
Ενας σχετικά σταθερός αριθμός παραμένει στα περίπου σαράντα στρατόπεδα προσφύγων σε όλη τη χώρα.
Αλλοι απ’ αυτούς είναι αόρατοι στο βλέμμα μας, σε απόμακρες τοποθεσίες έξω από τις πόλεις. Αλλοι στις παρυφές των πόλεων, με δύσκολη αλλά δυνατή πρόσβαση στο κέντρο, και ένας μικρότερος αριθμός σε καταλήψεις είναι άμεσα ορατοί. Ελάχιστες οικογένειες, κυρίως Σύρων, εγκαταστάθηκαν σε διαμερίσματα προκειμένου να ξεκινήσουν μια πιο ομαλή ζωή.
Αλλά πώς ζουν οι πρόσφυγες στα στρατόπεδα, καθώς οι μήνες περνούν κι αυτό που φαινόταν μια πρώτη ανακουφιστική προσωρινή εγκατάσταση ύστερα από ταλαιπωρίες και κινδύνους ζωής, μετατρέπεται σε παραμονή με αβέβαιες προοπτικές;
Το συσσίτιο, η διαμονή σε σκηνή, οι ελάχιστες ευκολίες ικανοποίησης βασικών αναγκών και υγιεινής και, κυρίως, η απραξία κάνουν δύσκολη την καθημερινότητα του κύριου όγκου των προσφύγων που αποτελούν οι οικογένειες με παιδιά.
Οι γυναίκες προσπαθούν να διευθετήσουν τις ανάγκες εκ του μηδενός, ανάμεσά τους υπάρχουν έγκυες που χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα αλλά δύσκολα μπορούν να τη βρουν, ενώ οι άντρες που συνήθισαν σε ρόλο προστάτη και τροφοδότη της οικογένειας μαραζώνουν από κατάθλιψη για τη σημερινή αδυναμία τους.
Οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, συνθλίβονται ανάμεσα στην οικογενειακή παράδοση και τις κλεμμένες εικόνες της νέας πραγματικότητας που τους τρομάζει αλλά και τους προσελκύει, χωρίς όμως να έχουν στη διάθεσή τους μια γέφυρα επικοινωνίας, πληροφόρησης, επαφής.
Η προοπτική μιας ζωής στην Ευρώπη, μιας δουλειάς και ενός καλύτερου μέλλοντος σβήνει τις ελπίδες και κάθε μέρα που περνάει οι διαψεύσεις οδηγούν στην απελπισία και την παραίτηση.
Στο ευρύτερο περιβάλλον μιας χώρας με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές, που φαντάζει ξένο και αφιλόξενο, αποκλεισμένοι από κάθε επαφή με τον περίγυρο των ανθρώπων και της νέας πραγματικότητας που τους περιβάλλει, στο περιθώριο και τη στέρηση, με τους αποκλεισμούς της γλώσσας, της φτώχειας και της νομιμοποίησης, η ζωή του στρατοπέδου είναι για τους πρόσφυγες τρομακτική.
Ο χρόνος κυλάει νεκρός, η προσωρινότητα γίνεται μονιμότητα στις σκηνές, και το ερώτημα είναι πώς θα μπορούσε να γίνει χρόνος χρήσιμος-επωφελής για τα υποκείμενα αυτής της προσφυγικής περιπέτειας;
Η λειτουργία της κοινότητας στο εσωτερικό των στρατοπέδων είναι σε θέση να δώσει μια πρώτη απάντηση σ’ αυτό. Οι δυναμικές στο εσωτερικό της μπορούν, όταν έρθουν στο φως, να λειτουργήσουν επ’ ωφελεία όλων των μελών της και μάλιστα των πιο ευάλωτων. Παράλληλα, θα αποτελέσει μια πρώτη διαπαιδαγωγητική διαδικασία δημοκρατίας για τα νεότερα μέλη της, γυναίκες κι εφήβους, μέσα στο νέο πολιτισμικό πλαίσιο με το οποίο θα μπορούν να έχουν επαφή και ώσμωση.
