραοικονομία, οι κρίσεις και οι καταστροφές είναι μερικές μόνο από τις αιτίες. Παρά την επικύρωση των Διεθνών Συμβάσεων, τα Δικαιώματα των ανηλίκων εργαζόμενων καταπατώνται στη συντριπτική πλειοψηφία τους, ενώ πολύ συχνά τα παιδιά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης σε θέματα ωραρίου, συνθηκών εργασίας και ασφάλειας.

Σύμφωνα με έρευνα της Unicef, στο τέλος του 2000, τα παιδιά που ζούσαν και εργάζονταν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους στους δρόμους ήταν στη χώρα μας περίπου 6.000. Προκειμένου να είμαστε αποτελεσματικοί, απαιτείται στενός συντονισμός των αρμόδιων αρχών, Εθνικό Σχέδιο Δράσης, παρακολούθηση μέσα από ετήσιες εκθέσεις, συστηματική έρευνα, καθώς και συνεργασία κυβερνητικών και μη κυβερνητικών φορέων σε όλα τα επίπεδα. Η πιο πάνω λειτουργία και ο συντονισμός είναι απαραίτητα, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εξάλειψης των χειρότερων μορφών παιδικής εργασίας σε πρώτη φάση.

Ποιες θεωρούνται, όμως, ως χειρότερες μορφές παιδικής εργασίας σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας; Η πώληση και το δουλεμπόριο παιδιών, η χρησιμοποίηση, δέσμευση και προαγωγή παιδιού στην πορνεία και στην παραγωγή πορνογραφικού υλικού, η χρησιμοποίηση παιδιού σε παράνομες δραστηριότητες (π.χ. διακίνηση λαθραίων προϊόντων, ναρκωτικά κ.λ.π.). Ακόμη, η αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, η στράτευση παιδιών σε ένοπλες συγκρούσεις, καθώς και εργασίες που είναι δυνατόν να βλάψουν την υγεία, την ασφάλεια ή την ηθική του παιδιού.

Προκειμένου να υπάρξει αποτελεσματικότερη δράση κατά της παιδικής εργασίας είναι προφανές ότι πρέπει να χτυπηθούν οι ρίζες του κακού, που είναι η φτώχεια, οι άνισες εκπαιδευτικές δυνατότητες, η έλλειψη πληροφόρησης, η ανάπτυξη του εμπορίου ανθρωπίνων υπάρξεων, που διογκώθηκε με την αύξηση των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Η πρόσφατη θεσμοθέτηση του βοηθού Συνήγορου του Παιδιού, στο πλαίσιο του Συνήγορου του Πολίτη, αποτελεί σημαντικό βήμα και ενθαρρυντικό δείγμα για το ενδιαφέρον του πολιτικού κόσμου και της Πολιτείας στον τομέα των Δικαιωμάτων των Παιδιών. Ο Συνήγορος του Παιδιού αποτελεί την εγγύηση για την παρακολούθηση και την παρέμβαση στους πιο ευαίσθητους θύλακες της κοινωνίας μας, εκεί όπου καταπατώνται τα δικαιώματα των παιδιών. Η ανεξάρτητη φωνή του έχει τη δύναμη να ακούγεται από την κοινωνία και να εισακούεται από το πολιτικό σύστημα και την κυβέρνηση.

Ένα Εθνικό Πρόγραμμα Δράσης θα πρέπει να σχεδιαστεί και να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατόν, μετά από διαβουλεύσεις των αρμόδιων κρατικών φορέων με τις εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις, το βοηθό Συνήγορου του Παιδιού, τα Δίκτυα, τις ΜΚΟ, τους φορείς που δραστηριοποιούνται στο χώρο.

Σ’ αυτό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η άποψη των ίδιων των παιδιών που θίγονται άμεσα από τις χειρότερες μορφές εργασίας, καθώς και των οικογενειών τους. Το Εθνικό Πρόγραμμα Δράσης αποτελεί ένα αναγκαίο άμεσο βήμα, προκειμένου να πάψει η χώρα μας να κατατάσσεται σε εκείνες που εφαρμόζουν «ελλιπή και ανεπαρκή» μέτρα για την προστασία του παιδιού.

Μια άλλη κατηγορία προβλημάτων σχετίζεται με την υγεία. Τα δικαιώματα των παιδιών–ασθενών διατυπώθηκαν μόλις το 1986 στην «Ευρωπαϊκή Χάρτα των παιδιών που νοσηλεύονται» και αφορούν στις προϋποθέσεις εισαγωγής τους στο νοσοκομείο, στις συνθήκες νοσηλείας τους, στα δικαιώματα που έχουν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, όπως η παραμονή του πατέρα ή της μητέρας κοντά τους, η καλύτερη ιατρική και ψυχολογική στήριξη των ιδίων και των οικογενειών τους, το δικαίωμά τους στην πληροφόρηση, το σεβασμό στην προσωπικότητά τους, τη συνέχιση της εκπαίδευσης. Πάνω στη Χάρτα αυτή στηρίχθηκε την ίδια χρονιά σχετική Διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Ένα άλλο ενδιαφέρον κείμενο που σχετίζεται με τα δικαιώματα του ασθενούς αποτελεί η σχετική Διακήρυξη της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, το 1994. Η Διακήρυξη περιλαμβάνει το δικαίωμα στο σεβασμό του προσώπου του ασθενούς ως ανθρωπίνου όντος, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, στη φυσική και ψυχική ακεραιότητα και ασφάλεια, στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, το σεβασμό των ηθικών και πολιτιστικών του αξιών και το δικαίωμα προστασίας της υγείας του.

Επιπλέον, ο ασθενής δικαιούται να ενημερώνεται σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, τις προτεινόμενες διαδικασίες και να συναινεί για κάθε ιατρική παρέμβαση.

Παράλληλα με τα παραπάνω κείμενα, παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες η έντονη δράση των συλλόγων γονέων και μη κυβερνητικών οργανώσεων, η σφαιρικότερη αντιμετώπιση και ο προσδιορισμός του πλαισίου ώστε να αγκαλιάζει τη στήριξη της οικογένειας, την εκπαίδευση, τις δεξιότητες και την ψυχαγωγία των παιδιών, τις επιθυμίες και την κοινωνική τους ζωή, τους επαγγελματίες γιατρούς και νοσοκομειακά πρόσωπα και την κατάρτισή τους, πέρα από τα βασικά δικαιώματα της επιβίωσης και της πρόσβασης των παιδιών στην κατάλληλη θεραπεία.

Σε πρόσφατη συνάντηση του Ευρωπαϊκού Δικτύου Συνηγόρων του Παιδιού στις Βρυξέλλες συζητήθηκαν τα Δικαιώματα του Παιδιού που νοσηλεύεται και η προοπτική μιας κοινής ιδιαίτερης δράσης. Η Γαλλία είναι η πιο προωθημένη χώρα σ’ αυτό τον τομέα και είναι αυτή που προβλέπεται να αναλάβει τη σχετική πρωτοβουλία. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί το Ενωμένο Βασίλειο, όπου λειτουργεί μάλιστα διπλό σύστημα Συνήγορων: ο Κοινοβουλευτικός Συνήγορος, ο οποίος δέχεται αναφορές για άνιση μεταχείριση ή κακοδιοίκηση σε κυβερνητικό επίπεδο ή άλλα δημόσια σώματα και ο Συνήγορος Υπηρεσιών Υγείας ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα σχετικά με την αδυναμία των Υπηρεσιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας να παρέχουν σωστές υπηρεσίες.

Υπάρχει επίσης μία βάση συζήτησης που στηρίζεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έγινε αποδεκτός από τους αρχηγούς κρατών το 2000 στο Συμβούλιο Κορυφής της Νίκαιας. Στο Χάρτη εμπεριέχονται όλες εκείνες οι αρχές πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί η προστασία των παιδιών – ασθενών: το δικαίωμα στη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελεύθερη και εν επιγνώσει συναίνεση στα θέματα ιατρικής, η απαγόρευση της μετατροπής του ανθρώπινου σώματος και των μερών του σε πηγή κέρδους, η προστασία των προσωπικών δεδομένων, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, η κάθε είδους διάκριση.