Για να γίνει κάτι τέτοιο, είναι πρωταρχικό να πάψουν οι πρόσφυγες των στρατοπέδων να είναι αντικείμενα διαχείρισης, στατιστικής καταγραφής, φροντίδας ή περιφρόνησης και δυσπιστίας και να αποτελέσουν υποκείμενα δικαιωμάτων αλλά, κυρίως, δυνατοτήτων – επικοινωνίας, ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών, μάθησης της γλώσσας, επαφής με τον έξω κόσμο.
Είναι αυτό το δεύτερο στάδιο, μετά την άμεση κινητοποίηση και το συγκινησιακό φορτίο που παράχθηκε με την άφιξή τους, που οφείλουμε τώρα να σχεδιάσουμε και να υποστηρίξουμε ως κοινωνία πολιτών και ομάδες αλληλεγγύης.
Η συμμετοχή των παιδιών σε μαθήματα γλώσσας, οι πρωτοβουλίες για τη δημιουργία δικτύων επικοινωνίας και αλληλεγγύης που θα φέρουν σε γνωριμία και διάλογο τους πρόσφυγες των στρατοπέδων με ανθρώπους και συνθήκες της ελληνικής πραγματικότητας, τα κέντρα πληροφόρησης και φιλίας για εφήβους, το κοινό κυριακάτικο τραπέζι, οι υιοθεσίες οικογενειών και η τακτική επαφή και γνωριμία μπορούν να δώσουν ένα νέο παράδειγμα για το προσφυγικό ζήτημα.
Η διαχείριση των ροών που πέρασε γρήγορα σε απογραφές, στατιστικές, προβλέψεις, καταγραφές και μικρότερα ή μεγαλύτερα επιχειρησιακά σχέδια προσωρινής φιλοξενίας, μετεγκατάστασης και, στο βάθος, επαναπατρισμού και επαναπροώθησης για όσους βρέθηκαν στην πιο γκρίζα ζώνη, επιβλήθηκε ως μια πρώτη αναγκαία συνθήκη.
Ο λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που υπήρξε έντονος στην αρχή αυτής της κρίσης, χαμήλωσε τους τόνους με την πάροδο του χρόνου και την επίγνωση των δυσκολιών, αλλά θα πρέπει τώρα να αντλήσει μέσα από ανανεωμένες ιδέες και πιο φιλόδοξους στόχους.
Το νέο παράδειγμα δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην παραδοχή πως θα ζήσουμε μαζί και όσο πιο γρήγορα βάλουμε μπρος τις διαδικασίες γι’ αυτό τόσο περισσότερα προβλήματα θα καταφέρουμε να λύσουμε και τόσο περισσότερο κέρδος θα έχουμε ως ανοιχτή κοινωνία δημοκρατίας και αλληλεγγύης.
Οι πρόσφυγες πρέπει να κερδίσουν την ταυτότητά τους ως υποκείμενα της ιστορίας και, μαζί, εμείς να επαναπροσδιορίσουμε τη δημοκρατική ευρωπαϊκή μας ταυτότητα σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, απρόβλεπτων κρίσεων και δομικών αλλαγών. Ενα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι να μετατρέψουμε τα στρατόπεδα από εν δυνάμει γκέτο απομόνωσης και περιθωρίου σε διαδραστικές ροές επικοινωνίας και αλληλεγγύης με την κοινωνία μας.
Να τα αντιμετωπίσουμε κι αυτά ως μέρος της κοινωνικής διαπραγμάτευσης, των ευρύτερων πολιτικών επιλογών και της πολιτειότητας, τα οποία η κρίση μάς υποχρεώνει να δούμε όχι με τον εύκολο τρόπο του αποκλεισμού αλλά, αντίθετα, της συμπερίληψης και της ένταξης που θα ενισχύσει την κοινωνική συνοχή.
http://www.efsyn.gr/arthro/poia-zoi-sta-stratopeda-ton-prosfygon
Ο τόμος του ΕΚΚΕ σε επιμέλεια Ν. Γεωργαράκη και Ν. Δεμερτζή συγκεντρώνει αναλύσεις 34 συγγραφέων, συνθέτοντας ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την περίοδο της κρίσης από το 2009 έως τον Ιανουάριο του 2015 (εκλογές). Εξαιτίας των πυκνών και καταιγιστικών γεγονότων, των ανατροπών και της καθημερινής έντασης στην ειδησεογραφία, η περίοδος αυτή κινδυνεύει –όσο απομακρύνεται ως παρελθόν– να νεφελοποιείται και να απλοποιείται μανιχαϊστικά σε στερεότυπα σχήματα, προσαρμοσμένα στις μετέπειτα πιο πρόσφατες εξελίξεις και τις εκάστοτε επίκαιρες πολιτικές ερμηνείες της συγκυρίας. Γι αυτό και ο τόμος αποτελεί στέρεο σημείο αναφοράς με τις αναλύσεις και την πολυφωνία του προβληματισμού των συγγραφέων του, καθώς διαθέτει οργανωμένα στα κεφάλαιά του τα μεγάλα διακυβεύματα αυτής της πενταετίας, εκκινώντας από την αποδόμηση και τις μεταμορφώσεις του πολιτικού, τα κόμματα, τις εκλογικές αναμετρήσεις και την κοινωνία πολιτών και φτάνοντας στους μετασχηματισμούς της δημόσιας πολιτικής μέσα από την ανάλυση της οικονομικής κρίσης, των ΜΜΕ και των θεσμών.
Την ώρα που οι ηγέτες και οι εμπειρογνώμονες συσκέπτονται προκειμένου να εκδώσουν τα οφειλόμενα μετά το Βρετανικό Δημοψήφισμα καθυστερημένα επίσημα ανακοινωθέντα και τα ΜΜΕ μουδιασμένα βρίσκονται σε στάση αναμονής, εμείς οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουμε την ευκαιρία να σκεφτούμε τι ακριβώς συνέβη, ελεύθεροι σε ένα βαθμό από την επιρροή τους. Άρα να σκεφτούμε τα συγκεκριμένα και τα γενικότερα θέματα που μας προβληματίζουν, ξεκινώντας από τους πολιτικούς χειρισμούς του συντηρητικού Κάμερον που πέρα, όπως αποδείχτηκε, από τις δυνατότητές του απείλησε, σπεκουλάρισε και τελικά οδηγήθηκε στην πολιτική ήττα και την παραίτηση από το πολυαναμενόμενο Δημοψήφισμα. Ένας μοιραίος πολιτικός χειρισμός με τεκτονικές και ανυπολόγιστες διαστάσεις. Να σκεφτούμε τις κρίσεις και τις συγκρίσεις που έτρεξαν ανάμεσα στο φετινό Βρετανικό καλοκαίρι και το περσινό δικό μας, τις διαφορές αλλά και τις συνέπειες «σοκ και δέος» ενός πιθανού Grexit και του γεγονότος πια Brexit. Να σκεφτούμε τις κουρασμένες και γερασμένες πολιτικές ελίτ της Ευρώπης που μας κυβερνούν και την αμηχανία και αδυναμία που κρύβουν εδώ και καιρό κάτω από μια ρητορική επιτυχίας, ευκαιριών και θριάμβου. Να σκεφτούμε τη μεταπολεμική Ευρωπαϊκή επινόηση και τους στόχους της και πώς έφτασε στα όριά της, καθοδηγημένη τις τελευταίες δεκαετίες από δογματικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αδιαφανείς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και μεθόδους, δυσπιστία προς τη δημοκρατία,πολιτισμική μονομέρεια, διαρκή κρίση αντιπροσώπευσης και στόχους που βρίσκονταν πέρα και έξω από την κοινωνία και την ευημερία των πολιτών της ηπείρου.