Ιδιαίτερα στα δικαιώματα των παιδιών αφιερώνεται το άρθρο 24 όπου διατυπώνεται το δικαίωμα στη προστασία κα τη φροντίδα, που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους καθώς και η γνώμη τους σε ζητήματα που τα αφορούν, σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους. Τέλος, πρωταρχικής σημασίας θεωρείται το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. Το περιεχόμενο του άρθρου αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 35 για την προστασία της υγείας, που περιλαμβάνει την πρόσβαση στην πρόληψη και την ιατρική περίθαλψη διαμορφώνει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο.

Είναι, όμως, τα παραπάνω αρκετά για να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα; Έχουμε κάνει ως τώρα όσα θα έπρεπε και, το κυριότερο, έχουμε δεσμευτεί να κάνουμε περισσότερα στο άμεσο μέλλον; Η ειλικρινής απάντηση δεν μπορεί να μας ικανοποιεί. Βήματα έχουν γίνει αλλά όχι αρκετά. Όταν, σύμφωνα με τις στατιστικές των Άγγλων, έχουμε 1 παιδί στα 60 άρρωστο από καρκίνο στις ηλικίες κάτω των 15 ετών, για να μην αναφερθώ σε άλλες ασθένειες ή έχουμε 14% παιδιά μεταξύ 4 και 16 ετών με χρόνιες ασθένειες, σημαίνει ότι οι κοινωνίες μας δεν αντιμετωπίζουν το Μέλλον τους σωστά και λειτουργούν με τρόπο που προκαλεί τεράστιους κινδύνους. Έτσι, το πρόβλημα του Συστήματος Υγείας οφείλει να συνδέεται με τα προβλήματα του περιβάλλοντος με τις δοκιμές των νέων πολεμικών όπλων, με τις ακτινοβολίες και τη φαρμακοβιομηχανία, με την έρευνα.

Αφού το πρόβλημα της ασθένειας ενός παιδιού είναι μια μεγάλη μοναχική πορεία για το ίδιο και τους γονείς του, κάτω από οποιεσδήποτε, ακόμη και τις πιο ευνοϊκές συνθήκες και με όσους ανθρώπους κι αν έχουν δίπλα τους, τουλάχιστον ας συνειδητοποιήσουμε ότι τα άλλα προβλήματα, τα προβλήματα υποδομών και υποστήριξης, χρειάζονται τη συνδρομή της Πολιτείας και τη ζεστασιά και την αγάπη όλων μας για να λυθούν.

Ποιο είναι σήμερα το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται και από το οποίο αντλούν τα παιδιά και οι νέοι τις εμπειρίες και τη δημιουργικότητά τους; Σίγουρα όχι μόνο αυτό που από παράδοση αποκαλούμε φυσικό, με την έννοια της φύσης, αλλά σε μεγάλο βαθμό το τεχνολογικό περιβάλλον, που τα περιβάλλει από τα πρώτα τους χρόνια. Μέσα σ’ αυτό ζουν, με αυτό διαλέγονται και τις εξελίξεις αυτού του περιβάλλοντος παρακολουθούν, σ’ αυτές προσαρμόζονται.

Η ψηφιοποίηση, η εμφάνιση νέων μέσων, ο μεγαλύτερος βαθμός παρέμβασής τους στην καθημερινή ζωή, η αύξηση της επικοινωνιακής τους δύναμης και της ταχύτητας αποτελούν το πεδίο διαμόρφωσης του διανοητικού και συναισθηματικού κόσμου των παιδιών.

Δεν μπορούμε παρά να σκεφτούμε τα περιεχόμενα του Internet, των βιντεοπαιχνιδιών και της τηλεόρασης, τον κοινό παρονομαστή τους, πέραν βεβαίως των ζητημάτων που προκύπτουν από τη διαφορετική κάθε φορά ποιότητα. Ο κοινός αυτός παρονομαστής δεν είναι άλλος από τις νέες πληροφορίες, τις νέες προσλαμβάνουσες και, κυρίως, τις νέες μεθόδους διαλόγου των παιδιών με τον κόσμο.

Οι τεχνολογίες της φαντασιακής πραγματικότητας έρχονται να δώσουν ολοκληρωτική μορφή σ’ αυτό το παζλ που συναποτελούν οι καθημερινές πρακτικές εκατομμυρίων παιδιών στις μέρες μας, όταν κάθονται μπροστά στον υπολογιστή τους, την τηλεόραση ή το βίντεο.

Υπάρχει μια πρόκληση μέσα σε όλα αυτά και ένας φόβος. Η πρόκληση προέρχεται από την ψυχαγωγία, την κινητοποίηση, τη μάθηση που προκύπτει από τη σχέση των παιδιών με τις νέες τεχνολογίες. Ο φόβος, αντίθετα, από την ποιότητα των περιεχομένων, από την ακαταλληλότητα. Διαφορετικές οπτικές και κοινωνικές αξίες προκαλούν στο σημείο αυτό αντιθέσεις.

Ωστόσο, για να είμαστε ρεαλιστές, η εκπαίδευση στα μέσα είναι αυτή που μπορεί να ενισχύσει στα παιδιά την αίσθηση των ορίων που οφείλουν να έχουν και θα έπρεπε να γίνει το συντομότερο, μέρος του κανονικού σχολικού συστήματος.

Σήμερα, γίνεται πολύς λόγος στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το E-learning (το οποίο απευθύνεται στην εκπαίδευση) και είναι ένα σημαντικό κομμάτι του συνολικού προγράμματος E-Europe. Η σύνοδος κορυφής της Λισαβόνας αποφάσισε ότι κατά τη δεκαετία που διανύουμε θα εργαστούμε ώστε η Ευρώπη να γίνει «η πιο ανταγωνιστική και η πιο δυναμική οικονομία της γνώσης στον κόσμο». Αυτό σημαίνει επαναστατικές αλλαγές σε πολλούς τομείς και, σε ό,τι μας αφορά εδώ, στην εκπαίδευση. Δεν πρόκειται για μια απλή μεταρρύθμιση ή για βελτίωση, πρόκειται για ριζική αλλαγή των παραδοσιακών μεθόδων διδασκαλίας, για την αλλαγή των σχέσεων μέσα στο σχολείο και την αλλαγή της επικοινωνίας του σχολείου με τον κόσμο.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90, η Ελλάδα δέχθηκε μεγάλο κύμα μεταναστών. Αυτό είχε ως συνέπεια, η ελληνική εκπαίδευση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της κοινωνικής ένταξης νέων πληθυσμών στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αντιδρώντας στο νέο φαινόμενο με αμηχανία και αντιφατικά συναισθήματα. Υπήρξαν συναισθήματα ξενοφοβίας και απόρριψης του νέου στοιχείου, χωρίς να λείπουν θετικές αντιδράσεις αλληλεγγύης και συμπαράστασης.

Η εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών αποτελεί ένα πρωταρχικό τους δικαίωμα. Για την ελληνική κοινωνία και Πολιτεία προκύπτει όφελος, αφού η καλή εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών λειτουργεί προς όφελος της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ιδίων και των οικογενειών τους.

Εξασφαλίζοντας ευρεία συναίνεση, αυτή η κατεύθυνση εκφράστηκε με την θεσμοθέτηση νέων εκπαιδευτικών θεσμών και πρακτικών, όπως είναι τα διαπολιτισμικά σχολεία, οι τάξεις υποδοχής, η πρόσθετη διδακτική στήριξη.

Οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν στο γενικό πλαίσιο θετικά. Παρά τα προβλήματα, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα συχνά επιτυγχάνει την ενσωμάτωση των παιδιών των μεταναστών και ικανοποιητικές σχολικές επιδόσεις για πολλά από αυτά.

Στις επιτυχίες της εκπαίδευσης των παιδιών των μεταναστών συμβάλλει σε μέγιστο βαθμό ο προσανατολισμός των συγκεκριμένων μεταναστευτικών πληθυσμών προς τη μόρφωση, η διαθεσιμότητα των ίδιων των μεταναστών να λειτουργήσουν στο προσφερόμενο πλαίσιο αλλά και η συμβολή των εκπαιδευτικών που πιστεύουν στο μέλλον των παιδιών, στο καλύτερο μέλλον της κοινωνίας μας.